Φραγκογιαννού-Αμέρσα : Η φόνισσα στον καθρέφτη (της Πελαγίας Μπότση)

0
520

της Πελαγίας Μπότση (*)

Στις στάχτες του 19ου αιώνα, ο Παπαδιαμάντης χτίζει το δικό του σκοτεινό βασίλειο της μοίρας[1],  την “Φόνισσα”. Στο έργο αναδύεται το ερεβώδες θέμα της θηλυκοκτονίας[2] μέσα από τα θολά, αχαρτογράφητα νερά μιας απωθημένης, αλλά κοινωνικά εγκατεστημένης κατάστασης. Στοιχεία για τη βρεφοκτονία των θηλυκών μωρών κομίζονται στην τέχνη από το παρελθόν μιας φτωχής, αγροτικής Ελλάδας κι αποκαλύπτονται. Η θηλυκότητα ως μειονέκτημα, η προίκα, το αρχετυπικό κακό, κοχλάζουν στον πυρήνα του διηγήματος. Η σύνδεση της εμβληματικής ηρωίδας με την αγαπημένη της Αμέρσα, δεν έγκειται απλώς σε ένα καθρέπτισμα αρσενικότητας. Ούτε εκείνη, γλιτώνει από το σαδιστικό της χάδι. Με τη δολοφονία του διπλότυπού της, επιβεβαιώνεται ότι πρόκειται στην ουσία για το αυτοκτονικό ταξίδι[3] της Φόνισσας.

Η διαδρομή προς το θάνατο δεν είναι ευθεία. Παλινδρομεί ανάμεσα σε φόνους θηλυκών βρεφών. Το ανοσιούργημα αυτό – που ακόμα και να το προφέρει διστάζει κανείς, πόσο μάλλον να το γράψει- δεν περιγράφεται από έναν ακόμη ηθογράφο[4] της εποχής, κατά την οποία ακμάζει το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Ο Κώστας Σταμάτης θα πει:  αυτός υπήρξε ισχυρός και φιλοσοφημένος παρατηρητής, ένας αντιλήπτωρ της ζωής στον καιρό του, ο βαθύς και εχέγγυος κρυφιογνώστης για όσα συνέβαιναν κάτω από τη φλούδα της γης […][5]. Η υπόθεση της θηλυκοκτονίας, μέσα από τα μάτια του Παπαδιαμάντη, αποκτά βαρύνουσα λογοτεχνική αξία. Το έργο αφυπνίζει το κοινωνικό σύνολο αλλά και τους συγγραφείς. Κι αυτό γιατί, όπως σημειώνει ο Βλαχογιάννης: Ο Παπαδιαμάντης, και από την ηλικία του, γνώριζε την κατάσταση την κοινωνική, την αρρωστημένη, που γέννησε αυτό το φύτρο το ξωτικό, τη φόνισσα, την τρομερή γυναίκα […][6]. Έτσι, πρώτος και μόνος στη γενιά του, αποκαλύπτει το μαύρο μυστικό και προσπαθεί να αφυπνίσει τη συνείδηση της κοινωνίας. Ο Παλαμάς θα βρει στη διηγηματογραφία του Παπαδιαμάντη τα συστατικά της γνήσιας τέχνης: κάτι σπουδαιότερο και πιο βαθύ: την  “άύλη χαρά”, καθώς έλεγεν ο Σέλλευ, της Τέχνης[7]. Ο Νιρβάνας όμως, είναι από τους ελάχιστους που καταθέτει πολυπρισματικές και επεξεργασμένες  απόψεις γύρω από την κοινωνική θέση της γυναίκας εκείνης της εποχής. Μπαίνει στην παπαδιαμαντική πινακοθήκη των γυναικών[8] και ρίχνει τον προβολέα στην Φόνισσα: Η ηρωίς του υψωμένη εις πνευματικότητα συμβόλου, ενσαρκώνουσα μέσα εις το παραλήρημά της τον πόνο μιας ανθρωπότητας ολοκλήρου, διά την τύχη της γυναίκας εις τον κόσμον αυτόν […] [9] Για σύμβολο κακού[10] της γυναίκας μέσα στον παπαδιαμαντικό κόσμο μιλάει και ο Αθανασόπουλος, συνδυάζοντας την άποψη αυτή με το διακριτικό γνώρισμα της αρρενωπότητας.

