Gestus Melancholicus

8
679

 

 

Θανάσης Καράβατος.

 

 

Μια από τις πιο γνωστές απεικονίσεις της μελαγχολίας είναι η ομώνυμη χαλκογραφία που χάραξε ο Dürer το 1514 επηρεάζοντας έκτοτε γενιές καλλιτεχνών μέχρι σήμερα. Στο άνω μέρος, κάτω από ένα ουράνιο τόξο, δίπλα σε έναν κομήτη, φέρει την επιγραφή MELENCOLIA (sic) που φέρει δίπλα της τον λατινικό αριθμό Ι, κι ανάμεσά τους μικρό δυσδιάκριτο διακοσμητικό ή συμβολικό σημάδι που έχει προκαλέσει άφθονες συζητήσεις γύρω από τις πιθανές προθέσεις του μεγάλου ζωγράφου οι οποίες δεν θα μας απασχολήσουν εδώ. Το ίδιο συμβαίνει και με τον αριθμητικό προσδιορισμό που φαίνεται να παραπέμπει σε κάποιο στάδιο ή μορφή μελαγχολίας, αστρολογικής, «σατούρνειας / κρόνειας» αρχής, δηλαδή με ρίζες στην ιατρική, την επιστήμη και τη φιλοσοφία του μεσαίωνα, κι ακόμα πιο πίσω, στην αρχαιοελληνική «φυσιολογία» της μελαγχολίας.[i]

Εδώ θα μας απασχολήσουν η στάση του σώματος και το πλαίσιο, μέσα στο οποίο η γυναικεία μορφή της γκραβούρας  προσωποποιεί τη μελαγχολία. Όσα δηλαδή θα αποτελέσουν την άμεση καλλιτεχνική κληρονομιά της Μελαγχολίας Ι τουDürer μέχρι το 18ο αιώνα,,[ii] κι ακόμα παραπέρα, μέχρι σήμερα, αν ανατρέξουμε στις σελίδες του θαυμάσιου εικονογραφημένου τόμου Μελαγχολία. Μεγαλοφυΐα και τρέλα στη Δύση,[iii] που κυκλοφόρησε στο Παρίσι, με το άνοιγμα της ομότιτλης μεγάλης έκθεσης έργων τέχνης (10 Οκτ. 2005).

Η μορφή αυτή φέρει φτερούγες, βρίσκεται καθισμένη στην άκρη ενός υποφωτιζόμενου εξωτερικού χώρου, έχει στραμμένο το βλέμμα προς τα πάνω και δεξιά, με το αριστερό χέρι να υποβαστάζει το κεφάλι. Ακίνητη, στοχαστική, μέσα σε σκηνικό μοναξιάς και εγκατάλειψης, περιτριγυρισμένη από ογκώδη γεωμετρικά σχήματα, παρατημένα εργαλεία, όργανα μέτρησης και γεωμετρίας, είναι σαν να έχει εξαντλήσει τις δυνατότητες της ανθρώπινης γνώσης: «απόσυρση εκλεκτική, μελαγχολία και πένθος για τις γήινες ατέλειες, απορρόφηση από το θείο».[iv]

Οι Klibansky R., Panofsky E. & Saxl F., παρατηρούν κάτι ακόμα: το πουγκί και την αρμαθιά των κλειδιών στη ζώνη που, καθώς ο Dürer έχει γράψει σε κάποιο δοκιμαστικό του σχέδιο, σημαίνουν τη δύναμη [το πρώτο] και τον πλούτο [το δεύτερο]. Παραπέμπει δηλαδή σε εδραιωμένες παραδόσεις της εποχής για το ρόλο του Κρόνου στη διαχείριση της εξουσίας και τη διανομή του πλούτου∙ άλλωστε, προσθέτουν, «στις μεσαιωνικές  περιγραφές του μελαγχολικού δεν υπάρχει καμιά που να μην τον παρουσιάζει φιλοχρήματο και τσιγκούνη, άρα πλούσιο»∙ προς την κατεύθυνση της φιλαργυρίας βλέπουν να λειτουργεί και το σφιγμένο σε γροθιά χέρι που στηρίζει το κεφάλι, παραπέμποντας σε παλιά κείμενα από τον Διόδωρο τον Σικελό (80 – 20 π.Χ.) ήδη [«η δ’ ευώνυμος συνηγμένη τήρησιν και φυλακήν χρημάτων»] μέχρι τον Dante που έγραφε στη Θεία Κωμωδία πως οι φιλάργυροι «με την πυγμήν κλειστήν θ’ αναστηθώσιν» [κεφ VII, στη μετάφραση του Γεωργίου Αντωνιάδου, Εν Αθήναις 1881].[v]

