Για Πάντα, ποτέ Ξανά, Εδώ και Τώρα  (της Λίλας Κονομάρα)

0
178
Φουκουσίμα, 6 χρόνια μετά το τσουνάμι

της Λίλας Κονομάρα

«Πήγε δέκα η ώρα. Στον Πάουλ Νόιχαους δεν είχε απομείνει τίποτα άλλο να κάνει. Κάλεσε τον cashier και τον παρακάλεσε να του ετοιμάσουν τον λογαριασμό. Κατόπιν κάθισε στο μπαλκόνι, μπροστά του το Φούτζι-σαν που για μια ακόμη φορά φανερωνόταν κατά μυστηριώδη τρόπο χωρίς το σύνηθες πέπλο του. Αυτή την όψη είχε το «για Πάντα» και το «ποτέ Ξανά». Δίπλωσε τα χέρια του στο Εδώ και Τώρα, μετά ένα χαμόγελο θρονιάστηκε στα χείλη του».

Στο μυθιστόρημά του Άντολφ Μουσγκ Νόστος Φουκουσίμα (μτφ. Τ. Βότσος, εκδ. Σκαρίφημα), ο ήρωας, συγγραφέας και πρώην αρχιτέκτονας, έχει φτάσει στο τέλος του οδοιπορικού του στη Φουκουσίμα. Το ταξίδι αυτό έγινε ύστερα από μια πρόσκληση που έλαβε μέσω των παλιών του φίλων, του Κεν και της γυναίκας του Μίτσουκο, από τον δήμαρχο της Φουκουσίμα ο οποίος προσπαθεί να ξαναδώσει ζωή στην κατεστραμμένη από τον σεισμό, το τσουνάμι και την πυρηνική έκρηξη περιοχή, ιδρύοντας μια καλλιτεχνική κοινότητα και πείθοντας έτσι τους πρώην κατοίκους να επιστρέψουν εκεί. Στην περιήγησή του στη μολυσμένη ζώνη με ειδικές στολές και τον μετρητή γκάιγκερ να μετράει διαρκώς τα επίπεδα μόλυνσης, τον συνοδεύει η Μίτσουκο φέρνοντάς τον σε επαφή με διάφορα πρόσωπα και λειτουργώντας ως μεταφράστρια.

Στην τριτοπρόσωπη αφήγηση του οδοιπορικού του Πάουλ Νόιχαους παρεμβάλλονται κάθε τόσο αποσπάσματα από έργα του συγγραφέα και τοπιογράφου του 19ου αιώνα Άνταλμπερτ Στίφτερ που λειτουργούν παράλληλα, είτε συνομιλώντας με τον ήρωα είτε αντικατοπτρίζοντας την ψυχική και πνευματική του κατάσταση ή αναπτύσσοντας διάφορους στοχασμούς γύρω από την ανθρώπινη φύση και τον πολιτισμό, τη ζωή, τον έρωτα, τον ρόλο της τέχνης.

Τι θα μπορούσαμε να πούμε με σιγουριά ότι διαρκεί για πάντα; Με θετικό πρόσημο, τίποτα μάλλον, μόνον φευγαλέα το αντικρίζουμε όπως το πανέμορφο όρος Φούτζι, που είναι εκεί αλλά δεν είναι ορατό καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Το για πάντα, αντίθετα φαίνεται να είναι συνυφασμένο με τη διττότητα της ανθρώπινης φύσης, ικανής για το καλό μα και για το χειρότερο κακό. Το κακό, σαν φοίνικας που ξαναγεννιέται από τις στάχτες είναι μονίμως παρόν, είτε μιλάμε για τον Δυτικό πολιτισμό είτε για την Ανατολή. Ο άνθρωπος, διαπιστώνει ο ήρωας, φαίνεται να μην διδάσκεται από την ιστορία, όσο κι αν με διάφορα συνθήματα ή δηλώσεις βροντοφωνάζει κάθε φορά «ποτέ ξανά». «Το ολοκαύτωμα δεν κατάκαψε μονάχα την Ευρώπη, αλλά και όλες τις ωραίες εικόνες που είχε κατασκευάσει για τον εαυτό της» λέει ο Πάουλ. Μετά το Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα, ακολούθησε το Τσέρνομπιλ και μόλις πριν λίγα χρόνια η Φουκουσίμα. Η τροφός γη δεν υπάρχει πια, το μολυσμένο χώμα στοιβάζεται κατά μήκος των δρόμων σε σακιά, αμέτρητα σακιά που δεν πρόκειται ποτέ να χρησιμοποιηθούν, σαν ένα «ιαπωνικό έργο της απόγνωσης», ένα land art, «ένα τεράστιο υπαίθριο ορυχείο της καθαρτήριας τρέλας». Γιατί όλοι γνωρίζουν πόσο μάταιο είναι αυτό που κάνουν, εφόσον η βροχή και κάθε φύσημα αέρα μεταφέρουν το μολυσμένο χώμα των δασών παντού. Τα ερειπωμένα χωριά δημιουργούν μια αίσθηση τρομακτικού κενού, μόνο κάποια παρατημένα ζώα περιφέρονται εδώ κι εκεί, ενώ αγριογούρουνα, ακρίδες, κατσαρίδες εισβάλλουν στα σπίτια καταστρέφοντας τα πάντα χωρίς να φοβούνται τους ελάχιστους ανθρώπους που συναντούν. «Είναι η σειρά των ανθρώπων να εγκλειστούν και τα ζώα μάς βλέπουν τώρα σαν τον ζωολογικό τους κήπο» λέει ο Πάουλ, φέρνοντάς μας στον νου τα όσα συνέβησαν πρόσφατα σε παγκόσμιο επίπεδο με την επιδημία του κορονοϊού.

