«Γέρμα» και «Closer»: σύγχρονα έργα, διαχρονικά θέματα (της Όλγας Σελλά)

0
789

 

της Όλγας Σελλά

Παλιά έργα ή νέα έργα. Το βασικό συστατικό της κάθε θεατρικής παράστασης, το έργο, το κείμενο, η εποχή, οι χαρακτήρες, τα πάθη που καταγράφονται στις σελίδες του. Υπάρχουν έργα, παλαιότερα, που είναι πάντα φρέσκα και επίκαιρα. Υπάρχουν και άλλα που, παρότι πιο σύγχρονα, πιο συγκαιρινά, φαίνεται η ηλικία τους, η ηλικία της γραφής τους και μπορεί, όσα θίγουν, να μοιάζουν μακρινό παρελθόν στον πυκνό σημερινό χρόνο. Ή υπάρχουν και κείμενα που παρότι έχουν μια καλή ιδέα, είναι ανοικονόμητα, πληθωρικά σε όσα θέλουν να πουν, και θίγουν πάρα πολλά, εμβαθύνοντας σε λιγότερα. Προβλήματα των κειμένων, κάθε είδους κειμένων. Μόνο που στο θέατρο έρχεται η παράσταση να κάνει το παλιό (κείμενο) καινούργιο (έτσι ώστε να συνομιλήσει με τα σύγχρονα προβλήματα), να το αλαφρύνει από τα περιττά του στοιχεία και να δώσει στο κοινό ό,τι ουσιαστικό θίγει. Δεν είναι καινοφανή όλα τα παραπάνω. Αυτό είναι το θέατρο εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Τα ξανασκέφτηκα όμως όλα αυτά με αφορμή δύο παραστάσεις, και οι δύο παραγωγές του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, και οι δύο σε θέατρα έξω από την ιστορική του έδρα. Τη «Γέρμα» του Σάιμον Στόουν, που βασίζεται στην παλιά Γέρμα, του Λόρκα, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, και παρουσιάζεται στο θέατρο «Πόρτα» και το κλασικό, πια, «Closer» το γνωστό, και κινηματογραφικό, έργο του Πάτρικ Μάρμπερ, που σκηνοθετεί ο Δημήτρης Αγιοπετρίτης-Μπογδάνος στο θέατρο «Χώρα». Και τα δύο θέατρα, το «Πόρτα» και το «Χώρα», είναι φέτος προεκτάσεις του Θεάτρου του Νέου Κόσμου.

«Γέρμα»

Ένα σύγχρονο έργο, πρωτοπαρουσιάστηκε στο Λονδίνο μόλις το 2017, που ακουμπάει σ’ ένα κλασικό, πια, κείμενο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, δανειζόμενο και τον ακριβή τίτλο του και τη βασική του ιδέα. Η Γέρμα του Λόρκα παρουσιάστηκε το 1934 στη Μαδρίτη και καταπιάνεται με τη συναισθηματική συντριβή μιας γυναίκας, της Γέρμας (που σημαίνει στείρα, άγονη στα ισπανικά) μη μπορώντας ν’ αποκτήσει ένα παιδί, ώστε μέσω αυτού να δώσει περιεχόμενο στον κενό και χωρίς αγάπη γάμο της. Έργο που παρακολουθεί τα ήθη της ισπανικής υπαίθρου και καταγράφει τη θέση των γυναικών που αποζητούν την ελευθερία και την ισότητα, και γίνονται θύματα των κοινωνικών στερεοτύπων.

Ο Σάιμον Στόουν κρατάει τον τίτλο, και περιγράφει ένα ζευγάρι σύγχρονο, επαγγελματικά και κοινωνικά επιτυχημένο και πολύ ερωτευμένο. Εκείνη (Μαρία Κίτσου) δημοσιογράφος και μπλόγκερ, εκείνος, ο σύζυγός της ο Τζον (Ιωσήφ Ιωσηφίδης) δραστήριος επιχειρηματίας. Όλα στη ζωή τους πάνε μια χαρά. Ζουν άνετα, απολαμβάνουν ό,τι επιθυμούν, μέχρι που κάποια στιγμή, η μέχρι τότε ανεξάρτητη και απελευθερωμένη από κανόνες, ταμπού και στερεότυπα κοινωνικών ρόλων, αρχίζει να επιθυμεί ένα παιδί. Και μπαίνει στη δύσκολη, επίπονη και ψυχικά επώδυνη διαδικασία πολλών γυναικών που προσπαθούν ν’ αποκτήσουν ένα παιδί μέσω εξωσωματικής γονιμοποίησης. Οι προσπάθειες, οι άκαρπες προσπάθειές της, διαρκούν περίπου 10 χρόνια. Όλες χωρίς αποτέλεσμα. Πρώτο θύμα η σχέση της με τον Τζον, τον απόμακρο Τζον, τον αφοσιωμένο στις επιχειρήσεις και στα ταξίδια του. Δεύτερο θύμα, ο ψυχισμός της. Κι εκείνη, η ανεξάρτητη, η απελευθερωμένη, γατζώνεται εμμονικά στην επιθυμία της για μητρότητα, φέρεται σκληρά στην αδελφή της Μαίρη (Τατιάνα Πίττα), που έχει μια ζωή εντελώς αντίθετη από τη δική της, σ’ έναν κακό γάμο, μ’ έναν άθλιο σύζυγο, αλλά αποκτά εύκολα το δεύτερο παιδί της. Το περιβάλλον της, η μητέρα της Έλεν (Ασπασία Κράλλη) που ενσαρκώνει τη φεμινίστρια της πρώτης γενιάς, όταν «η πολιτική θέση ήταν κόντρα στη βιολογική παρόρμηση», η φίλη και συνάδελφος Ντες (Μαριάννα Μαριγώνη) που προσπαθεί να συγκρατήσει τις υστερίες της, και ο φίλος του ζευγαριού ο Βίκτωρ (Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης), παρακολουθούν, στηρίζουν και εντέλει απομακρύνονται, διαδοχικά, από μια γυναίκα που μόλις λίγα χρόνια πριν ήταν επιτυχημένη και ανεξάρτητη και σιγά σιγά χάνει τη δουλειά της, διαλύει το γάμο της και καταστρέφει τη ζωή της.