*

ps342975_lΗ γκραβούρα του Dürer χρωστάει πολλά στον αναγεννησιακό γιατρό της Φλωρεντίας Marcile Ficin, της ιατρομαθηματικής σχολής, που διαπότιζε την ιατρική με άφθονη αστρολογία, όπως π.χ. τη σχέση του Κρόνου με τη μελαγχολία, γι’ αυτό και τον «καταπολεμούσε» με την ιατρική του τέχνη και τον νεοπλατωνισμό του.[vi] Χρωστάει, φυσικά, και στην απεικονιστική παράδοση με το χαρακτηριστικό μοτίβο της «παρειάς που αναπαύεται στην αριστερή, συνήθως, παλάμη», το αποκαλούμενο και gestus melancholicus, το οποίο ανάγεται σε μεσαιωνικές, θρησκευτικές κυρίως, απεικονίσεις, ανάλογες των οποίων βρέθηκαν ακόμα και σε παραστάσεις αιγυπτιακών σαρκοφάγων, όπως και σε  μεσαιωνικές αστρολογικές του Κρόνου -Saturne. Η σύγκριση της γκραβούρας με ένα προκαταρκτικό σχέδιό του, όπου η εικονιζόμενη μελαγχολική γυναίκα έχει ριγμένα τα δυο της χέρια πάνω στους μηρούς, θεωρείται ότι δείχνει πως στο τελικό έργο ο Dürer εμπνεύστηκε από την παραπάνω παράδοση που παραπέμπει συμβολικά στην «τριάδα θλίψη, κόπωση, στοχασμό».[vii]

Στην αδράνεια της Μελαγχολίας ο Aujaleu δεν βλέπει οκνηρία αλλά την έγνοια του νευρώδους. Διπλό το εκπεμπόμενο μήνυμα: το όριο των μαθηματικών στην ανακάλυψη του απόλυτου και το συναισθηματικό φόντο της σκέψης. Με τη κλίση της κεφαλής, τη στήριξή της στο χέρι, συμβολίζεται ταυτόχρονα η θλίψη αλλά και ο κόπος της δημιουργικής σκέψης.[viii]

Το μνημειώδες έργο του Ανατομία της μελαγχολίας του Robert Burton εκδόθηκε το 1621, κοντά έναν αιώνα μετά τα Μελαγχολία του Dürer.

«Μια ολόκληρη βιβλιοθήκη» βρίσκεται μέσα σε αυτό το βιβλίο – έτσι το κατέγραψε ο Jean Starobinski που προλόγισε την γαλλική έκδοση.[ix] Όχι μόνο για το μέγεθός του, με τις 2.112 σελίδες, τις 516.384 λέξεις, τα 13.333 παραθέματα από 1.598 συγγραφείς και τις αναφορές σε 2.700 τόμους, αλλά γιατί, μέσα σε αυτόν τον τεράστιο όγκο δουλειάς συνδυάζεται αξεχώριστα «η αποθησαύριση με την επινόηση». Σύμπασα η ως τότε γνωστή ιατρική, όλες οι περί ηθικής απόψεις κι ένα μεγάλο μέρος της ελληνορωμαϊκής και χριστιανικής ποιητικής κληρονομιάς προσφέρονται εδώ αφειδώς, αυτούσια ή κατά προσέγγιση, καθώς ο Burton έχει συλλέξει όλα όσα είχαν ειπωθεί ως τότε για τη μελαγχολία και τη μεγαλοφυΐα, τη θλίψη και τη χαρά, τη δυστυχία και την ευτυχία. Δεν ανακεφαλαιώνει απλώς συνταγές, υποθέσεις, γνώσεις και δόγματα αλλά κατασκευάζει μια ουτοπία που συλλαμβάνει διαισθητικά, προσεγγίζοντας τόσο το σώμα όσο και τον ψυχισμό, με σκοπό να ξεπεραστούν τα προβλήματα που έθεταν η απελπισία και η φτώχεια. Εν τέλει, γράφει ο Starobinski, «η μελαγχολία διακρίνει θαυμάσια τη δυστυχία και την τρέλα του κόσμου αλλά δεν μπορεί να ξεπεράσει τη δικιά της δυστυχία που δεν είναι άλλη από την αδυναμία της να περάσει από τη γνώση στη πράξη. Το θέατρο του κόσμου έγινε για την μελαγχολία αμφιθέατρο ανατομίας : γνωρίζει και ανατέμνει τις εννευρώσεις της οδύνης στις πιο λεπτές τους διακλαδώσεις. Και μέσα από τούτο το πτώμα, που της φανερώνει όλα του τα μυστικά, ανιχνεύει εκ των προτέρων τον δικό της θάνατο».

