Γ.Περαντωνάκης: Η κριτική βιβλίου στο διαδίκτυο και ο ρόλος του κριτικού (συνέντευξη στην Μαρία Θρασκιά)

0
1156

συνέντευξη στην Μαρία Θρασκιά (*)

Σήμερα, η κριτική βάλλεται σε μεγάλο βαθμό αφενός από τους σκληρούς όρους που επιβάλλει η αγορά και αφετέρου από την αξιολογική μονοφωνία ορισμένων κριτικών που προκρίνουν, επιδοκιμάζουν ή αποδοκιμάζουν έργα και συγγραφείς ενώ η νέα πραγματικότητα της ψηφιακής εποχής έχει δώσει σημαντικό βήμα στους αναγνώστες, οι οποίοι διατηρώντας την ανωνυμία τους, αυτοαναγορεύονται σε ανεπίσημους κριτικούς. Οι υπέρμαχοι των βιβλιοφιλικών ιστολογίων θεωρούν πως δίνεται ένα πρώτης τάξεως άνοιγμα της κριτικής στο ευρύ κοινό, ενεργοποιώντας τους μέχρι πρότινος παθητικούς αναγνώστες. Στον αντίποδα, οι πολέμιοι των βιβλιοφιλικών ιστοσελίδων υποστηρίζουν πως το «ιστολογείν» δρα απειλητικά προς την παραδοσιακή κριτική,  δημιουργώντας ένα επιπλέον ρήγμα στην κοινωνική της εμβέλεια. Η ίδια θεωρία επικρίνει και την επισφάλεια των νεοεισερχόμενων πρακτικών βαθμολόγησης, όπως είναι αυτή των αστερίσκων που κατορθώνουν σχεδόν να επιβάλλουν βιβλία, διαμορφώνοντας έναν νέο άτυπο Κανόνα.

Τελικά όμως, τι είναι η βιβλιοκριτική, ποια είναι τα όρια της και ποιοι την διαβάζουν; Ποιος θα έπρεπε να είναι και ποιος είναι ο ρόλος του σύγχρονου βιβλιοκριτικού μέσα στο νέο και διαρκώς μεταβαλλόμενο ψηφιακό περιβάλλον της εποχής μας; Η διαδικτυακή βιβλιοκριτική σηματοδοτεί την παρακμή της παραδοσιακής κριτικής ή τη μετεξέλιξή της;

Ο  κριτικός βιβλίου και συγγραφέας, Γιώργος Ν.Περαντωνάκης δίνει τις δικές του απαντήσεις σε αυτά τα καίρια ερωτήματα αναφορικά με τη κριτική βιβλίου και το μέλλον αυτής στο ελληνικό βιβλιο-τοπίο.

 

Σε ποιους απευθύνεται σήμερα η κριτική, ποιοί την διαβάζουν και πώς την διαβάζουν;

Δυστυχώς φοβάμαι ότι η κριτική δεν απευθύνεται πλέον στο ευρύ κοινό, ούτε καν στους βιβλιόφιλους. Απευθύνεται μάλλον σε έναν πιο στενό κύκλο ανθρώπων που ασχολούνται με το βιβλίο, όπως τους ίδιους τους συγγραφείς, τους εκδότες, τους βιβλιοπώλες κ.λπ. Ίσως ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον δείχνουν οι μελετητές, που νοιάζονται να ελέγξουν τη βιβλιογραφία και την κριτικογραφία, ώστε να αναλύσουν θεωρητικότερα έργα, συγγραφείς, τάσεις. Δεν ξέρω καθόλου αν ένας μέσος βιβλιόφιλος θα διαβάσει (προσεκτικά) μια βιβλιοκρισία για να εντοπίσει το επόμενο ανάγνωσμά του ή να προβληματιστεί για ένα βιβλίο, που ήδη έχει ή πρόκειται να διαβάσει.

