Σχόλιο γιά τίς ἐρωτήσεις καί τίς ἀπαντήσεις στίς συνεντεύξεις (του Γιώργου Αράγη)

1
609
Ο Πολ Όστερ σε συνέντευξη.

 

του Γιώργου Αράγη (*)

  

Ἐδῶ καί πολύ καιρό, κοιτάζοντας τίς διάφορες συνεντεύξεις,  πού δίνονται τόν τελευταῖο καιρό ὅλο καί πιό συχνά ἀπό ἀνθρώπους τῆς λογοτεχνίας, μένω μέ τήν ἐντύπωση πώς στό μέγιστο ποσοστό τους ἐλάχιστα δικαιολογοῦν τήν παρουσία τους. Πρόκειται γιά μιά δραστηριότητα ἡ ὁποία ἔχει κατεξοχήν κοσμικό ἤ διαφημιστικό χαρακτήρα καί ὄχι διερευνητικό σέ πνευματικό ἐπίπεδο.  Δίνουν κάποια σημασία οἱ ἴδιοι πού τίς παραχωροῦν καί αὐτοί πού τίς παίρνουν, τό πολύ καί κάποιοι γνωστοί τους ἀπό φιλοφρονητική ἀντίληψη. Παραπέρα δέν προσέχονται, δέν  προβληματίζουν, δέν βάζουν σέ κίνηση σκέψεις καί ἰδέες, δέν ἀνακινοῦν ζητήματα, δέν προκαλοῦν εὐρύτερο διάλογο. Καί φυσικά ξεχνιοῦνται σάν νά μήν ἔγιναν ποτέ. Τό ἐρώτημα πού προκύπτει εἶναι τί φταίει καί συμβαίνει ἔτσι, φταῖνε οἱ ἐρωτήσεις, φταῖνε οἱ ἀπαντήσεις, ἤ φταῖνε καί τά δυό. |Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι φταῖνε καί οἱ ἐρωτήσεις καί οἱ ἀπαντήσεις, ἀλλά καί τό γενικότερο πνευματικό κλίμα. Παρακάτω, θά ἀναφερθῶ ἀναλυτικότερα στό φαινόμενο αὐτό.

Οἱ ἐρωτήσεις

Θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς πώς τά μικρά παιδιά κάνουν τίς καλύτερες ἐρωτήσεις, τίς πιό εἰλικρινεῖς, τίς πιό ἀπροσχημάτιστες καί ἀναγκαῖες. Ἐπειδή, λόγω τῆς ἡλικίας τους, τούς λείπει ἡ πείρα καί ἡ γνώση, προσπαθοῦν, ὥς κάποιο ἔστω βαθμό, νά γνωρίσουν τόν κόσμο ρωτώντας τούς μεγαλύτερους. Ἔτσι, μέ ἀφετηρία τήν ἄγνοιά τους, αἰσθάνονται ἐλεύθερα νά ἐκφράζουν τίς ἀπορίες τους. Ἐλεύθερα μέ τήν ἔννοια ὅτι αὐτό, οἱ ἐρωτήσεις τους, ἀποτελοῦν φυσικό τους δικαίωμα, διότι πηγάζει ἀπό φυσική ἀνάγκη, καθώς οἱ ἀπορίες τους ἔχουν ἰσχυρό γνωστικό κίνητρο. Γιά λόγους πού θά ἐξηγήσω στή συνέχεια, αὐτό τό φυσικό δικαίωμα δέν τό διαθέτουν ἐξίσου οἱ μεγάλοι. Καί σέ μεγάλο βαθμό θά ἔλεγα πώς δέν τό διαθέτουν καθόλου. Πάντως ἄς κρατήσουμε  γιά τήν ὥρα ὡς μέτρο γνησιότητας τίς παιδικές ἐρωτήσεις μέ κύριο κίνητρο τήν ἀνάγκη γιά γνώση.