Ο Burton περιγράφει τον μελαγχολικό άνθρωπο ως σκυθρωπό, ανόρεχτο, θλιμμένο, βλοσυρό, σκεφτικό και απορροφημένο, προσθέτοντας: «Σαν τη Μελαγχολία στη ζωγραφιά του Άλμπρεχτ Ντύρερ, σα μια γυναίκα λυπημένη, που ακουμπάει στον αγκώνα της με στυλωμένο βλέμμα […]. Γι’ αυτό και κάποιοι έχουν [τους μελαγχολικούς] για επηρμένους, αγαθούς, βλαμμένους ή μισότρελους […] ενώ, παρ’ όλα αυτά, είναι στοχαστικοί, με αντίληψη σπουδαία, σοφοί έξυπνοι, λογικοί». Η στάση με «το χέρι που υποβαστάζει το κεφάλι», βρίσκεται και σε δύο από τα εικονίδια του χαρακτικού της προμετωπίδας που κοσμεί το σύγγραμμά του (στη σελ. 28 της ελληνικής έκδοσης): Στο κεντρικό, πάνω από τον τίτλο, όπου παριστάνεται ο Democritus Junior [ψευδώνυμο του Burton] να στηρίζει το κεφάλι του στο αριστερό χέρι, και στο μεσαίο δεξιά, στην ίδια στάση, ένας άρρωστος, όπως θα εξηγήσει στο ποίημα που ακολουθεί. Διαβάζουμε πρώτα: «Κάτω από ’να δέντρο, σε πέτρα καθιστός, / μ’ ένα βιβλίο στα γόνατα, είναι ο γέρο-Δημόκριτος. / Γύρω σωρός ψοφίμια σκορπισμένα, / σκυλιά, γατιά και άλλα ζωντανά. / Ανατομία κάνει, γυρεύοντας να δει / πού έχει την έδρα της η μέλαινα χολή. / Πιο πάνω του ο ουρανός / κι ο κυβερνήτης της μελαγχολίας, ο Κρόνος » [σελ 29]. Κι αμέσως παρακάτω: «Ο υποχόνδριος στηρίζεται στο χέρι του / τον έχουνε ρημάξει τ’ αέρια στα πλευρά του, / ανοίγοντας βαθιά πληγή (ένας Θεός το ξέρει), / διπλώνεται απ’ τον πόνο κι όλο θλίβεται. /  Τριγύρω του μπουκάλια και κουτιά, / που τα ’φερε απ’ το φαρμακείο τώρα δα. / Οι όψεις του Κρόνου, ψηλά στον ουρανό, / δηλώνουν την περίπτωση».[x]

Είκοσι χρόνια μετά, ο Rembrandt θα ζωγραφίσει τον Άγιο Ιερώνυμο και τον Σπουδαστή, μέσα σε βαθύ σκότος που μόλις σχίζεται από ένα αναμμένο κερί ή λίγο εξωτερικό φως, στην ίδια περίπου στάση: σχεδόν άδειο το δωμάτιο, ένα βιβλίο ανοιχτό μπροστά τους, το αριστερό χέρι να στηρίζει το κεφάλι. Schildkraut J.J. και συν., που παρουσίασαν (Ιαν.2007) τους δύο αυτούς πίνακες  στο Journal of Nervous and Mental Disease, αναφέρονται στη πιθανολογούμενη διπολική του διαταραχή, την καταθλιπτική φάση της οποίας πυροδότησαν διάφοροι θάνατοι του οικογενειακού του περιβάλλοντος, ιδίως ο θάνατος της γυναίκας του στα 36 της χρόνια, και τονίζουν την «παραδοσιακή» στάση της μελαγχολίας, το στήριγμα της κεφαλής στο αριστερό χέρι που βλέπουμε στους δύο πίνακες,[xi] όμοια με αυτή της χαλκογραφίας του Dürer.