Ένα έργο που άγγιξε ένα πολύ σημαντικό, υπαρκτό και φλέγον ζήτημα, που αφορά πολλές γυναίκες, πολλά ζευγάρια. Πάτησε πάνω στο αρχικό κείμενο και το έφερε στο σήμερα. Και σαν ιδέα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Μόνο που ο Σάιμον Στόουν έβαλε πάρα πολλά θέματα, χωρίς να τα συνδέει πραγματικά όλα, χωρίς να εμβαθύνει σε όλα, αφήνοντας σεναριακά κενά και απορίες για συμπεριφορές κάποιων ηρώων. Η παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου κράτησε ατόφιο το κείμενο (θα μπορούσε πιστεύω να διαχειριστεί δραματουργικά κάποια αδύναμα σημεία του), παρουσίασε ένα ανάλαφρο, σχεδόν άδειο, διάφανο σκηνικό (Ευαγγελία Θεριανού) που ήταν ασαφές τι ακριβώς ήθελε να υπογραμμίσει: τη διαφάνεια των συναισθημάτων, τη γύμνια της επιθυμίας και της απόγνωσης; Οι ηθοποιοί κινούνται ανάμεσα σε διάφανα διαχωριστικά χωρίς να δημιουργούν κάποιο περιβάλλον. Και η μόνη στιγμή που συνδέεται με το έργο το σκηνικό είναι στο τέλος, στην τελική σκηνή της «Γέρμας», που κι εκείνο καταρρέει μαζί της. Είδα την παράσταση μόλις μια μέρα μετά την πρεμιέρα της, και ίσως να μην υπήρχε η απαιτούμενη χαλάρωση στις ερμηνείες. Ξεχωρίζω ιδιαιτέρως την Ασπασία Κράλλη, που με άνεση, εμπειρία και ωριμότητα έπλασε μια δυναμική γυναίκα της προηγούμενης γενιάς και έδωσε τον μόνο ανάλαφρο ρόλο του έργου, με κοφτερό και έξυπνο χιούμορ. Ανταποκρίθηκαν άνετα στους ρόλους τους η Τατιάνα Πίττα, η Μαριάννα Μαριγώνη και ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης. Ο έμπειρος και καλός Ιωσήφ Ιωσηφίδης δεν έδειξε να έχει σκηνική χημεία με τη Μαρία Κίτσου, η οποία, επωμίστηκε έναν μεγάλο ρόλο και δύσκολο, τον διαχειρίστηκε αποτελεσματικά χάρη στην εμπειρία και το ταλέντο της, χωρίς όμως να λείπουν και αρκετές υπερβολές. Υπερβολές που εντόπισα και στη μετάφραση του έργου, που κράτησε (ανεξήγητα) αρκετούς «αγγλισμούς». Συνολικά, ένα έργο μ’ ένα φλέγον σύγχρονο θέμα, με πολλές συγγραφικές αδεξιότητες, που η παράσταση δεν κατάφερε να απορροφήσει.

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Κοραλία Σωτηριάδου, Δημήτρης Κιούσης, Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Σκηνικά: Ευαγγελία Θεριανού, Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ, Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος, Σχεδιασμός βίντεο: Παντελής Μάκκας, Σχεδιασμός φωτισμών: Χριστίνα Θανάσουλα, Επιμέλεια κίνησης: Ξένια Θεμελή, Βοηθός σκηνοθέτη: Πάνος Κορογιαννάκης, Βοηθοί σκηνογράφου: Ζενεβιέβ Αθανασοπούλου, Αναστάσιος Κλης. Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας.

 

Παίζουν: Μαρία Κίτσου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Ασπασία Κράλλη, Τατιάνα Πίττα

Βίκτωρ: Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης, Μαριάννα Μαριγώνη

 

Θέατρο «Πόρτα» (Μεσογείων 39).