Η ραδιενεργή μόλυνση όμως δεν αφορά μόνο τη Φουκουσίμα, μέσω του ωκεανού έχει μεταφερθεί και στην Αμερική. Η κατάσταση αυτή ισχύει πλέον για όλη τη γη, το μέγεθος απλώς αλλάζει. Να πώς είναι η ζωή υπό συνθήκες καταστροφής, μας λέει ο συγγραφέας ο οποίος σχολιάζει μέσω του αφηγητή του τον ρόλο της επιστήμης και της τεχνολογίας που πάντα θα δημιουργεί προβλήματα, και όσο ο άνθρωπος πιστεύει ότι η πρόοδός της θα τα επιλύσει τόσο πιο δέσμιός της θα γίνεται. Τα ανθρώπινα όνειρα και οι επιδιώξεις αποδεικνύονται συνήθως μάταια γιατί καταλήγουν σε κάτι άλλο από το αρχικά επιθυμητό. Στη Ναράχα, μία από τις εγκαταλελειμμένες πόλεις, τοποθετήθηκαν κούκλες σε ανθρώπινο μέγεθος και σιγά σιγά όπου υπάρχει έλλειψη προσωπικού θα τοποθετούνται ανδροειδή, κατάλληλα για όλες τις χρήσεις και τις δουλειές, «υπομονετικότερα από αγγέλους και συμφερότερα από Φιλιππινέζες». Γιατί πέρα από την τεράστια οικολογική καταστροφή, οι επιπτώσεις είναι τρομακτικές και στις ανθρώπινες σχέσεις, όπως θα διαπιστώσει ο Πάουλ. Ζευγάρια, οικογένειες, κοινότητες διαλύονται, άνθρωποι καταφεύγουν στο ποτό ή στα ναρκωτικά καθώς χάνουν τα πάντα από τη μια στιγμή στην άλλη και ο νόστος μοιάζει αδύνατος. Εξαιρετικά εύστοχη η επιλογή του μεταφραστή Τέο Βότσου που, πέρα από τη γλαφυρή και ρέουσα μετάφραση του κειμένου, στον τίτλο, αντί για τη λέξη επιστροφή προτίμησε το «νόστος», λέξη πολύ πιο μεστή σε νοήματα.

Σε λίγα χρόνια, σκέφτεται ο αφηγητής, τα πλάσματα που θα κατοικούν τον πλανήτη θα μοιάζουν με τα τέρατα του Ιερώνυμου Μπος, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από ένα έργο του Στίφτερ που περιλαμβάνει τη θεωρία του περί της αλυσίδας των λουλουδιών, δηλαδή την αλυσίδα των αιτίων και των αποτελεσμάτων καθώς όλα συνδέονται μεταξύ τους και τίποτα δεν είναι τυχαίο, αλλά επακόλουθο. Ο άνθρωπος μέσω των ενεργειών του παραβίασε τα όρια της φύσης που είναι φτιαγμένη για άλλους χωροχρόνους και ίσως αυτό το βιβλίο, πέρα από βαθιά πολιτικό είναι ακριβώς ένας φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στον χώρο και στον χρόνο. Για πάντα, ποτέ ξανά, εδώ και τώρα.