Μελαγχολία, αλλά και στοχαστικότητα. όπως στον σκεπτόμενο του Rodin : σκεπτόμενος μελαγχολικός ή/και δημιουργικό πνεύμα, όπως στο πορτραίτο του γιατρού Gachet που φιλοτέχνησε ο Van Gogh, την εποχή που τον φρόντιζε ως μελαγχολικό [το 1890, λίγους μήνες πριν αυτοκτονήσει] κι εκείνος έβλεπε στο γιατρό του [που είχε χηρέψει νωρίς] ό,τι ο ίδιος του εξιστορούσε∙ ζωγραφίζοντάς τον με το δεξί χέρι σε σφιγμένη γροθιά να στηρίζει το γερμένο κεφάλι του.[xii] Ένας μελαγχολικός γιατρός, λοιπόν, ζωγράφος κι αυτός, το θέμα της διατριβής του οποίου ήταν η μελαγχολία.[xiii]

Όπως βλέπουμε, η κληρονομημένη από αρχαιότατους χρόνους καλλιτεχνική κληρονομιά του Dürer, επεκτείνεται και πέρα του 18ου αιώνα. Πλήθος οι απεικονίσεις της, είτε με το αριστερό είτε με το δεξί χέρι. μέσα στις 500 σελίδες του τόμου Μελαγχολία. Μεγαλοφυΐα και τρέλα στη Δύση, που προανέφερα[xiv]: Αρχίζοντας με τον αυτοκτονικό ιδεασμό του Αίαντα [σε αμφορέα (540-530 π.Χ.) και σε ορείχαλκο (ρωμαϊκή εποχή)], περνώντας ύστερα στην αγιογράφηση του Αγίου Ιωάννη (13οςαιώνας) και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου (Ιερώνυμος Μπος, 1490),[xv] που ακολουθούνται, μέχρι την Αναγέννηση, από πλήθος απεικονίσεων της μελαγχολίας σε πίνακες, βιβλία και αγάλματα.[xvi] Αδιάκοπη η συνέχεια και στους αιώνες που ακολουθούν, μέχρι τους μοντέρνους καιρούς μας.[xvii]

Η επικράτηση και η διαχρονική πλέον επιλογή της συγκεκριμένης συμβολικής στάσης του σώματος στη τέχνη, που παρουσιάσαμε εδώ, ενισχύθηκε κατά τη γνώμη μου από μια ορισμένη αντίληψη περί του συναισθήματος και των διαταραχών του που κρατάει από πολύ παλιά. Από την ιπποκρατική εποχή.

*

Το περί της Ιεράς νόσου κείμενο δεν περιγράφει μόνο μία νόσο, την επιληψία, αλλά εκθέτει ορθολογικά την παθολογία και, συνάμα, προτείνει μια φυσική θεωρία για τη νόηση και τα συναισθήματα. Συναισθήματα, όμως, που απαιτούν κρίση για να παραχθούν. Όλα είναι νόηση. Την νοησιαρχική αυτή αντίληψη επισημαίνει o J. Pigeaud[xviii] στο ακόλουθο παράθεμα: «Οπωσδήποτε, οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζουν ότι η μοναδική πηγή από όπου προέρχονται οι ηδονές και οι χαρές μας, τα γέλια και τα αστεία μας είναι ο εγκέφαλος . το ίδιο και οι λύπες και οι στεναχώριες, οι βαρυθυμίες και τα κλάματα. Χάρη σ’ αυτόν κυρίως σκεφτόμαστε, βλέπουμε, ακούμε, και ξεχωρίζουμε (διαγιγνώσκομεν) το άσχημο από το όμορφο, το κακό από το καλό, το ευχάριστο από το δυσάρεστο, άλλοτε έχοντας για κριτήριο τη συνήθεια (νόμω διακρίνοντες), άλλοτε αξιολογώντας τα πράγματα κατά το συμφέρον μας (συμφέροντι αισθανόμενοι), και άλλοτε ορίζοντας τι είναι ευχάριστο και τι δυσάρεστο ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής (τοίσι καιροίσι διαγιγνώσκοντες) οπότε δεν μας αρέσει πάντοτε το ίδιο πράγμα».[xix]

