Φυλετική βία στη μετα-ρατσιστική εποχή (της Δέσποινας Παπαστάθη)

0
276
Ο Dick Colon, ένα από τα αγόρια του Λευκού Οίκου, περπατά μέσα από τάφους κοντά στο Dozier School for Boys στη Μαριάννα της Φλόριντα.

της Δέσποινας Παπαστάθη (*)

 

 «Πρέπει να πιστέψουμε στην ψυχή μας ότι είμαστε κάτι, ότι είμαστε σημαντικοί, ότι είμαστε άξιοι και πρέπει να περπατάμε στον δρόμο της ζωής κάθε μέρα με αυτή την αίσθηση αξιοπρέπειας και αυτή την αίσθηση ότι είμαστε κάποιοι», κηρύττει ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ στο Ζάιον Χιλ, Εκκλησία των Βαπτιστών στο Λος Άντζελες στις 28 Φεβρουαρίου 1960, μια αίσθηση αξιοπρέπειας που χαρακτηρίζει τις επιλογές και τον τρόπο ζωής του Έλγουντ Κέρτις, κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος του Colson Whitehead, Τα αγόρια του Νίκελ.

Για τον Έλγουντ ο λόγος του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ δίνει «άρθρωση και νόημα»[1] στον κώδικα ζωής στον οποίο υπακούει, αντιστεκόμενος σε καθετί που θα υπονόμευε την ακεραιότητα των αρχών του. Ο Έλγουντ Κέρτις είναι ένας έφηβος μαύρος που ζει μαζί με τη γιαγιά του στο Ταλαχάσι της Φλόριντα, την ταραχώδη δεκαετία του ’60, και «δεν υστερούσε σε τίποτα» σε σχέση με τους λευκούς συνομήλικούς του. Άριστος μαθητής, «έπαιρνε μόνο δεκάρια»,[2] μεγάλωνε με το όραμα ενός κόσμου, όπου όλοι, λευκοί και μαύροι, θα απολαμβάνουν ισότιμα τα δικαιώματα που παρέχει μια ευνομούμενη δημοκρατική κοινωνία στους πολίτες της. Ο ήρωας γοητεύεται από τον αγώνα για τα δικαιώματα των μαύρων ενάντια στον φυλετικό διαχωρισμό και τη διάκρισή τους σε πολίτες δεύτερης κατηγορίες, όπως όριζαν οι περιβόητοι νόμοι Jim Crow, κεντρικός άξονας των οποίων ήταν το δόγμα “separate but equal”, «διαχωρισμένοι αλλά ίσοι».[3] Στον αντίποδα του Έλγουντ η γιαγιά του, Χάριετ για την οποία η θεμελιώδης αρετή της ζωής είναι η σκληρή δουλειά, αφού «δεν άφηνε χρόνο για διαδηλώσεις ή καθιστικές διαμαρτυρίες»,[4] εξασφαλίζοντας, έτσι, μια ψευδαίσθηση κανονικότητας που προκύπτει από την πίστη πως το καθήκον προς την εργασία θα προστατέψει την ίδια και τον εγγονό της από τις αυθαιρεσίες και τις άνομες πράξεις της λευκής άρχουσας φυλής.