Η παιδοκτονία αδιακρίτως γένους, είναι μια θαμμένη στα βάθη της κοινωνικής κι ατομικής  ελληνικής συνείδησης τακτική. Από την αρχαία, κλασσική περίοδο, η εγκατάλειψη και απόρριψη βρεφών αναφέρεται (επιδοκιμάζεται μάλιστα) στην Πολιτεία του Πλάτωνα[11]. Στη Φόνισσα όμως ο συγγραφέας θέλει να υπογραμμίσει την επιλεκτικότητα των θηλυκών φόνων μωρών. Η ισχυρή διαφυλική πόλωση και η μειονεκτική θέση της γυναίκας, αντηχεί μέχρι και τις μέρες μας, μέσα από στερεοτυπικές λαϊκές ρήσεις κι αποφθέγματα. Όποιος δεν έχει παντρέψει κορίτσι, δεν ξέρει τι είναι βάσανα. Χαρακτηριστική είναι η ερμηνεία της λέξης αποκαθιστώ στο Νέον Λεξικόν Δ. Δημητράκου, του 1959. Εξασφαλίζω οικονομικώς, και επί θηλέων: υπανδρεύω[12]. Η προίκα αποτελούσε πολλές φορές αβάσταχτο βάρος για την ήδη μικρή και ανεπαρκή οικογενειακή περιουσία. Μάλιστα στο διήγημα του Παπαδιαμάντη “Θάνατος της κόρης” (1907) φαίνεται η σημασία της προίκας:

Αἱ μητέρες, πάλιν, ἀγαπῶσι τοὺς υἱούς, καὶ θεωροῦσιν αὐτοὺς ὡς καλοὺς σωτῆρας τῆς προικός (τὴν ὁποίαν αὐταὶ ἔχουν «διάφορο»*) καὶ γηροτρόφους. Ἀγαπῶσιν ἄλλο τόσον τὰς θυγατέρας, αἰσθανόμεναι ὡς μέγα βάρος αὐτάς, τὸ ὁποῖον, ὅταν ἐκφορτωθῶσιν εἰς τοὺς ὤμους τοῦ γαμβροῦ δοκιμάζουν ἄρρητον ἀνακούφισιν, καὶ συνθέτουσι μὲ τὴν πλέον δύσφημον, δυσώδη λέξιν, τὸ «τσουβάλι» τὸ ὁποῖον ἐξεφορτώθησαν[13].

Όμως οι θηλυκοκτονίες εδώ δεν γίνονται απλώς με σκοπό να μην εκχωρηθούν τα ακίνητα για την προίκα του εκάστοτε κοριτσιού. Αλλά και για να απαλλάξει τα ίδια από το βάρος της ύπαρξής τους[14].

Η γέννηση σηματοδοτεί την εναρκτήρια οδύνη της ύπαρξης. Η σκέψη της πρόληψης του αρχετυπικού κακού της γέννησης[15], κλωθογυρίζει στο νου της ηρωίδας. Η γέννηση της ασθενικής της εγγονής την φέρνει αντιμέτωπη με την προοπτική της αιώνιας υποταγής της στις ανάγκες των άλλων, πυροδοτώντας την δολοφονική της τάση. Αρχίζει να θανατώνει βρέφη γένους θηλυκού, με πρώτο την εγγονή της, την Χαδούλα. Το ίδιο της το όνομα, δηλαδή. Στην αιματοβαμμένη κούρσα της Φραγκογιαννούς ή αλλιώς Χαδούλας, το σημείο εκκίνησης και λήξης συναντούνται. Είναι ο εαυτός της. Το χέρι της δίνει το δολοφονικό χάδι που απαλλάσσει από τα δεινά της δυνάμει μητρότητας, γονιμότητας, από το δυσοίωνο μέλλον. Από τις ωδίνες της μήτρας και μαζί από τις οδύνες της ζωής. Η Φραγκογιαννού, αν και δεσπόζουσα μητριαρχική μορφή, αντιλαμβάνεται το μητρικό ρόλο ως βαρύ φορτίο. Στο όνειρό της, όπου τα πεθαμένα κορίτσια παρουσιάζονται ως φρικώδης ὁρμαθός κρεμασμένος ἀπὸ τὸν τράχηλόν της[16], αποκαλύπτεται η αίσθηση αυτή. Η εξάντληση, ο πόνος των μητέρων[17] των θυμάτων ενισχύουν την πεποίθηση της λύτρωσής τους μέσα από τις θηλυκοκτονίες.