Ευθεία προέκταση της φυσιοκρατίας του 6ου π.Χ. αιώνα ήταν η Ιπποκρατική Συλλογή. Στην ίδια ευθεία βρέθηκαν και οι σοφιστές, παρακινώντας τη γενιά τους να συζητήσουν, με βάση την αντίθεση Νόμος-Φύση, θεμελιώδη ηθικά και ψυχολογικά προβλήματα, τα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και τον τρόπο να την καθοδηγήσουν ώστε να γίνει καλύτερη. Τον καιρό του Σωκράτη και του Πρωταγόρα, η λαϊκή αντίληψη για τα πάθη, που κυβερνούν την ανθρώπινη συμπεριφορά, βρισκόταν στον αντίποδα της δικής τους νοησιαρχικής θέσης. Το επισημαίνει ο Dodds[xx] σ’ ένα χωρίο του ΠλατωνικούΠρωταγόρα: Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι δεν είναι η γνώση (επιστήμη) που εξουσιάζει τον άνθρωπο «αλλά κάτι άλλο, άλλοτε ο θυμός, άλλοτε η ευχαρίστηση, άλλοτε η λύπη, κάποτε ο έρωτας, πολλές φορές ο φόβος»∙ η γνώση δεν είναι παρά«ανδράποδο», που το σέρνουν από δω κι από κει.[xxi] Ο δαιμονικός κόσμος της Άτης έχει, βέβαια, αποσυρθεί κι ο Ευριπίδης αναζητά τον δαίμονα στο εσωτερικό του ανθρώπου, βάζοντας τη Μήδεια να λέει: «Καλά το ξέρω τι ‘ναι το κρίμα που πάω να κάνω. μα το λογικό μου (βουλεύματα) νικά η οργή (θυμός), πούναι στις πιο μεγάλες τα’ ανθρώπου συμφορές η μόνη αιτία».[xxii]

Ο Πλάτων αναγνωρίζει τον άλογο παράγοντα εντός της τριμερούς ψυχής, ταυτόχρονα όμως διατηρεί την επικυριαρχία του λογικού, ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος του πάθους.[xxiii] Αποδέχεται έτσι την ύπαρξη ψυχολογικής σύγκρουσης, όπου εκδηλώνεται η αντίθεση λογικού-άλογου, λογιστικού-επιθυμητικού, με το θυμοειδές ανάμεσά τους, να επικουρεί το λογικό, «αν τουλάχιστον δεν διαφθαρεί από την κακή ανατροφή».[xxiv] Η επικυριαρχία του λογικού ξαναφέρνει στο προσκήνιο, από άλλη κατεύθυνση, την νοησιαρχία και την αγωγή που εξασφαλίζουν τον έλεγχο του πάθους

Στον Αριστοτέλη, η έννοια της μεσότητας είναι από τις πιο σημαντικές, κι όπως παρατηρεί ο Pigeaud, oι Περιπατητικοίθεωρούσαν πως τα πάθη πρέπει να οδηγούνται σε ένα μέσον με τη μείξη δύο αντίπαλων και αντίθετων δυνάμεων: όλα εξαρτώνται από την ισορροπία της ηδονής και του πόνου που συνοδεύουν όλα τα πάθη, φυσιολογικό αντίστοιχο της οποίας είναι η ισορροπία του θερμού και του ψυχρού μέσα στην καρδιά.

Στον Πλατωνικό Φαίδρο, η μεταβίβαση μένους, «από θεϊκή παραχώρηση», προκαλεί μανία, χάρη στην οποία «γίνονται τα πλέον μεγάλα αγαθά». Έτσι, η μαντική έμπνευση προέρχεται από τον Απόλλωνα, η ιεροτελεστική από τον Διόνυσο, η ποιητική από τις Μούσες και η ερωτική από την Αφροδίτη και τον Έρωτα. Διευκρινίζεται, όμως, ότι υπάρχουν δύο είδη μανίας, η μία από θεϊκή ενέργεια, η άλλη από ανθρώπινη ασθένεια.[xxv] Ούτε η μελαγχολία είναι πάντα νοσηρή κατάσταση. Στο 30οΠρόβλημα ο Αριστοτέλης καταργεί τη διάζευξη μεταξύ ευφυούς και τρελού, τονίζοντας ότι οι έχοντες θερμή μαύρη χολή σε υπερβολική ποσότητα είναι παράφοροι. προικισμένοι και ανήκουν στους μελαγχολικούς.[xxvi]