Τι κάνει λοιπόν ο άνθρωπος μπροστά στην απόλυτη καταστροφή και οδύνη; Όπως ο ζωγράφος-ήρωας του Στίφτερ πάει και ζωγραφίζει τον επικίνδυνο για αρρώστιες βάλτο, ο συγγραφέας-ήρωας του Μουσγκ περιηγείται την μολυσμένη περιοχή και σταδιακά αντιλαμβάνεται τη διαφορά της στάσης την οποία υιοθετούν οι Ιάπωνες σε σχέση με τους λαούς του Δυτικού κόσμου. Εκεί, η συλλογική ταυτότητα και η κοινωνική συνοχή είναι πιο σημαντική από το άτομο. Ένα τέτοιο γεγονός όπως το ατύχημα της Φουκουσίμα θα προκαλούσε λαϊκή εξέγερση στη Δύση ενώ οι Ιάπωνες εμφορούμενοι από ένα αίσθημα συλλογικής ευθύνης, επιλέγουν τη διακριτικότητα που φτάνει στα όρια της στωικότητας και της αποσιώπησης. Οι Ιάπωνες προτιμούν τη σιωπή. Ενώ ο Πάουλ αρνείται να επισκεφθεί το εργοστάσιο της Φουκουσίμα, καταδικάζοντας το «απόλυτο μασκαριλίκι» όπως ονομάζει την εικόνα που η κυβέρνηση θέλει να παρουσιάσει προς τα έξω, οι Ιάπωνες συνεχίζουν να ζουν «ως εάν», δεν επιρρίπτουν ευθύνες στην κυβέρνηση ή στην ηλεκτρική εταιρεία, προσαρμόζουν ανάλογα τη δημοσιότητα. «Όλοι πρέπει να μοιραστούν την οδύνη της ευθύνης» λέει ο δήμαρχος ο οποίος, ως «Μωυσής χωρίς λαό» που δεν θέλει να διαλυθεί η κοινότητα, επιδιώκει τον επαναπατρισμό των κατοίκων της «ζώνης», θεωρώντας ότι πρέπει να ζήσουν με την επίγνωση της υπαρκτής και μετρήσιμης ραδιενέργειας. Αν θέλαμε άλλωστε να είμαστε ειλικρινείς, οι εκκενώσεις δεν θα είχαν τελειωμό στο μολυσμένο περιβάλλον που ζούμε όλοι σήμερα. «Πού να τον πάμε τον πλανήτη;» αναρωτιέται ο Πάουλ, «κι έπειτα, ο θάνατος δεν ήταν πάντα η κατάληξη;» Η Ιαπωνία, της οποίας η ενεργειακή ανεξαρτησία βασίζεται στην πυρηνική ενέργεια, πρέπει να αποδεχτεί τη μόλυνση, να διαχειριστεί προς όφελός της τα απόβλητα και να οδηγηθεί σταδιακά σε ένα νέο μοντέλο homo sapiens, που θα περιλαμβάνει ενδεχομένως και ανδροειδή, σε νέες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, σε νέα οικογενειακά πρότυπα. Ίσως πρέπει να το πάρουμε απόφαση, σκέφτεται ο Πάουλ, να συμβιβαστούμε σε νέες τροποποιημένες συνθήκες, όπως έγινε και κατά τη μετάβαση στη βιομηχανική εποχή, να αποδεχτούμε αυτή τη νέα, δυστοπική πραγματικότητα. «Σε λίγο δεν θα υπάρχουν πια αγρότες. Το γονιδίωμα σταδιακά προσαρμόζεται. Η ανοικοδόμηση της περιοχής έχει ήδη ξεκινήσει.» Χάρη στο ατύχημα, άνθρωποι που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, βρίσκουν δουλειά, σπίτι, αυτοκίνητο. Το προτιμούν από το να ζήσουν 10-20 χρόνια παραπάνω. Το έγκλημα συγκαλύπτεται.

