George Saunders: Τα όρια της ανθρώπινης γελοιότητας

0
96

Του Λευτέρη Καλοσπύρου.

GeorgeSaundersTenthofDecemberΣυγγραφέας: George Saunders

Tenth of December

Εκδόσεις: Random House, 2013,

Σελίδες: 251

Υπάρχει κάτι το αξερίζωτα φετιχιστικό στις ασεβείς κωμικοτραγικές ιστορίες του George Saunders. Ένας φετιχισμός της ανάγνωσης, που απορρέει φυσιολογικά από την απαράμιλλη ικανότητα του συγγραφέα να αποδίδει το μέγεθος της ανθρώπινης γελοιότητας με πυραυλοκίνητο μπρίο, διάφανη ενορατικότητα και σαδιστικό χιούμορ διοχετευμένο σε μακάβρια ξεκαρδιστικά γκαγκ× στοιχεία που χρωστάνε την ιδιοφυή τους ανάμειξη σε ισόποσες δόσεις στον πληθωρικό μινιμαλισμό του Kurt Vonnegut, στο μεσοαστικό σουρεαλισμό των Simpsons καθώς και στην πρωτοφανή διάθεση πειραματισμού των μεταμοντέρνων Αμερικανών συγγραφέων της δεκαετίας του ’60, και ειδικότερα του Donald Barthelme. Ο Barthelme επαναπροσδιόρισε τα όρια της μικρής φόρμας κι έδειξε σε όλους εκείνους που αδυνατούσαν να διοχετεύσουν την εφευρετικότητά τους σε πολυσέλιδα μυθιστορήματα όπως αυτά που έγραφαν οι πούροι μαξιμαλιστές σαν τον Gaddis και τον Pynchon, με ποιόν τρόπο μπορεί κανείς να είναι μαξιμαλιστής γράφοντας – κυρίως – διηγήματα και σύντομες νουβέλες.

     Ο φετιχισμός είναι η αποθέωση της ιδιαιτερότητας αρκεί να υπάρχει στον κόσμο τουλάχιστον άλλος ένας εκτός από τον εαυτό μας ο οποίος να αισθάνεται την ίδια παράφορη έλξη για το ίδιο αντικείμενο λατρείας – όσο πιο πιστή είναι η αφοσίωση στο αντικείμενο λατρείας και όσο μεγαλύτερες οι προσωπικές και κοινωνικές διαφορές που με χωρίζουν από τον έτερο μύστη, τόσο πιο μεγάλη η κολυμπήθρα του φετιχισμού μέσα στην οποία βαφτίζουμε ως εμμονές τις πιο αλόγιστες υπερβολές μας. Οι αναγνώστες του Saunders συγκροτούν μια τέτοια κάστα ακραιφνών φετιχιστών, η έξη των οποίων στις ιστορίες του 54χρονου συγγραφέα αγγίζει τα όρια του μαζοχισμού. Και είναι αλήθεια ότι μόνο ως ανώδυνα μαζοχιστική θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η επένδυση του πολύτιμου προσωπικού χρόνου σε ιστορίες που αναδεικνύουν την απύθμενη γελοιότητα και τις γκροτέσκες παθογένειες του σύγχρονου Αμερικανού – με μια δυο προσθήκες, του μοντέρνου δυτικού ανθρώπου γενικότερα. Κοινός παρονομαστής των ιστοριών του Saunders το ασεβές, βιτριολικό, εντέλει λυτρωτικό του χιούμορ, προστιθέμενο σε μια κοφτή αλλά καλειδοσκοπική γλώσσα στην οποία έχουν ενσωματωθεί αρμονικά τα σημεία αναφοράς και τα πολύχρωμα ξέφτια των πολυάριθμων ιδιολέκτων της εποχής μας: πολυκαιρισμένες λαϊκές εκφράσεις, ασυνήθιστοι λόγιοι όροι, αφόρητα κλισέ, ευφάνταστες συντομογραφίες, βλοσυρά τεχνολογικά ιδιώματα, σκοτεινά ονόματα αμείλικτων βιοτεχνολογικών εταιρειών. Οι αριθμητές στο ίδιο κλάσμα ποικίλλουν: φοβισμένοι ήρωες και περιθωριακά μέλη δυσλειτουργικών οικογενειών, λούζερς της διπλανής πόρτας και ψυχάκηδες υπεράνω υποψίας, μέσοι Αμερικανοί με συμπλέγματα ταξικής κατωτερότητας και νεαροί Αμερικανοί πρόθυμοι να γίνουν πειραματόζωα για μια χούφτα δολάρια.