Κατά τη γνώμη σας, ο κριτικός θα πρέπει να εξελίσσεται μεταβάλλοντας την κριτική του ματιά ήτοι, να μεταβάλλει τον τρόπο γραφής και εκτίμησης της λογοτεχνίας; Τι παρατηρείτε να συμβαίνει στην Ελλάδα;

Φυσικά. Πρώτα απ’ όλα ο ίδιος αλλάζει, τόσο ως προσωπικότητα όσο και ως δέκτης θεωριών και επιστημονικών ή ιδεολογικών εξελίξεων. Αλλά πολύ περισσότερο, αλλάζει η λογοτεχνία, καινοτομεί, αφομοιώνει νέες τάσεις, εισάγει νέες τεχνοτροπίες, ακολουθεί τα βήματα των εξελιγμένων χωρών. Επομένως, αν σκέφτομαι και γράφω όπως όταν ήμουν λ.χ. είκοσι πέντε χρονών, σημαίνει ότι ποτέ δεν μαθαίνω, ες αεί μένω κολλημένος στον εμπειρισμό μου και τον δογματισμό μου. Αντίθετα, είναι δείγμα ετοιμότητας να συλλαμβάνει το νέο που η ίδια η λογοτεχνία φέρνει και να το αξιολογεί ανάλογα. Και στην Ελλάδα οι κριτικές σταθερές μετατοπίζονται, ασυναίσθητα, όσο ο βιβλιοκριτικός εξελίσσεται ως άνθρωπος.

Οι Έλληνες σε σύγκριση με το παρελθόν, διαβάζουν περισσότερο, λιγότερο ή στον ίδιο βαθμό; Που κατά τη γνώμη σας οφείλεται αυτό;

Νομίζω ότι διαβάζουν περισσότερο, αν και δεν έχουμε ποσοτικά δεδομένα. Πού το στηρίζω; Πρώτα από όλα στη μεγάλη παραγωγή τίτλων, η οποία συχνά δημιουργεί αναγνώστες μπεστ-σέλλερ, αλλά συνάμα, παρά το χαμηλό επίπεδό της, οδηγεί εντέλει στο (έστω και ρηχό) διάβασμα. Δεύτερον, στο ότι έχει αναπτυχθεί η παιδική και εφηβική λογοτεχνία, που γαλουχεί όλο και περισσότερους νεαρούς αναγνώστες. Τρίτον και σημαντικότερο, έχουν ιδρυθεί πολυάριθμες λέσχες ανάγνωσης, που συγκεντρώνουν μικρές και μεγάλες ομάδες αναγνωστ(ρι)ών, οι οποίοι/οποίες ασχολούνται πιο συστηματικά με το βιβλίο.

Ποια η γνώμη σας για τον θεσμό απονομής λογοτεχνικών βραβείων;

Ο θεσμός είναι απόλυτα συνυφασμένος με την κριτική ιδιότητα και την ανάγκη της κοινωνίας να ξεχωρίζει -με πολλές μορφές αξιολόγησης- τα βιβλία που αξίζει να διαβαστούν και να συζητηθούν. Κι είναι ο ίδιος ο θεσμός και οι βραβεύσεις του που ανοίγουν θέματα προς συζήτηση και ανακινούν το τοπίο. Επομένως, τον επιδοκιμάζω όχι ως αυθεντία αλλά ως δείγμα «συλλογικής κριτικής».

Ωστόσο, υπάρχουν τριών ειδών στεβλώσεις που τον αποδυναμώνουν: 1) η ύπαρξη πολλών μικρών και μεγάλων βραβείων, με αποτέλεσμα «όλοι» οι συγγραφείς να διακρίνονται κάπου και έτσι να ατονούν οι ιεραρχίες, 2) οι επιτροπές δεν δρουν ανεξάρτητα από προσωπικές γνωριμίες, που υπάρχουν πολλές, ανεξάρτητα από σχέσεις με φίλους και υποσυνείδητες εξαρτήσεις, 3) τα μέλη κάθε επιτροπής δεν δρουν ως μονάδες και συχνά συστήνουν «κλίκες», υποομάδες, εσωτερικές συμμαχίες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η απαιτούμενη πολυπολική πολυφωνία.