Στις Επιστολές του [Ψευδο]Ιπποκράτη, που χρονολογούνται στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, η αμφισημία της τρέλας παίρνει τη μορφή μυθιστορήματος. Ο Ιπποκράτης ταξιδεύει στο όνειρό του. Καλεσμένος, πηγαίνει στα Άβδηρα για να εξετάσει και θεραπεύσει τον Δημόκριτο που του λένε πως παραφρόνησε. Επιστρέφοντας στην Κω θα πει πως ο υποτιθέμενος τρελός είναι σοφός.[xxvii]

 

*

Ανακεφαλαιώνω: ο αμφίσημος συμβολισμός του gestus melacholicus, που συμπυκνώνει την διαχρονική εικαστική παράδοση της μελαγχολίας, φαίνεται να έχει τις ρίζες της στην ελληνική αρχαιότητα και συνδέεται με την επικυριαρχία του νοητικού επί του συναισθηματικού. Συνδέεται, δηλαδή, με αυτό που χρειάστηκε να ανατραπεί στα μέσα του 19ου αιώνα για να μπορέσει να αναπτυχθεί η μελέτη των συναισθηματικών διαταραχών μέσα από την αναδυόμενη αυτονομία του συναισθηματικού κόσμου.  Μέσα από την αυτονόμηση αυτή θα διατυπωθούν εν συνεχεία και οι φροϋδικές αντιλήψεις περί της ασύνειδης πλευράς του ψυχισμού μας αλλά και του συνεχούς της ψυχικών μας εκδηλώσεων που περιλαμβάνουν και το ψυχοπαθολογικό γεγονός. Ίσως γι αυτό και η μέχρι σήμερα εικαστική εμμονή στον αμφίσημο συμβολισμό [στοχασμό και συναίσθημα] μιας στάσης του σώματος που το αποκαλύπτει και το προβάλλει. Όπως ακριβώς μπορούμε να το δούμε μέσα από το εικαστικό πανόραμα: «μελαγχολία, μεγαλοφυΐα και τρέλα στη Δύση».

 


[i] Βλ. Klibansky R., Panofsky E., Saxl F. Saturne et la Mélancolie. Gallimard 1989.

[ii] Στο ίδιο, Βλ. το εκτεταμένο και με άφθονη εικονογράφηση κεφάλαιο ΙΙΙ, L’héritage artistique de Malancolia I, σελ 587-653.

[iii] Clair J. (sous la direction). Mélancolie. Génie et folie en Occident. Réunion des musées nationaux / Gallimard 2005.

[iv] Schuster P-C. Melencolia: Dürer et sa posterité. Στο Clair J (sous la direction), Mélancolie... Ό.π., 90-103.

[v] Klibansky R., Panofsky E., Saxl F. Ό.π. 406-408 & 447-448.

[vi] Στο ίδιο, 447 & 159.

[vii] Στο ίδιο, 450-452 & 336-337 (εικ. 45, 46, 47) & 477 (εικ.74).

[viii] Aujaleu E. Le visible et le lisible. Fondements et limites de l’iconologie. Από τα Stages στην Académie de Montpelier, [pedagogie.ac-montpelier.fr/Disciplines/philosophie]

[ix] Anatomie de la mélancoliewww.jose-corti.fr/titresetrangers/anatomie-melancolie.html.

[x] Ρόμπερτ Μπέρτον. Η ανατομία της μελαγχολίας (1621), τόμος Ι. Πρόλογος Μ. Ζ. Κοπιδάκης, Μτφ Π. Χοροζίδης. Ηριδανός 2007, 576-577.

[xi] Schildkraut J.J., Cohn M.B., Hawkins H. Then melancholy, now depression. A modern interpretation of Rembrandt’s mental state in midlife.The Journal of Nervous and Mental Disease 2007, 195, 1, 3-9.

[xii] Garré J.B. Van Gogh: Portrait du docteur Paul Gachet.www.psyfontervraud.free.fr.AARP/psychangevine.

[xiii] Starobinski J. Une mélancolie moderne: le portrait du docteur Cachet par Van Gogh. Médecine et Hygiène, 1991, 49, 1053-157.

[xiv] Clair J. (sous la direction), Mélancolie. Ό.,π.

[xv] Στο ίδιο, Βλ σελ. 50, 51, 76, 65.

[xvi] Ό.π., Βλ σελ. 144, 146, 151, 155, 156, 248, 250, 253, 254, 255, 266.