Σ᾿ ἕναν πρόχειρο διαχωρισμό ἔχουμε τή δυνατότητα νά διακρίνουμε  τούς ἑπόμενους τύπους ἐρωτήσεων πού γίνονται ἀπό ἐνήλικα ἄτομα:

α) Ἐρωτήσεις ἀπό ἀνθρώπους τοῦ λογοτεχνικοῦ σιναφιοῦ, οἱ ὁποῖες δέν γίνονται ἀπό ἄγνοια, οὔτε προϋποθέτουν ἄξια λόγου  ἀπορία, ἀλλά ἀπευθύνονται μέ σκοπό νά ἐπαινέσουν κάποιον. Συνήθως προηγεῖται ὑμνητικός χαρακτηρισμός, π.χ.: «Ἐσεῖς πού εἶστε τόσο σημαντικός συγγραφέας…», καί ἀκολουθεῖ ἡ ἐρώτηση. Ἄς ποῦμε: «Κατά τήν ἄποψη πολλῶν τό ἔργο σας ἐκφράζει τίς  ἀνησυχίες καί τίς ἀγωνίες τῆς γενιᾶς σας· συμφωνεῖτε;», ἤ «Εἶστε   ἀπό τούς πιό ἀναγνωρισμένους συγγραφεῖς, σᾶς ἀναγνωρίζουν στόν δρόμο οἱ περαστικοί;» ἤ «Σᾶς ἐπηρεάζει μέ κάποιο τρόπο ἡ μεγάλη σας δημοτικότητα;», κ.λπ. Οἱ ἐρωτήσεις αὐτές δέν λύνουν ἀπορίες οὔτε θέτουν σοβαρά ζητήματα. Εἶναι ἐρωτήσεις πού γίνονται γιά στενά ἰδιοτελεῖς λόγους, χωρίς νά ἔχουν γενικότερο ἀντίκρισμα, πέρα ἀπό κάποιο κουτσομπολικό ἐνδιαφέρον. Εἶναι βέβαια ἐρωτήσεις ἀνώδυνες πού δέν βάζουν σέ δύσκολη θέση τόν ἄνθρωπο πού ἀπαντάει. Ἁπλῶς τοῦ δίνουν μιά εὐκαιρία νά περιαυτολογήσει ἀκόμα μιά φορά δημόσια μέ ἀρκετή σοβαροφάνεια. Ἀπό τό ἄλλο μέρος κι αὐτός πού ρωτάει ἔχει τά μικρά κέρδη του: γνωριμία, δημοσιότητα. Ἄν μιλήσουμε γιά ποσοστιαία ἀναλογία, θά ἔλεγα πώς αὐτός ὁ τύπος τῶν ἐρωτήσεων καλύπτει τό 70% ἀπό τόν συνολικό ἀριθμό τῶν ἐρωτήσεων πού γίνονται σέ συνεντεύξεις. Εἶναι οἱ πιό συνηθισμένες, οἱ πιό ἀνούσιες καί οἱ πιό γλοιώδεις. Τή χαμηλότερη βαθμίδα τέτοιων ἐρωτήσεων κατέχουν οἱ τηλεοπτικές ἐρωτήσεις σέ καλεσμένους ἐπιτούτου γιά ζωντανή συνέντευξη. Τίς κάνουν συνήθως διάφορες καλλωπισμένες ὑπάρξεις, μέ πλατύ χαμόγελο καί ἀποφασισμένες νά συναινέσουν μέ θαυμασμό πάνω σέ ὅ,τι θά ἐκστομίσει ὁ ἑκάστοτε καλεσμένος. Ἔστω κι ἄν ὁ καλεσμένος θά πεῖ τίς πιό ἀνιαρές κοινοτοπίες, ἤ τίς πιό ἠχηρές κοτσάνες.