Θεωρείτε πως η κριτική στην Ελλάδα μένει ανεπηρέαστη απέναντι σε καταξιωμένα ονόματα συγγραφέων ή εκδοτικών συμφερόντων;

Θεωρώ ότι το καταξιωμένο όνομα είναι αφενός καλύτερα δικτυωμένο κι αφετέρου λόγω της ιστορίας του, όταν εκδώσει καινούργιο βιβλίο, θα προσεχθεί, θα γραφούν κριτικές προαποφασισμένες (δεν εννοώ αναγκαστικά καλές) και θα το σεβαστούν με διακριτικότητα και ευγένεια. Αυτό συμβαίνει επειδή ακόμα λειτουργούμε συγγραφοκεντρικά, σχετίζουμε δηλαδή κάθε καινούργιο βιβλίο με τον άξονα «λογοτέχνης» που το υπογράφει. Ωστόσο, σε σχέση με παλιότερα είμαστε περισσότερο ανεξάρτητοι από τις συγγραφικές αυθεντίες και είναι πιο κοινωνικά και λογοτεχνικά αποδεκτό να μην τίθενται οι μεγάλοι λογοτέχνες στο απυρόβλητο.

Από την άλλη, πολλοί κριτικοί –πέρα από τις προσωπικές σχέσεις με συγγραφείς- διατηρούν και καλές σχέσεις (καμιά φορά και άτυπης εξάρτησης) με τους εκδότες. Είτε είναι οι δικοί τους εκδότες και θέλουν να τους στηρίξουν, είτε είναι το σύστημα μάρκετινγκ των εκδοτικών οίκων που τους έχει συνειδητά ή υποσυνείδητα εγκλωβίσει.

Μπορεί η κριτική να είναι αντικειμενική; Τι πρέπει να λαμβάνει υπόψη του ένας βιβλιοκριτικός για να διασφαλίσει τη νομιμοποιητική ισχύ των κρίσεών του έναντι των επικριτών του;

Καταρχάς, δεν πιστεύω ότι πρέπει να μιλάμε για «επικριτές». Ίσα ίσα οφείλουμε να σκεφτόμαστε ότι η αντίρρηση στον κριτικό λόγο, με έναν άλλο λόγο γεμάτο επιχειρήματα και διαφορετικές οπτικές γωνίες, είναι γόνιμη.

Τώρα επί του προκειμένου, η κριτική δεν μπορεί να είναι αντικειμενική. Αλλά από την άλλη δεν μπορεί να επαναπαύεται στο ότι η υποκειμενικότητά της είναι αναγκαία και αναπόφευκτη. Θα έλεγα ότι αυτή η υποκειμενικότητα έχει ήδη διαμορφωθεί από τις σπουδές, τη θεωρία της λογοτεχνίας, τις αναγνώσεις πολλών έργων λογοτεχνίας, ελληνικής και ξένης, την πανοραμική κατόπτευση της βιβλιοπαραγωγής, τον προβληματισμό πάνω στις απόψεις των άλλων, τις ιδεολογικές ζυμώσεις, τις προσωπικές επαφές, τις προκάτ ιδεολογίες, τη συγκριτική σκέψη κ.λπ. Έτσι, με αυτό το σκεπτικό, η κριτική είναι δυνατόν να αποκτήσει μια δι-υποκειμενική βάση: με άλλα λόγια να διατηρήσει το οξυμμένο κριτήριο των προσωπικών αξιολογήσεων (που έχει διαμορφωθεί από τα παραπάνω κι όχι ενστικτωδώς ή γενετικά) και συνάμα να ακονιστεί στον τροχό μιας εσωτερικής πολυφωνίας, η οποία λαμβάνει υπόψη ποικίλες τάσεις και λόγους γύρω της.

Η εποικοδομητική κριτική μπορεί να επηρεάσει τα κριτήρια ανάγνωσης του αναγνωστικού κοινού;

Θεωρώ ότι σε βραχυπρόθεσμη βάση οι αναγνώστες επηρεάζονται περισσότερο από τη στόμα-με-στόμα σύσταση ενός βιβλίου, παρά από τις κριτικές. Σε μακροπρόθεσμη ωστόσο βάση θα ήθελα να πιστεύω ότι δημιουργείται αργά μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που επηρεάζει το αναγνωστικό κλίμα για το πώς θα διαβάζουμε στο μέλλον.