     Αντίθετα με την κοινή πεποίθηση των περισσότερων αμερικανικών Μέσων που έσπευσαν να καλωσορίσουν και να αποθεώσουν έναν «ριζικά ανανεωμένο» George Saunders, στολίζοντάς τον με επίθετα και χαρακτηρισμούς που πριν από τρία χρόνια είχαν χαρίσει απλόχερα στον Jonathan Franzen και την Ελευθερία του, ο George Saunders του ολόφρεσκου Tenth of December, κατά τη γνώμη μου δεν είναι πολύ διαφορετικός από τον George Saunders του Pastoralia ή του Civilwarland in Bad Decline για παράδειγμα, των πρώτων δύο, επίσης επαινεμένων συλλογών του. Κάποιες μικρές διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στην καινούρια συλλογή διηγημάτων του και τις προηγούμενες τρεις του (αλλά και τις νουβέλες του), απόρροια της φυσιολογικής ωρίμανσης του συγγραφέα που πλέον έχει απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών του μέσων – εξ ου και σε κανένα διήγημά του δεν περισσεύει πλέον ούτε κόμμα – δεν δικαιολογούν σε καμιά περίπτωση την υστερική επιθυμία των αμερικανικών Μέσων, και ειδικότερα της αμερικανικής κριτικής, να επιβάλλουν στο αναγνωστικό κοινό έναν «μεταμορφωμένο» και τώρα πια έντονα προβληματισμένο γύρω από ζητήματα ηθικής, George Saunders. Αρκεί κανείς να ξαναδιαβάσει το διήγημά του “Falls” από το δεύτερο βιβλίο του Pastoralia και να το συγκρίνει με το “Victory Lap” ή το ομότιτλο διήγημα του Tenth of December: η αισιόδοξη, ηθικά αποδεκτή απόφαση του Morse στο πρώτο διήγημα, ενός ήρωα που παρότι είναι ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο που θα μπορούσε να σώσει τα δυο κοριτσάκια που έχουν χάσει τον έλεγχο του κανό τους και το ρέμα τους οδηγεί κατευθείαν στους καταρράχτες, αποφασίζει τελικά να βουτήξει στο νερό, ξεπλένοντας μαζί με τον φόβο για την τύχη του εαυτού του και την ατολμία του που τον έχει καταδικάσει σε κοινωνική απομόνωση και οντολογική μετριότητα όλα αυτά τα χρόνια, συμπορεύεται με τις επιλογές που κάνουν οι ήρωες στο “Victory Lap” και στο “Tenth of December” όταν καλούνται επίσης να πάρουν αντίστοιχες αποφάσεις για θέματα ζωής ή θανάτου: στο πρώτο από αυτά, o νεαρός Kyle υπερπηδάει τα εμπόδια της έμφυτης συστολής και της φυσιολογικής για την ηλικία του δειλίας κι επεμβαίνει δυναμικά στην απόπειρα απαγωγής της 15χρονης γειτόνισσάς του Alison, στο δεύτερο ένας φαντασιόπληκτος (έως μυθομανής) πιτσιρικάς κι ένας τσακισμένος από τις χημειοθεραπείες ενήλικος που έχει καταφύγει σε μια παγωμένη λίμνη με σκοπό να βάλει τέλος στη ζωή του, υπερβαίνουν τα ατομικιστικά τους ένστικτα και σε μια ύστατη δήλωση ειλικρίνειας απέναντι στους ίδιους τους εαυτούς τους προβαίνουν σε πράξεις αυτοθυσίας για τις οποίες κανείς από τους δυο δεν είχε ικανό τον εαυτό του. Μέχρι να φτάσουν όμως να πάρουν αυτές τις αποφάσεις, οι ήρωες του Saunders έχουν φτάσει στα όρια της εξουθένωσης× το υποσυνείδητό τους τούς έχει προδώσει: αλλεπάλληλες αντικρουόμενες φοβίες κι ενοχές αναδύονται από τα βάθη του αφρούρητου υποσυνείδητου για να σκάσουν πάνω στους ήρωες κατά κύματα, απειλώντας να ακυρώσουν τη γνωστική και ηθική τους αυτοκυριαρχία, τη ζωτική τους αξιοπρέπεια.