β) Ἐρωτήσεις πού ἀπευθύνονται ἁπλῶς γιατί χρειάζεται νά γίνεται λόγος. Ἔντυπα ἤ ἠλεκτρονικά μέσα, πού χρειάζεται νά γεμίζουν τίς σελίδες τους ἤ νά κάνουν αἰσθητή τήν παρουσία τους μέ τρέχουσα ὕλη καί ὄχι μέ ἀφιερωματικά μπάζα, ἔχουν ἀνάγκη ἀπό συνεντεύξεις μέ τέτοιες ἐρωτήσεις. Εἶναι καλύτερες ἀπό τή μπαγιάτικη καί ἀδρανή ὕλη τῶν ἀφιερωμάτων πού προκαλοῦν, μέ τήν πληθωριστική παρουσία τους, ἕνα μόλις ἰσχνό πιά ἐνδιαφέρον. Γιά τοῦτο κάποιοι ζητοῦν, σέ πρώτη εὐκαιρία, συνεντεύξεις ἀπό γνωστούς καί μή συγγραφεῖς. Σέ ὁρισμένες περιπτώσεις ὀργανώνονται σειρές συνεντεύξεων, ὁπότε πολλοί «ἀστέρες» τῶν νεοελληνικῶν γραμμάτων παρελαύνουν ἀπό τέτοια μέσα, παίρνοντας σειρά στίς σελίδες τους. Οἱ ἐρωτήσεις πού γίνονται ἀνήκουν σέ δυό ὑποκατηγορίες. Πρῶτα σ᾿ ἐκείνη,  πού ὅσο κι ἄν περνοῦν οἱ δεκαετίες, δέν μᾶς γίνεται συνείδηση πώς αὐτές οἱ ἐρωτήσεις εἶναι στήν οὐσία τους ἀναπάντητες. Γιατί θέτουν ἁπλά μέν ερωτήματα, ἀλλά ἐρωτήματα πού ἀφοροῦν ζητήματα πού ἀνάγονται στά σκοτεινά βάθη μας. Π.χ.: «Ποιοί ποιητές σᾶς ἐπηρέασαν;» (Ἄν φύγουμε ἀπό τό ἐπίπεδο τῆς ἀρέσκειας, ποιοί ποιητές μᾶς ἀρέσουν, ἡ ἐρώτηση πηγαίνει στό γίγνεσθαι τοῦ καθενός, κι αὐτό παραμένει ἀνεξιχνίαστο.) Ἄλλη ἁπλή ἐρώτηση: «Γιατί γράφετε;» (Κανείς δέν ξέρει ἀκριβῶς γιατί γράφει. Τρέχα γύρευε ἀπό ποιά παρόρμηση ὑποκινεῖται.) Ἄλλη παρόμοια ἐρώτηση: «Τί ἀποτελεῖ ἔμπνευση γιά σᾶς;» Ὁ εὑρών ἀμειφθήσεται. Στή δεύτερη ὑποκατηγορία ἀνήκουν ἐρωτήσεις προαπαντημένες ἀπό αἰῶνες καί ἀρκετά πανομοιότυπες. Τοῦ τύπου «Ποιά εἶναι ἡ γνώμη σας, παρουσιάζει κοινωνικές διαστάσεις ἡ νέα πεζογραφία μας;» (Ὅμως ὑπάρχει ἔργο λογοτεχνικό χωρίς κοινωνικές διαστάσεις, ἀνακάλυψε κανείς ποτέ τέτοιο ἔργο; Τί νόημα  ἔχει αὐτή ἡ ἐρώτηση;) Ἄλλη ἐρώτηση: «Ποιό μήνυμα θέλετε νά περάσετε μέσα ἀπό τήν ποίηση;» (Δουλειά τῆς ποίησης δέν εἶναι νά περνάει μηνύματα.) Ἄλλη ἐρώτηση: «Ἐπηρεάζεται ἡ ἑλληνική λογοτεχνία ἀπό τήν ξένη λογοτεχνία; Ἄν εἶναι δυνατόν νά μήν ἐπηρεάζεται. Κ.λπ., κ.λπ. Στή χαμηλότερη στάθμη τῶν παραπάνω ὑποκατηγοριῶν βρίσκεται τό στερεότυπο ἐρωτηματολόγιο ὁρισμένων ἐφημερίδων. Π.χ.: «Ποιός συγγραφέας σᾶς ἔχει ἐπηρεάσει περισσότερο;». Ἤ: «Ποιό εἶναι τό καλύτερο βιβλίο τῆς χρονιᾶς;», ἤ «Ποιό  βιβλίο ἔχετε κάτω ἀπό τό μαξιλάρι σας;» Γενικότερα οἱ ἐρωτήσεις αὐτῆς τῆς κατηγορίας εἶναι ἐρωτήσεις μπούγιου ἤ, γιά νά θυμηθῶ τόν Πεντζίκη, ἐρωτήσεις γιά νά: «Σαματάς νά γίνεται.»