Ένας κριτικός λογοτεχνίας ασκεί κριτική πιο εύκολα ή πιο δύσκολα εάν ο ίδιος φέρει τη συγγραφική ιδιότητα;

Υπήρχε η άποψη, κυρίως παλιότερα, ότι ο κριτικός πρέπει να είναι ο ίδιος δημιουργός, για να ξέρει «από μέσα» πώς γράφεται ένα λογοτεχνικό έργο και να μπορεί να κρίνει τους άλλους. Αυτή η αντίληψη έφερνε στον χώρο της κριτικής πεζογράφους ή ποιητές, που ασχολούνταν πιο συστηματικά με τη βιβλιοκρισία ή τη δοκιμιακή μελέτη της λογοτεχνίας: Κ. Παλαμάς, Τ. Άγρας, Κλ. Παράσχος. Αν. Καραντώνης, Γ. Σεφέρης, Αλ. Κοτζιάς κ.λπ. Μεταπολεμικά επικράτησε, δίπλα στην παραπάνω τάση, και η ακαδημαϊκή κριτική, όπου ο κριτικός δεν ήταν ο ίδιος συγγραφέας, αλλά φιλόλογος, ικανός και πρόθυμος να παρακολουθεί τις εξελίξεις και τα έργα που παράγονταν στην εποχή του: Κ. Δημαράς, Απ. Σαχίνης, Π. Μουλλάς, Β. Αθανασόπουλος, Λ. Τσιριμώκου κ.λπ. Μια τρίτη τάση, αρκετά πρόσφατη (μερικών δεκαετιών δηλαδή) θέλει τους κριτικούς να μην είναι πανεπιστημιακοί, αλλά να μην είναι και λογοτέχνες, αλλά «επαγγελματίες του Τύπου», που έχουν σχεδόν αποκλειστικό ρόλο την αξιολόγηση της τρέχουσας (και παλιότερης) παραγωγής.

Θεωρώ ότι ο συγγραφέας, επειδή είναι ο ίδιος «ιδιοτελής» και «μονόπλευρος» δημιουργός, δεν αρκεί για να παραγάγει κριτικό λόγο. Πρέπει να έχει τουλάχιστον διαβάσει θεωρία λογοτεχνίας, πέρα από τις προσωπικές του απόψεις περί συγγραφής. Κριτική δεν σημαίνει ομόνοια συγγραφικών απόψεων, αλλά αποστασιοποίηση, σαν κάποιος να μπαίνει στη θέση του επαρκούς αναγνώστη, ώστε να σταθμίσει την πρόσληψη του έργου. Δεν αρνούμαι ότι καθεμιά από τις παραπάνω τρεις κατηγορίες προσφέρει άλλες ματιές, αλλά πλέον, στην εποχή μας, ο εμπειρισμός υποχωρεί και ανθεί (ως τάση και ως εφαρμογή) η κριτική που στηρίζεται σε βαθύ (φιλολογικό, πολιτισμικό κ.ά.) υπόβαθρο.

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έκαναν την εμφάνισή τους τα blogs, τα βιβλιοφιλικά ιστολόγια και γενικά η επώνυμη, ανώνυμη ή ψευδώνυμη βιβλιοκριτική, η οποία μάλιστα γνώρισε ιδιαίτερης αποδοχής από τους χρήστες του Διαδικτύου. Θεωρείτε πως το αναγνωστικό κοινό εμπιστεύεται περισσότερο τους παραδοσιακούς ή τους ψηφιακούς βιβλιοκριτικούς και γιατί;

Καταρχάς, δεν είναι βιβλιοκριτικοί. Τα κείμενά τους, από τα οποία πολλά είναι αξιοπρόσεκτα, είναι βιβλιοπαρουσιάσεις. Πρώτον, επειδή αυτοί δεν έχουν καμία θεωρητική ή κριτική σκευή, ενώ όσα γράφουν αποτελούν περισσότερο προσωπικές απόψεις τις οποίες οι ιστολόγοι προσπαθούν φιλότιμα να αιτιολογήσουν. Δεύτερον, παρακολουθούν την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή αποσπασματικά (έστω και αν αυτό γίνεται σε τακτική βάση), κάτι που είναι λογικό αφού πρόκειται για υποψιασμένους αναγνώστες κι όχι «επαγγελματίες», επαγγελματίες που έχουν ένα ευρύ και βαθύ συνάμα βλέμμα στη συγχρονία και τη διαχρονία της λογοτεχνίας.