Την Φραγκογιαννού, την παντρεύουν με άνθρωπο που δεν ήξερε να μοιράσει δύο γαϊδουριών άχυρο[18]. Το νυφικό της πέπλο, γίνεται το σάβανό της στη δύσκολη και φτωχική ζωή της. Έχει σε ισόβια κηδεμονία και τον ανίκανο[19] άντρα της εκτός από τα επτά παιδιά της. Επιδίδεται σε διάφορες εργασίες και τα καταφέρνει. Είναι υφάντρα, πλύστρα, μαμή και κάνει βεβαίως ασφαλείς αμβλώσεις. Εκτός από τους γυναικείους ρόλους αναλαμβάνει και αρσενικούς για την εποχή. Χτίζει με τους κόπους της το σπίτι της οικογένειας, αναλαμβάνει υποθηκεύσεις και δάνεια. Μεγαλώνει τα παιδιά σαν μητέρα και πατέρας μαζί. Με  αυτήν την υπερσυσσώρευση δραστηριοτήτων τονίζεται η πολυσχιδής και ικανότατη προσωπικότητα της ηρωίδας. Ταυτοχρόνως αυτό είναι που την οδηγεί και στο να ψηλώσει ο νους της και να αρχίσει να στραγγαλίζει νεαρά κορίτσια.

Στο μικροσκόπιο μπαίνει και η Αμέρσα. Η δεύτερη από τις τρεις κόρες ξεχωρίζει στην καρδιά της μάνας της. Εκπροσωπεί το ρόλο της ώριμης άγαμης κόρης, ή αλλιώς γεροντοκόρης. Δεν πρόκειται όμως για ένα φολκλορικό πορτρέτο δύστροπης και παραπονεμένης κόρης. Η Αμέρσα, αρνούμενη τεχνηέντως το γάμο, κάνει τη δική της επανάσταση απέναντι στην εξαναγκαστική επιταγή της γονιμότητας και στους κοινωνικούς άγραφους νόμους. Μια σειρά ταυτίσεων δικαιολογούν την αδυναμία της φόνισσας προς τη γεροντοκόρη: η αποχή από τη θηλυκή σεξουαλικότητα, η ατρόμητη φύση της, η χρήση λαϊκών ρήσεων, η ενασχόληση με την υφαντική, η οποία έχει και ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ο James Redfield μιλάει για “ασεξουαλική παραγωγή[20]” της υφαντικής και ότι αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας εγκλωβισμένης θηλυκότητας, αναδιπλωμένης στον εαυτό της.  Είναι μια άλλη παλινδρόμηση στο στάδιο της παρθένου[21], στο στάδιο της προγαμιαίας ανεξαρτησίας. Ομοίως, ακολουθώντας εμπεριστατωμένες αναλύσεις[22] για την ελληνική φαντασιακή σκέψη, συμπεραίνουμε ότι η υφαντική, σαν σύμβολο, εναντιώνεται αυτιστικά στη σεξουαλική ένωση. Η Αμέρσα, ως άλλη Άρτεμις (από όπου, μάλλον όχι τυχαία, προκύπτει και το όνομά της[23]) αρνείται την ένωση. Ωστόσο η Αμέρσα βλέπουμε στο διήγημα ότι διέπεται τόσο από έμφυτη αρσενικότητα όσο κι από επίκτητη. Το άχαρο, ψηλό κορίτσι αναπληρώνει ανδρικές απουσίες του σπιτιού. Το θάνατο του πατέρα, τους ξενιτεμένους αδερφούς. Πρόκειται για ένα κράμα θηλυκού κι αρσενικού. Όπως ακριβώς είναι και η Φραγκογιαννού.