γ) Ἐρωτήσεις ἀπό ἐμπορική-διαφημιστική σκοπιμότητα. Ὁρισμένοι ἐκδοτικοί οἶκοι βάζουν κάποιον ἀπό τό ἐπιτελεῖο τους νά παίρνει δῆθεν συνεντεύξεις ἀπό τούς συγγραφεῖς πού βγάζουν βιβλία ἀπό τούς ἴδιους ἐκδότες. Ὁ κάθε ἐκδότης δηλαδή, μόλις κυκλοφορήσει ἕνα βιβλίο ἀπό τίς ἐκδόσεις του, τό διαφημίζει παίρνοντας συνέντευξη ἀπό τόν συγγραφέα του. Αὐτές οἱ σκηνοθετημένες συνεντεύξεις ἀναρτιοῦνται στό διαδίκτυο. Οἱ ἐρωτήσεις πού ἀπευθύνονται στούς νεοεκδομένους συγγραφεῖς τοῦ κάθε ἐκδότη εἶναι περίπου πανομοιότητες. Ἀνεξάρτητα ἀπό τό γεγονός ὅτι ἐδῶ πρόκειται γιά παραποίηση ἤ γιά πλαστογράφηση τῆς ἔννοιας συνέντευξη, καθαυτές οἱ ἐρωτήσεις πού διατυπώνονται δείχνουν τό πόσο χαμηλό εἶναι γενικά τό μέσο ἐπίπεδο τῆς παιδείας μας. Δείγματα ἐρωτήσεων βρίσκει κανείς πολύ εὔκολα στό διαδίκτυο.

Θά ρωτοῦσε ἴσως κάποιος, καλύτερα θά ἦταν νά μή λέγονταν τίποτα καί νά ὑπῆρχε νέκρα; Ὄχι δέν θά ᾿ταν καλύτερα ἔτσι, ὅμως καλύτερα θά ἦταν νά εἴμασταν περισσότερο ἐκλεκτικοί, περισσότερο ἀσυμβίβαστοι μέ τήν κοινοτοπία καί τά ἀναμασήματα. Ἡ ἔκδοση μιᾶς περιοδικῆς παρουσίας δικαιολογεῖται ἀπό τήν ἀναγκαιότητά της, ἀπό τήν τρέχουσα ὕλη πού δημοσιεύει καί ἀπό τήν κινητοποίηση τῶν ἰδεῶν στήν ὁποία συντελεῖ. Γιά ποιό λόγο βγαίνουν τόσα πολλά ἔντυπα καί ἠλεκτρονικά περιοδικά, τί προσφέρουν ὥστε νά θεωρεῖται ἀναγκαία ἡ ἔκδοσή τους;

δ) Ἐρωτήσεις ἀπροσχημάτιστες, πού δέν εἶναι ἀνώδυνες, κολακευτικές, ζαχαράτες, ἤ ἐμπορικῆς σκοπιμότητας, ἀλλά θίγουν ζωτικά ζητήματα καί καυτές καταστάσεις. Ἐννοεῖται πώς τέτοιες ἐρωτήσεις σπανιότατα συναντοῦμε διατυπωμένες στά ἐρωτηματολόγια πού ἐνδημοῦν στά διάφορα μέσα. Κι ἀκόμα πιό σπάνια ἀπαντιοῦνται μέ εἰλικρίνεια καί εὐθύτητα. Μᾶλλον δέν γίνονται τέτοιες ἐρωτήσεις, οὔτε δίνονται ἀντίστοιχες ἀπαντήσεις. Γιά νά γίνω σαφέστερος θά παραθέσω μιά σειρά ἀπό τέτοιες ἐρωτήσεις.