Η εμφάνισή των ιστολόγων όντως ανακίνησε τα νερά, καθώς προσέθεσε δίπλα στις τρεις κατηγορίες κριτικών που προανέφερα τη ματιά του μέσου αναγνώστη, ο οποίος ωστόσο διαβάζει πιο συνειδητά (αφού θέλει να εκφράσει κατόπιν τις σκέψεις του) και ανάγεται σε ένα επίπεδο ανεξάρτητης οπτικής. Όταν βέβαια όλοι αυτοί αποκτούν φυσική παρουσία μέσα στον χώρο, ως σχολιαστές, παρουσιαστές, βιβλιοπώλες, ραδιοφωνικοί παραγωγοί, οργανωτές λεσχών ανάγνωσης κ.λπ., τότε αναπόδραστα χάνουν την όποια παρθένα ματιά τους, καθώς εντάσσονται, άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο, στο λογοτεχνικό κι εκδοτικό αλισβερίσι.

Πιθανόν, το μέσο κοινό έχει αμφίθυμη στάση. Από τη μία, το γνωστό κι αξιόπιστο όνομα ενός επώνυμου και τακτικού βιβλιοκριτικού αποτελεί ένα είδος εγνωσμένης αξίας, που κερδίζει την εμπιστοσύνη των σοβαρών αναγνώστών, επειδή τον παρακουθούν χρόνια ή εξαρτώνται από το κριτικό του βάρους. Από την άλλη, επειδή η στόμα-με-στόμα σύσταση είναι καθεστώς, πολύ πριν από τα ιστολόγια, ο αναγνώστης θεωρεί τον blogger πιο οικείο του πρόσωπο, που θα μιλήσει με τη δική του γλώσσα, μακριά από φιλολογισμούς, όρους και ex cathedra γνώμες.

Ποια η γνώμη σας για τα ιστολόγια που σχολιάζουν την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή; Εσείς έχετε ξεχωρίσει κάποιο/α βιβλιοφιλικό/α μπλογκ και γιατί;

Παλιότερα χαρακτήριζα τα βιβλιόφιλα ιστολόγια ως την επανάσταση του αναγνώστη. Κι είναι όντως ενθαρρυντικό όσοι διαβάζουν να σχολιάζουν, να συζητάνε, να διαλέγονται για τα βιβλία, καθώς έτσι προάγεται περαιτέρω η φιλαναγνωσία. Το πρόβλημα όμως εξακολουθεί να αφορά στο ποιος γράφει, όπως ακριβώς ισχύει και στην κριτική: όποιος διαβάζει δεν είναι αυτόχρημα ικανός να αποτυπώσει μια ερμηνεία κύρους. Όποιος ασχολείται με το βιβλίο δεν είναι και κριτικός. Θέλει παιδεία, φιλολογικές και πολιτισμικές σπουδές, τακτική επαφή με την τρέχουσα παραγωγή, γνώση της ιστορίας της λογοτεχνίας κ.λπ. Αποδέχομαι τους ιστολόγους όσο εκφράζουν τον μέσο υποψιασμένο αναγνώστη και δεν επιζητούν να παρουσιαστούν ως μικροί, άτυποι, ειδικοί: όποια γυναίκα έχει γεννήσει δέκα παιδιά δεν είναι και γυναικολόγος-μαιευτήρας (τουλάχιστον στην εποχή μας που έχουμε περάσει από τη φάση της μαμμής σ’ αυτήν της υπεύθυνης ιατρικής φροντίδας).

Τα βιβλία που απαντώνται στις λίστες των ευπώλητων αποτελούν συχνότερα προτάσεις βιβλιοπαρουσιάσεων, προτάσεις των επώνυμων, ανώνυμων ή ψευδώνυμων σχολιαστών των βιβλιοφιλικών ιστολογίων ή πρόκειται για βιβλία που απέσπασαν τις θετικές κριτικές των βιβλιοκριτικών; Πως το εξηγείτε;