[xvii] Ό.π. Βλ σελ. 271, 301, 304, 313, 360, 364, 421, 479,495.

[xviii] Pigeaud J. La maladie de l’âme. Etude sur la relation de l’âme et du corps dans la tradition médico-philosophique antique,  Les Belles Lettres, Paris, 1989

[xix] Ιπποκράτους Περί Ιερής νούσουό. π., 17

[xx] Dodds Ε.R. Οι Έλληνες και το παράλογο. Καρδαμίτσας, Αθήνα 1978, 158-159.

[xxi] Πλάτωνος Πρωταγόρας 352 b. Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων «Ι. Ζαχαρόπουλος» Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Β. Τατάκης.

[xxii] Ευριπίδη Μήδεια, 1078-1080. Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων «Ι. Ζαχαρόπουλος» Μετάφραση Π. Λεκατσά.

[xxiii] Dodds Ε.R, ό. π., 175-179.

[xxiv] Πλάτωνος Πολιτεία, 441 a. Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων «Ι. Ζαχαρόπουλος» Μετάφραση I. Γρυπάρης.

[xxv] Πλάτωνος Φαίδρος, 244 Α και 265 Α-Β. Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων «Ι. Ζαχαρόπουλος» Μετάφραση Ν. Αχείμαστος.

[xxvi] Pigeaud J. «Εισαγωγή», Στο Αριστοτέλης Μελαγχολία και ιδιοφυία. Το 30ο Πρόβλημαό. π., 46

[xxvii] Hersant  Y. Εισαγωγή στο [Ψευδο]Ιπποκράτους Επιστολές. Το γέλιο και η τρέλα. Μτφρ Α. Σιδέρη, Άγρα, Αθήνα, 1999, 9-

 

 

8 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Μια μικρή ένσταση: το συναισθηματικό δεν νομίζω ότι μπορεί να αυτονομηθεί. Είναι άμεσα συνδεδεμένο με το νοητικό. Απ’ τη μία θεωρείται η μανία δημιουργική δύναμη (που υπονοεί νοητική διεργασία) και απ’ την άλλη αυτονομείται το συναισθηματικό στην μελαγχολία.

    • Το «συναισθηματικό», όντως, δεν αυτονομείται του «νοητικού». Η μελέτη τους όμως ναι, αυτονομήθηκε για να διατυπωθούν οι πρώτες νοσολογίες.

      Η νοησιαρχία χρωμάτισε εξ αρχής την πρώτη νοσογραφία της επιστημονικής ψυχιατρι-κής που εγκαινιάζεται με το έργο του Philippe Pinel στην αυγή του 19ου αιώνα: με την επιφύλαξη, βέβαια, ότι οι νοσογραφικές κατηγορίες της εποχής εκείνης δεν βρίσκουν πάντα τη σύγχρονη αντιστοίχησή τους, θα παρατηρήσουμε ότι ο Pinel θεωρεί πως μανία και μελαγχολία είναι μορφές παραληρήματος, γενικευμένο η πρώτη, μερικό η δεύτερη. Στην δική του ταξινόμηση (1838), ο Esquirol θα διασπάσει το μερικό παραλήρημα σε λυπεμανία, [εδώ, πρωτογενής είναι η διαταραχή της διάθεσης και δευτερογενής ο παραληρητικός ιδεασμός] και σε μονομανίες [παραληρητικές ιδέες ποικίλου περιεχομένου, από όπου θα προκύψουν αργότερα η κραιπελινική πρώιμη άνοια και η μπλοϋλερική σχιζοφρένεια]. Η φιλοσοφική επιρροή [οι γνωστές καντιανές κριτικές] είναι εμφανής στην περιγραφή διακριτών διαταραχών τριών αυτόνομων λειτουργιών: της νόησης, της βούλησης και του συναισθήματος. Ο όρος λυπεμανία δεν διατηρήθηκε, αποτέλεσε όμως τη βάση πάνω στην οποία επαναπροσδιορίστηκε η διαταραχή του συναισθήματος με την καθιέρωση του όρου depression. Ο όρος ανήκε στο ιατρικό λεξιλόγιο του 1860 και περιέγραφε «την κατάπτωση της διάθεσης ανθρώπων που ασθενούν». Στην ψυχιατρική θα εξειδικευθεί, αρχικά, ως mental depression κι ύστερα θα μείνει μόνο το depression, [στην Ψυχιατρική του, ο Κατσαράς μετέφρασε τον νέο όρο ως κατάθλιψη]. Ανάλογη εξέλιξη θα παρακολουθήσουμε την ίδια εποχή στη Γερμανία, όπου ο Stark (1838) ξεχώρισε τις διαταραχές του συναισθήματος (δυσθυμίες) από τις διαταραχές της βούλησης (δυσβουλισίες) και τις διαταραχές την νόησης (δυσνοησίες).