Η παιδοκτόνος επιτίθεται ακόμα και στην Αμέρσα που της μοιάζει τόσο πολύ. Στο ίδιο της το παιδί. Στον καθρέφτη της δηλαδή. Με τον ναρκισσιστικό εναγκαλισμό[24] στην Αμέρσα, αποκαλύπτεται ξεκάθαρα ότι η θηλυκοκτονία δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια παλίνδρομη διαδρομή προς την αυτοκτονία. Η Φραγκογιαννού ταξιδεύει προς την ανυπαρξία κάνοντας στάσεις σε κομβικούς ρόλους της γυναίκας: γιαγιά- γυναίκα- κορίτσι. Πετυχαίνει διπλή αυτοκτονία, με τον στραγγαλισμό της συνονόματης εγγονής της. Αρχικά ως γιαγιά κι έπειτα ως βρέφος. Μεσολαβεί το διπλό φονικό Αρετούλας- Μυρσούδας. Το όνομα Μυρσούδα[25] όμως είναι το υποκοριστικό της Αμέρσας και η Αρετούλα, ενάρετη δηλαδή, είναι ένας προσδιορισμός για την αγαπημένη της κόρη. Ενώ η “ενάρετη” Αμέρσα, λοιπόν απολαμβάνει την αποδοχή της μάνας της, την ίδια ώρα η βρεφοκτονία των δύο κοριτσιών λειτουργεί ως προάγγελος της επόμενης συμβολικής αυτοκτονίας.  Αυτή τη φορά η Φραγκογιαννού εξοντώνει τη δυνάμει γόνιμη γυναίκα, την Αμέρσα. Το αυτοκτονικό ταξίδι εκπληρώνεται πλήρως και με το φυσικό της θάνατο.

Η Φόνισσα γράφεται στις αρχές του 1900, σε μια πεθαμένη για τον σύγχρονο αναγνώστη γλώσσα. Στην καθαρεύουσα. Η παπαδιαμαντική καθαρεύουσα όμως δεν μας εμποδίζει να εισέλθουμε στη λογοτεχνική μαγεία του κειμένου, που ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζει ως μυθιστόρημα[26], ο Βαλέτας ως μεγάλο ιστορικό διήγημα[27] και η Ένη- Βέη- Σεφερλή ως ιστορική νουβέλα[28]. Η χρήση των καταλληλότερων λέξεων με μέτρο και μουσικότητα, αποτυπώνουν ευκρινώς την ουσία της αφήγησης. Αίσθηση προκαλεί η εκτενής χρήση των “ν” στις καταλήξεις των επιθέτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φράση είναι κατά το φαινόμενον ακινητούν, λιμνάζον, αλλά πράγματι αενάως κινούμενον[29]. Η λυρικότητα των περιγραφών με εσωτερική ένταση και δύναμη μας παρασέρνουν στο σκοτεινό δωμάτιο της Φόνισσας. Ο Παπαδιαμάντης ενορχηστρώνει έναν λογοτεχνικό ύμνο με τους ήχους των λέξεων να αναδιπλώνονται και να αντηχούν ως υπερχρονικό ρέκβιεμ στους αιώνες.

 

 

(*) Η Πελαγία Μπότση είναι ΜΑ Creative Writing Μητροπολιτικό Κολλέγιο

 

[1]     Α. Παπαδιαμάντης, Κ. Σταμάτης, Η Φόνισσα, (Πατάκη, 2022), σ. 31.

[2]     Ο όρος “θηλυκοκτονία” είναι δανεισμένη από το λεξικό του Στέφανου Κουμανούδη, προλεγόμενα Κ.Θ. Δημαρά,: Συναγωγή νέων λέξεων -υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων, (Ερμής 2006).

[3]     Ν. Τριανταφυλλόπουλος, Φώτα- ολόφωτα- ένα αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη και στον κόσμο του, (ΕΛΙΑ, 2001), σ. 107.

[4]     Λεξικό λογοτεχνικών όρων (Γυμνασίου- Λυκείου)- Φωτόδεντρο- διαδραστικά σχολικά βιβλία, http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/4716/Lexiko-Logotechnikon-Oron_Gymnasiou-Lykeiou_html-apli/index06.htm , επίσκεψη σελίδας 25/5/23.

[5]     Α. Παπαδιαμάντης, Κ. Σταμάτης, ό.π. σ. 32.

[6]     Ρ. Βλαχογιάννης, επιμ. Γ.Π. Κορνούτος, Άπαντα Βλαχογιάννη- Διηγήματα και μελέτες, 7ος τόμος, (Εταιρεία ελληνικών εκδόσεων 1967-68), σ. 122.

[7]     Κ. Παλαμάς, Άπαντα Παλαμά, τόμος 10ος, “Η μούσα του Παπαδιαμάντη- όταν εζούσε, όταν πέθανε”, (Γκοβόστη, 1965), σ. 310.