Π.χ.: «Μέ βάση ποιά θεσμικά κριτήρια καταρτίζονται οἱ κριτικές ἐπιτροπές πού ἀπονέμουν τά Κρατικά Βραβεῖα Λογοτεχνίας;» «Ποιό εἶναι τό πνευματικό ἔργο τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν;» «Γιατί ἀποσιωπᾶται, ἐδῶ καί ἕνα σχεδόν αἰώνα, τό γεγονός ὅτι ὁ Σεφέρης ἀπέφυγε νά στρατευτεῖ κατά τή μικρασιατική ἐκστρατεία τοῦ 1919-1922;» «Γιατί οἱ λογοτέχνες μας δέν δέχονται, ὅταν συμβαίνει, τήν καλοπροαίρετη ἀρνητική κριτική; Τί ὑποδηλώνει αὐτό;» «Τί νόημα ἔχει τό καθημερινό ὄργιο δημόσιων βιβλιοπαρουσιάσεων σέ ἀκροατήριο; Τί προάγει, ποιόν προβληματίζει;» «Γιατί ἡ χώρα μας ἔχει τόσο χαμηλό ἐπίπεδο γενικῆς, καί ὄχι μόνο ἐκπαιδευτικῆς, παιδείας; Ποιός εὐθύνεται γι᾿ αὐτό;» «Πόσο ἔχει ἐκτιμηθεῖ στήν Ἑλλάδα ὁ ρόλος τῶν ἰδιωτικῶν βιβλιοθηκῶν μέ  λειτουργικό καί ὄχι διακοσμητικό χαρακτήρα;», «Κατέχονται ἀπό πατριωτισμό στήν καθημερινή τους ζωή οἱ νεοέλληνες;», «Γιατί εἶναι τόσο συμβιβαστικοί, τόσο ἠθικά ἐλαστικοί οἱ κριτικοί τῆς λογοτεχνίας μας;» «Ἕνας τόπος, πού δέν εὐνοεῖ τήν ἀξιοκρατία καί τήν κριτική, προορίζεται νά ζήσει ἤ νά πεθάνει;», «Γιατί ὑπάρχει τόση ἔλλειψη ἐλεύθερης γνώμης ἀνάμεσα στά μέλη τῆς λογοτεχνικῆς κοινότητας; Γιατί φυλᾶνε ὅλοι τά ροῦχα τους; Τί δείχνει αὐτό;» «Γιατί ἰσχύει καί σήμερα στή νεοελληνική κοινωνία τό ‘Βασίλη κάτσε φρόνημα νά γίνεις νοικοκύρης’; Κάτι πού λεγόταν τόν καιρό τῆς τουρκοκρατίας;» «Ὑπάρχει μήπως πρόβλημα ἤθους στήν κοινωνία μας, ἀλλά καί στό λογοτεχνικό σινάφι;»   Κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.

Οἱ ἀπαντήσεις

Ἄς κάνουμε κι ἐδῶ ὁρισμένους δυνατούς διαχωρισμούς.