Ωστόσο, το όνειρο θα γίνει εφιάλτης όταν ο Έλγουντ στον δρόμο για το τοπικό κολέγιο επιβιβάζεται σε μια κλεμμένη, όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια, πράσινη Plymouth του ’61 με αποτέλεσμα να καταδικαστεί, αν και αθώος, σε εγκλεισμό στο αναμορφωτήριο νέων Νίκελ, που παρέχει σωματική, πνευματική και ηθική εκπαίδευση, ώστε οι ανήλικοι εγκληματίες να μεταμορφωθούν σε έντιμους και ειλικρινείς πολίτες. Το Νίκελ είναι ένα κολαστήριο στο οποίο οι ανήλικοι τρόφιμοι βιώνουν κάθε λογής ψυχικά, συναισθηματικά και σωματικά βασανιστήρια που οδηγούν συχνά σε βίαιο και ειδεχθή θάνατο. Ο Λευκός Οίκος, όπως ονομαζόταν το κτίριο των βασανιστηρίων, «παρέδιδε τον νόμο και όλοι υπάκουαν», όνομα και πραγματικότητα χωρίς εξωραϊσμούς. Οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι, οι αξιωματούχοι, οι εκπρόσωποι των φορέων της πόλης είναι διεφθαρμένοι και εκμεταλλεύονται βάναυσα τους τροφίμους. Η τύχη του Έλγουντ στο Νίκελ θα συνδεθεί με αυτή του Τέρνερ, ενός μαύρου εφήβου, που κατορθώνει να περνά απαρατήρητος και να αποφεύγει τις κακοτοπιές. Η φιλία των δύο παιδιών θα αναπτυχθεί μέσα από έναν κυκεώνα αντιθέσεων και αντιπαραθέσεων και θα κρατήσει έως το απροσδόκητο τέλος της ιστορίας αυτής.

O Colson Whitehead αναφέρει πως πηγή έμπνευσης στάθηκε η αληθινή ιστορία των τροφίμων του Σχολείου Αρρένων Άρθουρ Τζ. Ντόζιερ στο Μαριάννα της Φλόριντα, το οποίο έκλεισε οριστικά το 2011 μετά από έναν αιώνα λειτουργίας, και στο οποίο βρήκαν φριχτό θάνατο περισσότερα από εκατό μαύρα αγόρια ηλικίας 6 έως 18 ετών.[5] Διαβάζοντας τις αφηγήσεις όσων επέζησαν από την κράτησή τους στο Ντόζιερ εύκολα κανείς εντοπίζει τις ομοιότητες ανάμεσα στην περιπέτεια του λογοτεχνικού ήρωα Έλγουντ Κέρτις και σε αυτήν του Jerry Cooper, ο οποίος σε ηλικία 16 ετών φυλακίστηκε στο Ντόζιερ για το ίδιο ακριβώς έγκλημα για το οποίο κατηγορήθηκε ο λογοτεχνικός ήρωας, ενώ υπήρξε και αυτός θύμα δικαστικής πλάνης και της ανελαστικότητας του σωφρονιστικού συστήματος. Οι ομοιότητες ανάμεσα στη πραγματικότητα των δύο σωφρονιστικών ιδρυμάτων είναι πολλές, ενισχύοντας τη ρεαλιστική γραφή του Whitehead, αλλά και τα μηνύματα που επιδιώκει να μεταφέρει στον αναγνώστη: «Ακόμη και νεκρά τα αγόρια δημιουργούσαν προβλήματα.

Το μυστικό νεκροταφείο βρισκόταν στη βόρεια πλευρά των κτιρίων του σχολείου Νίκελ, σε ένα κομμάτι γης όπου φύτρωναν άτακτα αγριόχορτα, ανάμεσα στον παλιό αχυρώνα και στη χωματερή του σχολείου. […] Οι εργολάβοι του συγκροτήματος γραφείων προόριζαν το χωράφι για αίθριο εστίασης, με τέσσερα υδάτινα διακοσμητικά στοιχεία και μια τσιμεντένια εξέδρα για τις όποιες εκδηλώσεις. Η ανακάλυψη των πτωμάτων αποτελούσε δαπανηρή επιπλοκή για την εταιρεία, και για τον εισαγγελέα, που είχε πρόσφατα κλείσει την έρευνα σχετικά με τις ιστορίες κακοποίησης. Τώρα θα έπρεπε να ξεκινήσουν νέα έρευνα, να προσδιορίσουν την ταυτότητα των νεκρών και τον τρόπο θανάτου, και ποιος ξέρει πότε θα μπορούσε αυτό το καταραμένο μέρος να κατεδαφιστεί, να καθαριστεί και να διαγραφεί διά παντός από την ιστορία, κάτι που όλοι συμφωνούσαν ότι έπρεπε να είχε γίνει από καιρό».[6]