     Όταν ο Saunders γράφει για τα συμπλέγματα κατωτερότητας της αμερικανικής μέσης τάξης ακούγεται σαν ένας μεταμοντέρνος Cheever× όταν γράφει για τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί τον άνθρωπο ο άκρατος τεχνολογικός καπιταλισμός φαντάζει ως ένας μετά-μεταμοντέρνος Vonnegut. Στο Civilwarland in Bad Decline υπάρχει ένα διήγημα που τιτλοφορείται “Offloading for Mrs. Schwartz”, όπου ο ήρωας, συντετριμμένος από το θάνατο της γυναίκας του, ιδρύει την εταιρεία GuiltMasters μέσω της οποίας προσφέρει στους πελάτες του τη δυνατότητα να βιώνουν νέες εμπειρίες ή τις αναμνήσεις άλλων ανθρώπων, απαλλάσσοντάς τους από τις δυσάρεστες αναμνήσεις τους, καταλήγοντας να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του για να ξεφορτωθεί τις αναμνήσεις του γύρω από τη δική του γυναίκα. Όπως σ’ αυτό το διήγημα, έτσι και στο “Escape from Spiderhead”, ένα από τα αριστουργήματα του Tenth of December, τα φουτουριστικά σκηνικά στα οποία τοποθετούνται οι δυο ιστορίες δεν υπολείπονται σε πεσιμισμό και μεταλλική ψυχρότητα από τα αντίστοιχα σκηνικά στα κορυφαία διηγήματα του Vonnegut ή τα μυθιστορήματα του Philip Dick: πίσω από το αμιγώς ρεαλιστικό υπόβαθρό τους παραμονεύουν τα μεγάλα οριακά ανθρώπινα διλήμματα× στην προκειμένη περίπτωση, στο “Escape from Spiderhead”, ένα μεγάλο ηθικό δίλημμα αναλύεται σε διαδοχικά επιμέρους, όσες είναι και οι φορές που ο Jeff, ο φυλακισμένος ήρωας του διηγήματος που συμμετέχει σε ένα απεχθές πείραμα με ναρκωτικά που υποτίθεται ότι ρυθμίζουν την ικανότητά μας να συμπονούμε και να αγαπάμε, παίρνει την αντίστοιχη δόση από το φάρμακο υπό την επήρεια του οποίου καλείται να λάβει άμεσες αποφάσεις με θανατηφόρες συνέπειες για τους άτυπους συμπαίκτες του στο «παιχνίδι», τουτέστιν τα άλλα άτομα που συμμετέχουν επίσης στο ίδιο πείραμα.

     Ίσως το καλύτερο διήγημα του Tenth of December, κι εκείνο στο οποίο συναιρούνται ιδανικά ο ευφάνταστος σουρεαλιστής με τον σατιρικό συγγραφέα της ψηφιακής μεσοαστικής ζωής είναι το “The Semplica-Girl Diaries”. O αφηγητής ξετυλίγει εδώ την ιστορία του μέσα από καταγραφές στο ημερολόγιό του, και μάλιστα πιστεύει ότι η ιστορία του ίδιου και της οικογένειάς του είναι τόσο συναρπαστική και τόσο σημαντική ώστε να γράφει έχοντας κατά νου τον μελλοντικό αναγνώστη στα χέρια του οποίου πιστεύει ότι μια μέρα μπορεί να φτάσει το ημερολόγιό του – αυτό και άλλα στοιχεία των ηρώων που εμφανίζονται στις ιστορίες του Saunders καθιστούν κάθε άλλο παρά τραβηγμένες και ατυχείς τις προσπάθειες εύρεσης αναλογιών ανάμεσα στο μέσο Αμερικανό και το μέσο νεοέλληνα. Το λιγότερο συναρπαστικό αλλά σίγουρα τρομακτικό και απεχθές στοιχείο της ιστορίας του ήρωα, αφορά την αγορά μιας ομάδας μεταναστριών από χώρες του Τρίτου Κόσμου, με σκοπό να τοποθετηθούν στον κήπο της οικογένειας ως διακοσμητικές φιγούρες (ένα είδος διακόσμησης που υποτίθεται ότι είναι σύνηθες στους κήπους των πιο εύπορων οικογενειών) – οι γυναίκες αυτές συνδέονται όλες μαζί μέσω ενός καλωδίου που διαπερνά τον εγκέφαλο της κάθε μιας από άκρη σε άκρη. Αυτό είναι το δώρο που κάνει στην οικογένειά του και ειδικά στα μικρά του παιδιά, με αφορμή τα γενέθλια της κόρης του Lilly, προκειμένου να μην αισθάνονται μειονεκτικά απέναντι στα παιδιά των πιο ευκατάστατων οικογενειών που είχαν πάντα περισσότερα αγαθά και ανέσεις από τα δικά του. Η αναπάντεχη εξέλιξη της ιστορίας που χρονικά τοποθετείται στο άμεσο μέλλον, είναι μια ακόμη από τις αυτοσχέδιες λογοτεχνικές μολότοφ που ο George Saunders κατασκευάζει κι εκτοξεύει από την αρχή της καριέρας του προς κάθε είδους φοβερή αυταπάτη και ντροπιαστική φαντασίωση που συνδέεται με το αμερικανικό όνειρο – έστω την απόμακρη, εκφυλισμένη ιδέα αυτού που κάποτε λογιζόταν ως θεμελιώδης συντελεστής νοηματοδότησης της ζωής κάθε Αμερικανού.

Λευτέρης Καλοσπύρος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here