α) Ἀπαντήσεις ἀπροκάλυπτα φίλαυτες καί ἰδιοτελεῖς. Προέρχονται ἀπό ἄτομα ναρκισσευόμενα, ἄτομα ἐπιδεικτικά, πού θέλουν νά δείξουν ὅτι βρίσκοναι πάνω ἀπό ἀπό τήν θέση στήν ὁποία τούς τοποθετεῖ τό περιβάλλον. Ὅτι αὐτό πού κάνουν ἐναρμονίζεται μέ τά βαθιά κελεύσματα τῆς τέχνης καί εἶναι περίπου πνευματικοί ἥρωες. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, στήν πραγματικότητα, δίνουν παράσταση τοῦ ἑαυτοῦ τους. Τόν ἐπαινοῦν πλάγια, τόν προβάλλουν, καί καμώνονται τήν αὐθεντία στόν τομέα τους. Π.χ. «Αὐτό πού κάνω εἶναι νά ἀναδείξω τά προβλήματα τῆς γενιᾶς μου», ἤ «Θέλω νά δώσω ἔκφραση στίς ἀγωνίες πού μᾶς κατέχουν», ἤ «Κύριος στόχος  στό ἔργου μου εἶναι τά προβλήματα τῶν συνανθρώπων μας», ἤ «Εἶμαι ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας  τοῦ λόγου», ἤ  «Τί κατευθύνει τή γραφή μου; Εἶμαι βιωματικός συγγραφέας, γράφω μόνο ἀπό ἐσωτερική ἀνάγκη», κ.λπ.

β) Ἀπαντήσεις πού εἶναι ἐκτός θέματος, κάτι πού συμβαίνει ἀρκετά συχνά. Εἴτε γιατί ὁ ἐρωτώμενος θέλει νά ἀποφύγει τήν εὐθεία ἀπάντηση εἴτε γιατί θέλει νά προβάλει κάποια ἄποψή του, παρακάμπτει τήν ἐρώτηση. Συχνό εἶναι τό φαινόμενο νά ἀφορᾶ ἡ ἀπάντηση τήν ἄποψη τοῦ ὑποκείμενου ὅτι ἔχει ὥς τώρα ἀδικηθεῖ ἀπό τήν πολιτεία, ἀπό τό κατεστημένο, ἀπό παράγοντες τῆς λογοτεχνικῆς κοινότητας, ἀπό τίς καταστάσεις. Γενικά ὁ νεοέλληνας ἔχει τήν τάση νά παραπονιέται. Δέν εἶναι σπάνιο νά παίρνει σέ τέτοιες περιπτώσεις ἐπιθετική ἤ καταγγελτική μορφή μιά ἀπάντηση. Οὔτε εἶναι σπάνιο ἐπίσης ἡ ἀπάντηση νά ἔχει καιροσκοπικό χαρακτήρα, νά κάνει γλυκά μάτια πρός τήν πολιτική ἐξουσία ἤ πρός ἄλλες μορφές ἐξουσίας. Ὑπάρχουν πολλά περιθώρια γιά κάποιον πού ἀπαντάει σέ ἐρωτήσεις νά γυρίζει τό θέμα πρός τίς προσωπικές  του βλέψεις.

γ) Ἀπαντήσεις  χωρίς γνώση τοῦ ἀντικείμενου. Ὄχι σπάνια οἱ ἐρωτήσεις ἀφοροῦν θέματα πού βρίσκονται πέρα ἀπό τά ὅσα κατέχει ὁ ἐρωτώμενος. Σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις ἡ σωστή ἀπάντηση θά ἦταν, δέν ξέρω, δέν κατέχω τό θέμα. Σπάνια ὡστόσο ἀκοῦμε τέτοιες ἀπαντήσεις. Γιατί δύσκολα, φαίνεται, παραδέχεται κανείς πώς δέν γνωρίζει τά πάντα, δύσκολα δηλαδή στέργει νά φανοῦν τά γνωστικά του κενά. Ἔτσι ἀπαντάει σάν νά κατέχει τό ζήτημα, ἀλλά, ἄν ὄχι πάντα, συνήθως καταφεύγει σέ γενικότητες πού δέν λένε τίποτα συγκεκριμένο. Ἔχουν γραφτεῖ καί κείμενα ὁλόκληρα μέ τή μέθοδο τῆς γενικολογίας, πού στήν ούσία ἰσοδυναμεῖ μέ μέθοδο ἀοριστολογίας. Σέ τί ἐρωτήσεις δίνονται γενικόλογες ἀπαντήσεις. Ὑπάρχουν βέβαια πολλῶν εἰδῶν τέτοιες ἐρωτήσεις, ξεχωρίζουν ὅμως οἱ ἐρωτήσεις πού ἀφοροῦν εἰδικούς τομεῖς γνώσεων. Π.χ. ἐρωτήσεις πού ἀναφέρονται στήν ἀρχαία ἑλληνική λογοτεχνία, στή μεσαιωνική ἤ σέ ἐπιμέρους πτυχές τῆς νεότερης εὐρωπαϊκῆς. Σέ πεδία συνεπῶς πού χρειάζονται εἰδικές σπουδές καί μελέτες γιά νά τίς κατέχει κάποιος μέ ἐπάρκεια. Ὅμως ἐμεῖς οἱ νεοέλληνες εἴμαστε πολύξεροι, τίποτα δέν καταδεχόμαστε νά ποῦμε ὅτι δέν γνωρίζουμε.