[8]     Π. Νιρβάνα, Φιλολογικά απομνημονεύματα, https://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/Nirvanas-Apomnimoneumata.htm , επίσκεψη στη σελίδα 25/ 5/ 23.

[9]     Α. Παπαδιαμάντης, Κ. Σταμάτης, (“Παναθήναια”, τόμος ιγ´, 1906), ό.π, σ. 40.

[10]   Β. Αθανασόπουλος, Πρακτικά Α’ διεθνούς συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη- Παπαδιαμάντης- ήρως, Ένας κοσμοκαλόγερος υπό τον έλεγχο της φεμινιστικής κριτικής, (Δόμος, 1996), σ. 333- 334.

[11]   “Τα παιδιά όμως των χειρότερων [πολιτών], κι αν κανένα ανάπηρο γεννηθεί από τους άλλους [τους καλύτερους], θα τα κρύψουν, όπως είναι και το σωστό, σε μέρος μυστικό κι αφανέρωτο”, Πολιτεία, βιβλίο ε’, 461c, μτφρς Ι. Γρυπάρης, Δαίδαλος-Ζαχαρόπουλος, 1954.

[12]   Α. Παπαδιαμάντης, Κ. Σταμάτης, ό.π. ς. 31.

[13]   Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών, https://www.papadiamantis.net/aleksandros-papadiamantis/syggrafiko-ergo/diigimata/267-thanatos-koris-1907 , επίσκεψη σελίδας 27/5/23.

[14]   Ν. Εύζωνας, Η φόνισσα ως ψυχοσωματική ομολογία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη,  https://www.researchgate.net , επίσκεψη σελίδας 26/5/23.

[15]   A. Schopenhauer, Métaphysique de l’amour sexuel, Παρίσι, (Mille Et Une Nuits 2008), σ. 83.

[16]   Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών, ό.π.

[17]   Γ. Φαρίνου- Μαλαματάρη, Αφηγηματικές τεχνικές στον Παπαδιαμάντη, σημ.19, (Κέδρος 1987), σ. 101.

[18]   Α. Παπαδιαμάντης, Κ. Σταμάτης, ό.π, σ. 56.

[19]   ό.π, σ.56.

[20]   J. Redfield, Notes on the Greek wedding, (Arethusa, 1982), σ. 194.

[21]   Ο όρος “παρθένος” σχετίζεται με τον μύθο της παρθενίας της θεάς Άρτεμης. Αρκετοί αρχαιοελληνιστές υποστηρίζουν ότι η “παρθένος” δεν ήταν απλώς εκείνη που διατηρούσε άθικτο τον παρθενικό υμένα. Αλλά ήταν η γυναίκα ά-ζυγος. Εκείνη που δεν υπέκυπτε στο ζυγό κανενός άντρα. Συνεπώς η “παρθένος” Άρτεμη είναι μια ελεύθερη, ανεξάρτητη γυναίκα.

[22]   I. Papadopouloy Belmehdi, Greek Weaving or the Feminine in Antithesis, (Diogenes, 1994), σ. 53.

[23]   Το όνομα Αμέρσα είναι παραφθορά από το αρχαίο “Αμαρυσία”, επωνυμία της ανεξάρτητης και ατρόμητης θεάς Άρτεμης.

[24]   Ν. Εύζωνας, ό.π, σ. 333.

[25]   Το όνομα Μυρσούδα προέρχεται από το όνομα Μυρσίνη και γιορτάζεται 25 Σεπτεμβρίου από την Ελληνορθόδοξη εκκλησία. Ένα από τα πολλά υποκοριστικά του εκτός από το Μυρσούδα είναι και το Αμέρσα. https://www.giortes.gr/data/eortes/eortes_Mi.php , επίσκεψη στη σελίδα 27/5/23.

[26]   Α. Παπαδιαμάντης, Κ. Σταμάτης, ό.π, σ. 21.

[27]   ό.π.

[28]   ό.π.

[29]   ό.π, σ. 69.

Προηγούμενο άρθροΒραβείο Booker στον Ιρλανδό συγγραφέα Πολ Λιντς
Επόμενο άρθροΗ Εταιρεία Σπουδών για την Άννα Φραγκουδάκη (30/11, Μέγαρο Μουσικής)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