Μέσα από το τόσο τραυματικό και συγχρόνως τόσο ποιητικό αυτό οδοιπορικό, που στην ουσία είναι ένα οδοιπορικό στη σύγχρονη πραγματικότητα και ένας στοχασμός στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, ο ήρωας αισθάνεται μόνος, αποκομμένος, σαν κάποιος που έχει «χάσει τη μητρική του γλώσσα» και πρέπει να βρει μιαν άλλη, την οποία προς το παρόν δεν κατανοεί. Η ενατένιση μιας φύσης «αόρατα θανάσιμης και ορατά όμορφης» του αποκαλύπτει συνεχώς τη διττή φύση των ανθρώπων και των πραγμάτων. Ο δήμαρχος, η Μίτσουκο, ο Κεν, όλοι εμφανίζουν δύο όψεις στη συμπεριφορά τους, έτσι που κάνουν τον Πάουλ να αναρωτιέται συχνά για τις πραγματικές τους προθέσεις. Για ποιον λόγο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού γεννιέται ανάμεσα στον Πάουλ και τη Μίτσουκο μια ερωτική ιστορία που μοιάζει περισσότερο με όνειρο μέσα σ’ αυτό το τοπίο της απόγνωσης και της συντριβής; Επειδή την προτρέπει ο δήμαρχος να σαγηνεύσει τον Πάουλ γιατί ο παράδεισός του «έχει ανάγκη από ένα ζευγάρι;» Ή μήπως η Μίτσουκο, νιώθοντας βαθιά απόγνωση στην προσωπική της ζωή, γίνεται η ίδια η Φουκουσίμα που «αναγκάζεται να κλέψει επειδή λιμοκτονεί»; Όπως και να ‘χει, ο έρωτας, η θέρμη που νικά το ψύχος του πανταχού παρόντος θανάτου, η αποδοχή του άλλου μέσα μας, η ενσυναίσθηση, μοιάζει να είναι βαθιά παρηγορία και απαραίτητη συνθήκη για τη συνέχιση της ζωής. Επιπλέον, μέσα στη ζοφερότητα που τους περιβάλλει, κάποιες ανθρώπινες συμπεριφορές παράλογες, δονκιχωτικές, γεννούν ελπίδες και μας κάνουν να μιλάμε για το ανθρώπινο μεγαλείο. Ο τελευταίος άνθρωπος της Τομιόκα, ενός από τα μολυσμένα χωριά, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Έχει αποφασίσει να παραμείνει εκεί με σκοπό να περισυλλέξει τα εγκαταλελειμμένα ζώα και να τα ταΐζει.

Σ’ αυτόν τον κόσμο, όπου «όλοι επιθυμούν το καλό, μα το καλό δεν υπάρχει πια, μόνο το βέλτιστο δυνατό», τι στάση οφείλει να κρατήσει κανείς; «Η θύμηση και η λησμονιά πάνε μαζί», λέει ο ήρωας του Μουσγκ αναφερόμενος στη Χιροσίμα, και ο φίλος του Κεν επιμένει ότι πρέπει να ξεχνάς το παρελθόν. Το να ξεχνάς, βέβαια, σημαίνει να επαναλαμβάνεις, να μη διδάσκεσαι τίποτα από την ιστορία. «Σκατά είναι η ζωή, φίλε μου… Δεν διαθέτουμε όμως τίποτα καλύτερο από τη ζωή» συνεχίζει ο Κεν. «Furchtbar που σημαίνει φρικιαστική και fruchtbar που σημαίνει δημιουργική, στην ιαπωνική προφορά ακούγονται σχεδόν το ίδιο». Ναι, η ζωή συνεχίζεται, ακόμα και μετά τη χειρότερη καταστροφή και ίσως μέσα απ’ αυτήν αντιλαμβανόμαστε καλύτερα την ουσία των πραγμάτων. «Τι ευτυχία που πήγαμε στη Φουκουσίμα» θα φτάσει να πει ο Πάουλ στη Μίτσουκο στο τέλος του ταξιδιού του που δεν είναι μόνο μια απλή περιήγηση, αλλά και μια πορεία αυτογνωσίας. Έχοντας λοιπόν απόλυτη συνείδηση του εφήμερου και του μάταιου που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ζωή, όπου το «για πάντα» μοιάζει εξίσου αδύνατο με το «ποτέ ξανά» τι απομένει; Το «εδώ και τώρα», το άνθος της στιγμής από την αλυσίδα των λουλουδιών του Στίφτερ ή, με άλλα λόγια, αυτό που γράφει μια κάρτα που βρίσκει ο ήρωας στο τέλος του ταξιδιού του: «Κοιμήσου, ονειρέψου, σήκω, ντύσου και βελτιώσου».

 

Άντολφ Μουσγκ Νόστος Φουκουσίμα, μτφρ. Τ. Βότσος, εκδ. Σκαρίφημα

Προηγούμενο άρθροΠώς δουλεύει η λογοτεχνία; (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθροΗ αποθεραπεία του  Άρνολντ (διήγημα του Γιάννη Πάσχου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