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη 8μ.μ., Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 9μ.μ., Κυριακή στις 7μ.μ.

 

«Closer»

Έχουν περάσει μόλις τριάντα χρόνια από το 1993 κι όμως σε αρκετές περιπτώσεις φαίνεται να είναι μια μεγάλη χρονική περίοδος αυτή. Ο τρόπος που αναζητούσαν την ερωτική επαφή, την ερωτική σχέση, ο απελευθερωμένος τρόπος της αναζήτησης του «closer», της εγγύτητας και της επαφής ίσως να ήταν ανατρεπτικός 30 χρόνια πριν, έτσι όπως αποτυπώνεται στο έργο του Πάτρικ Μάρμπερ. Σήμερα όμως; Όλο αυτό το ανακάτεμα των σχέσεων, οι διαρκείς εναλλαγές ερωτικών συντρόφων, ο πόθος, η έλξη, το παιχνίδι, η ανασφάλεια, η ζήλια, η απόρριψη, η εκδίκηση, έτσι όπως καταγράφονται στο έργο, μοιάζουν σήμερα πολύ «αθώα» ή πολύ μακρινά σε σχέση με τον τρόπο που ερωτεύεται ή διαχειρίζεται τις ερωτικές της σχέσεις η γενιά των Millenials ή η γενιά Ζ. Έχουν συμβεί τόσα πολλά μέσα σ’ αυτά τα 30 χρόνια, οπότε παρουσιάστηκε και βραβεύτηκε με τα βραβεία Τόνυ και Ολιβιέ το έργο του Πάτρικ Μάρμπερ (στον κινηματογράφο το 1994). Είναι τόσες πολλές και τόσο γρήγορες οι αλλαγές στη ζωή μας συνολικά και στον τρόπο που οι σχέσεις των φύλων διαμορφώνονται και εκφράζονται πλέον, που είχε μια νοσταλγική τρυφερότητα το έργο. Δύο άντρες και δύο γυναίκες, η Άννα (Βίκυ Παπαδοπούλου), ο Λάρρυ (Μιχάλης Λεβεντογιάννης), η Άλις (Ναταλία Σουίφτ) και ο Νταν (Σπύρος Σταμούλης) χωρίζουν, ερωτεύονται, παντρεύονται, απατούν, απατώνται, τσακώνονται, εξαφανίζονται, επιβιώνουν, προχωρούν. Τα ζευγάρια μπερδεύονται, εναλλάσσονται, ξαναενώνονται, ξαναχωρίζουν…

Ο Δημήτρης Αγιοπετρίτης-Μπογδάνος, όμως, έστησε μιαν ανάλαφρη, pop παράσταση, τα διαρκώς μετακινούμενα σκηνικά (με τη συμβολή και των ηθοποιών της παράστασης) απέδιδαν εύστοχα τη ρευστότητα των σχέσεων και των σκέψεων, -παρότι από ένα σημείο και μετά κουράζει η διαρκής σκηνική μετακίνηση-, είχε τη ζωντανή μετάφραση του Θωμά Μοσχόπουλου, την έντυσε με πολύ ωραία μουσική (Danai Nielsen) με ωραία κίνηση (Υβόννη Τζάθα) και φωτισμούς (Σάκης Μπιρμπίλης) και έδωσε μια τρυφερή, κεφάτη παράσταση, την οποία υποστήριξαν ισότιμα και φιλότιμα όλοι οι ηθοποιοί της, κάνοντας φρέσκο ένα έργο που αν και 30 ετών φαίνεται η ηλικία του.

Η ταυτότητα της παράστασης

Κείμενο: Πάτρικ Μάρμπερ, Μετάφραση: Θωμάς Μοσχόπουλος, Σκηνοθεσία -Δραματουργική επιμέλεια: Δημήτρης Αγιοπετρίτης – Μπογδάνος, Σύμβουλος δραματουργίας: Τζιάνα Τσαϊλακοπούλου, Σκηνογράφος: Λίνα Πηγαδιώτη, Ενδυματολόγος: Βασιλική Σύρμα, Μουσική: Danai Nielsen, Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης, Κινησιολόγος: Υβόννη Τζάθα, Βοηθός σκηνοθέτη: Νάλια Ζήκου, Βοηθός ενδυματολόγου: Λίλη Ζωγραφάκη. Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφίδας

 

Παίζουν:
Μιχάλης Λεβεντογιάννης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Ναταλία Σουίφτ, Σπύρος Σταμούλης

 

Θέατρο «Χώρα» (Αμοργού 20, Κυψέλη)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη στις 20:00 και Πέμπτη στις 21:00, Σάββατο και Κυριακή στις 18:00

 

Προηγούμενο άρθροΟ κόσμος γύρω μας κι εμείς (της Ελένης Γεωργοστάθη)
Επόμενο άρθροΜια Κόλαση επί της Γης ως τεκμήριο Ιστορίας (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