  2. Επισκέφτηκα την έκθεση Μελαγχολία… στο Βερολίνο. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο είχε στείλει την επιτάφια στήλη του οπλίτη Δημοκλείδη. έχει ακριβώς την ίδια στάση με τη γυναίκα στο χαρακτικό.

    • Φωτογραφία της επιτάφιας στήλης του Δημοκλείδη υπάρχει στη σελίδα 50 της
      έκδοσης Clair J. (sous la direction). Mélancolie. Génie et folie en Occident. Réunion des musées nationaux / Gallimard 2005, που συνόδευε την έκθεση στο Παρίσι.

  3. Η συνειδητοποίηση της ύπαρξης οδηγεί αναπόδραστα στη συνειδητοποίηση του θανάτου.
    Η αίσθηση αυτής της πραγματικότητας οδηγεί στην εικαστικά όμορφη αυτή στάση της μελαγχολίας, του ανικανοποίητου, της παράλυσης.
    Ο αέναος αγώνας έρωτα θανάτου η στιγμιαία διέξοδος.
    “Σφάλμα και εάν είναι ο θάνατος
    τον αφανίζει άξαφνα η στύση”
    Ν.Καρούζος

    • Ναι, ο Έρως και ο Θάνατος, πάνε μαζί. Όπως το λέει ο φροϋδισμός και η ποίηση, αλλά και η βιολογία. Επειδή, η άλλη –πλην του σεξ– απαραίτητη στην εξελικτική διαδικασία προϋπόθεση είναι ο θάνατος. Ο θάνατος που επιβάλλεται από το ίδιο το γενετικό μας πρόγραμμα. Αναπόφευκτα, αλλά με κάποιους περιορισμούς που θέτει η σύγχρονη ανοσοβιολογία: Η μοίρα των κυττάρων μας δεν είναι απολύτως προκαθορισμένη, διότι μπορούν να προκαλέσουν ή να καταστείλουν σε κάποιες περιπτώσεις την αυτοκαταστροφή τους. Έτσι, αν συνυπολογίσουμε και τον στίχο του Ν. Καρούζου, μάλλον είχε δίκιο εκείνος ο αμερικανός ανατόμος που, στην αυγή του 20ου αιώνα, έλεγε πως αγοράσαμε όλη μας τη ζωή, με τίμημα τον θάνατο, σε μια όχι ιδιαίτερα ακριβή τιμή.
      Ὁ δεύτερος θάνατος, του Ν.Καρούζου
      Homo erectus ἀπόμακρη ἀφετηρία τῆς Ἰλιάδας
      δὲν ἤτανε καλύτερα νὰ ῥεμβάσεις μὲ τὰ τέσσερα;
      Δὲ σοῦ ῾φτανε τὸ ἀηδόνι νὰ ἐκκλησιάζεται
      στοὺς ἀφροδίσιους κλάδους τῶν δέντρων;
      Τί διάολο τὴν ἤθελες τὴν ἔκλυτη ᾨδὴ τοῦ ποιητῆ
      στὰ σωθικά του τὰ πικρὰ τὰ αἱματοτσακισμένα;
      Τώρα τὴ χάνεις δυὸ φορὲς τὴν ὀμορφιὰ
      σ᾿ ἕνα φριχτὸ ξερίζωμα οὐρλιάζοντας ζωὴ καὶ τέχνη
      Ἂχ μάνα μου τί κατρακύλισμα στὸ μεγαλεῖο…
      Θά ῾τανε ἡ ἄγρια στύση στοχάζομαι
      ποὺ σοῦ ῾δωσε ὦ homo erectus τὴν αἴσθηση
      νὰ σηκωθεῖς ὁλόρθιος σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο.

  4. Υπάρχει βέβαια και η εκδοχή ότι ο φυσικός θάνατος δεν είχε προβλεφθεί βιολογικά γιατί η εξέλιξη δεν άφηνε περιθώρια για μαθουσάλες.

    Εξαιρετικός Καρούζος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here