δ) Ἀπαντήσεις ἀνιδιοτελεῖς. Ἐννοῶ χωρίς νά διαπνέονται ἀπό ἐγωκεντρικά κίνητρα, ἀλλά ἀπό διάθεση νά γίνει λόγος ἐλεύθερα στά μέτρα βέβαια τοῦ ὁμιλητῆ. Εἶναι μᾶλλον σπάνιο φαινόμενο νά βρεῖς νεοέλληνα ὁ ὁποῖος μέσα στίς ἀπαντήσεις του νά μήν παρουσιάζει καθόλου στοιχεῖα φιλαυτίας. Ὅμως ἔστω κι ἔτσι σπάνια, σπανιότατα, βλέπουμε περιπτώσεις ἀνθρώπων πού ἀπαντοῦν μέ σοβαρότητα καί εὐθύτατα σέ ὅ,τι ρωτιοῦνται. Τό ἰδανικό θά ἦταν νά εἴχαμε ἀπαντήσεις χωρίς ἴχνος αὐταρέσκειας, ἀλλά ἄς εἴχαμε τουλάχιστο ἀπαντήσεις τῆς τελευταίας κατηγορίας, σοβαρές καί μέ ἀρκετά εὐθύ τρόπο. Ὡς παράδειγμα τέτοιων ἀπαντήσεων θά ἀναφέρω δύο περιπτώσεις ἀπό συνεντεύξεις πού πῆραν ἡ Βασιλική Κοντογιάννη ἀπό τόν Κ.Θ. Δημαρᾶ[1] καί ὁ Μισέλ Φάις ἀπό τόν Δημήτρη Ραυτόπουλο.[2] Ἐννοεῖται πώς, ἐφόσον εἶναι ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήσεις, ἔχουν οὐσιαστική συμμετοχή κι αὐτοί πού παίρνουν τίς συνεντεύξεις. Ἐδῶ βέβαια δέν εἶναι δυνατό νά παραθέσω αὐτούσιες τίς ἀπαντήσεις τῶν ἐρωτώμενων γιά λόγους χώρου. Μπορεῖ βέβαια, ὅποιος ἐνδιαφέρεται, νά τίς διαβάσει στό ἔντυπο πού δημοσιεύτηκαν.

(*) Ο Γιώργος Αράγης είναι κριτικός λογοτεχνίας

[1] Περιοδικό Διαβάζω, τεῦχος 53, Ἀθήνα 1982.

[2] Περιοδικό Διαβάζω, τεῦχος 374, Ἀθήνα 1997.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Θαυμάσια προσέγγιση. Αλλά είναι και άλλα πεδία όπως αυτό της (όποιας) κριτικής. Και δεν ισχύει μόνο για την λογοτεχνία ή τη φιλοσοφία, μα και για την αρχιτεκτονική, τη μουσική κλπ. Μια κατασπατάληση ενέργειας σε πολλά επίπεδα, και μια μεγάλη δυσκολία στη δημιουργική προσέγγιση, άρα και εμπλουτισμένη κυκλοφορία των ιδεών. Συγχαρητήρια για το ότι ανοίγετε το θέμα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here