Ο συγγραφέας κινεί δεξιοτεχνικά τα νήματα της αφήγησης και ταλαντεύεται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, αναδεικνύοντας τη διατήρηση του κοινωνικού κατεστημένου των κατηργημένων εδώ και δεκαετίες νόμων Jim Crow στη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία, που παραμένει δέσμια στις ρατσιστικές προκαταλήψεις του παρελθόντος, την αδικία και καταπίεση. Παρά το γεγονός πως πολλοί είναι εκείνοι που δηλώνουν κατηγορηματικά ότι «δεν βλέπουν το χρώμα παρά μόνο τον άνθρωπο», καταλαμβανόμενοι φαινομενικά από μια ιδιότυπη φυλετική αχρωματοψία, ή ακόμη και τυφλότητα, τα γεγονότα βίας και ευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που καθημερινά βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας αποδεικνύουν περίτρανα το αντίθετο. Οι επιμέρους ιστορίες και τα στιγμιότυπα από τη ζωή των έγκλειστων τροφίμων του Νίκελ συμπληρώνουν την εικόνα μιας κοινωνίας που τρέφεται με την ψευδαίσθηση της μετάβασης από μια ρατσιστική σε μια ιδεατή και επομένως πλαστή μετα-ρατσιστική εποχή.

Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα του Colson Whitehead Τα αγόρια του Νίκελ (The Nickel Boys) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά και έχει τιμηθεί με το βραβείο Pulitzer 2020 και Kirkus Prize 2019, ενώ βρέθηκε και στη μακρά λίστα του US National Book Award 2019. Τέλος, διακρίθηκε από το περιοδικό Time ως ένα από τα δέκα σημαντικότερα μυθιστορήματα της δεκαετίας.

(*) Η Δέσποινα Παπαστάθη είναι  Δρ. Νέας Ελληνικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Colson Whitehead, Τα αγόρια του Νίκελ, Ίκαρος, Αθήνα 2020, σ. 39.

[2] Colson Whitehead, σ. 21.

[3] Ο όρος “Τζιμ Κρόου” δεν αφορά κάποιο πρόσωπο υπαρκτό. Ο Jim Crow ήταν ένας χαρακτήρας-καρικατούρα στο πλέον διάσημο νούμερο του αμερικανού κωμικού Thomas «Daddy» Rice. Το τραγούδι που έφτιαξε ο Rice στις αρχές του 1830 λεγόταν «Jump Jim Crow» και η παράδοση θέλει ως έμπνευσή του τον χορό και το τραγούδι ενός κινητικά ανάπηρου αφρικανού σκλάβου, του Jim Cuff ή Jim Crow. Ο Rice βαφόταν με μαύρη μπογιά, μιας και ήταν λευκός, και περιόδευε όλη την αμερικανική επικράτεια για χρόνια. Ο όρος «νόμοι Τζιμ Κρόου» υποδηλώνει το σύνολο της νομοθεσίας του φυλετικού διαχωρισμού που εφαρμόστηκε στις πολιτείες του Νότου στην Αμερική μετά το 1865. Οι νόμοι καταργήθηκαν το 1964 με την κορύφωση των αγώνων για τα δικαιώματα των μαύρων και χάρη στη δράση και τα κηρύγματα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

[4] Colson Whitehead, σ. 47.

[5] Σχετικά με το σχολείο Ντόζιερ και τα εγκλήματα που διαπράχτηκαν εκεί μπορεί κανείς να δει την ιστοσελίδα αυτών που κατόρθωσαν να επιζήσουν, officialwhitehouseboys.org:

https://www.npr.org/2012/10/15/162941770/floridas-dozier-school-for-boys-a-true-horror-story?t=1600339984336

[6] Colson Whitehead, σ. 9-10.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here