Αν οι λίστες, ως συνήθως, προέρχονται από ένα βιβλιοπωλείο, παίζει ρόλο ο βιβλιοπώλης και οι προτάσεις του. Αν όμως έχουμε μια πιο αντιπροσωπευτική και γενική αναγνωστική βάση, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η γνώμη των φίλων, πραγματικών ή ψηφιακών, έχει πρωτεύουσα θέση στις προτιμήσεις των αναγνωστών. Άρα μετράει η γνώμη των οικείων προσώπων, στους οποίους σταδιακά εντάσσονται οι ιστολόγοι, που κερδίζουν την εμπιστοσύνη των αναγνωστών, ειδικά όταν διαμορφώνονται διαπροσωπικές σχέσεις. Ο κριτικός από την άλλη είναι μια απρόσωπη, συνήθως, μορφή, που στέκει μακριά και παρά την αξιοπιστία του ίσως φαίνεται απόμακρη αυθεντία, που δεν επηρεάζει άμεσα. Πολύ περισσότερο, το κοινό θεωρεί συχνά ότι είναι διαπλεκόμενος και δεν εκφράζει ανεξάρτητη άποψη. Θεωρώ φυσικά δεδομένο ότι τα ευπώλητα περιλαμβάνουν και best-sellers, τα οποία είναι άσφαιρα, ρηχά και στερεοτυπικά αναγνώσματα, που δεν σχολιάζονται από τους κριτικούς, ίσως ούτε καν από τους ιστολόγους.

Θεωρείτε πως ο εκδημοκρατισμός της κριτικής με την εισβολή των bloggers είναι συνώνυμος της παρακμής της όπως υποστήριξε ο Morris Dickstein; Ναι ή όχι, και γιατί.

Θα διαφωνούσα με τη λέξη «εκδημοκρατισμός», αφού δεν μιλάμε για ισότητα γνωμών. Ο καθένας διαβάζει ό,τι θέλει και επηρεάζεται από όποιον θέλει, αλλά δεν είναι το ίδιο η γνώμη του περιπτερά και η γνώμη του κριτικού, αν μιλάμε για βιβλία. Μ’ αυτό θέλω να τονίσω ότι σε ένα θέμα ειδικών, εντός και εκτός εισαγωγικών, η γνώμη του ενός είναι στερεότερη από την εντύπωση του οποιουδήποτε· και ειδικοί δεν (πρέπει να) γίνονται όσοι απλώς διαβάζουν, έστω και αν διαβάζουν πολύ. Ειδικοί είναι όσοι έχουν ένα εδραίο θεωρητικό κι επιστημονικό υπόβαθρο, είτε το έχουν σπουδάσει είτε το έχουν καλλιεργήσει με τη διά βίου παιδεία, με τη μελέτη όχι μόνο λογοτεχνικών έργων αλλά και ευρύτερα πολιτισμικών (είτε συμφωνήσουμε είτε διαφωνήσουμε εν τέλει μ’ αυτούς). Χαίρομαι με την άνθηση των ιστολογίων, όσο οι ιστολόγοι αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους μέσα στο πεδίο της πρόσληψης της λογοτεχνίας.

 

(*) Πρωτότυπη συνέντευξη από τη μεταπτυχιακή διπλωματική  εργασία της Μαρίας Θρασκιά με θέμα: «Η κριτική βιβλίου στο Διαδίκτυο και ο πολιτισμικο-κοινωνικός ρόλος του κριτικού: η ελληνική περίπτωση», 2021. Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, Αριστοτέλειο Πανεπιτήμιο Θεσσαλονίκης

 

Σημείωση : Ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όπου και εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα «Από την τεχνική του μοντάζ στην τεχνική του κολλάζ στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία». Ασχολείται με τη μελέτη κυρίως της σύγχρονης πεζογραφίας και της κριτικής βιβλίου. Έχει συνεργαστεί ως κριτικός λογοτεχνίας σε ποικίλα έντυπα, όπως το Διαβάζω, η Ελευθεροτυπία, η www.bookpress.gr, η Εφημερίδα των Συντακτών κ.ά. Βιβλία του: Η μεταπολιτευτική κριτική στον καθρέφτη (Εκδόσεις Πόλις, 2013), Βιβλιογραφία για τον Νίκο Καζαντζάκη (1906-2012) (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2018) και Πυθαγόρας (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2020)

 

Προηγούμενο άρθροSOS από τη Βιβλιοθήκη Λιβαδειάς
Επόμενο άρθροLustra ή Για την χρησιμότητα του Κακού (του Δημήτρη Λεοντζάκου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