Ερμηνεύοντας το Ολοκαύτωμα στον 21ο αιώνα

0
1073

 

των Άννα Μαρίας Δρουμπούκη και Ιάσονα Χανδρινού(*).

 

Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, οι άνθρωποι αρνούνταν να ρίξουν το βλέμμα τους πίσω, σε μια  εφιαλτική εποχή που είχε μόλις τελειώσει. Η ιστορία ήταν ένας εφιάλτης απ’ όπου έπασχαν να ξεφύγουν. Ο Πρίμο Λέβι λέει «γράφω αυτό που δεν θα μπορούσα να πω σε κανέναν». Χρόνια προσπαθούσε να βρει εκδότη για το εμβληματικό βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1956. Η εμπειρία των ναζιστικών στρατοπέδων γινόταν ακόμα πιο βαριά από το γεγονός ότι ήταν μη κοινοποιήσιμη. Όλοι έχουμε ακούσει πως οι πρώτοι επιζώντες δεν έγιναν πιστευτοί, όποτε προσπαθούσαν να αφηγηθούν ιστορίες αμέσως μετά την απελευθέρωση. Η αείμνηστη Έρικα Κούνιο-Αμαρίλιο γράφει πως όταν ξεκινούσε να μιλάει για το Ολοκαύτωμα την κοιτούσαν με δυσπιστία και φρίκη, με αποτέλεσμα να σταματήσει να μιλάει. Η σιωπή των επιζώντων που κράτησε μέχρι την δεκαετία του ’90 ήταν απόρροια μιας απώθησης της μνήμης. Μιας μνήμης που συμπιέστηκε στις συμπληγάδες μιας ζωής που έπρεπε να συνεχιστεί, να ξαναβρεί την κανονικότητά της. Ένας ακόμα ανασταλτικός παράγοντας ήταν  και το «σύνδρομο του επιζώντος», όπως λέγεται στην ψυχανάλυση: δηλαδή οι τύψεις που αισθάνονταν ακριβώς επειδή επέζησαν, ενώ άλλοι -φίλοι, συγγενείς- δεν τα κατάφεραν. Υπήρχε μια συναισθηματική και ηθική αδυναμία αντίδρασης απέναντι στο υπέρμετρο, στην εμπειρία των οριακών καταστάσεων, όπως την ονόμασε ο ψυχολόγος Bruno Bettelheim. Μόνο όταν η γενοκτονία άρχισε να σχετικοποιείται, να γίνεται αντικείμενο επάλληλων αμφισβητήσεων ή χλευασμού, ενεργοποιήθηκε η θέληση για μνήμη. Όσοι βγήκαν ζωντανοί από την κόλαση του Άουσβιτς έγιναν ακούσιοι μάρτυρες, ενίοτε χωρίς να αισθάνονται ψυχολογικά ώριμοι να επωμιστούν τις ευθύνες που συνεπάγεται η ιδιότητα του αφηγητή.

Οι επιζώντες προσαρμόστηκαν στους άγραφους νόμους κατασκευής της συλλογικής μνήμης οι οποίοι ίσχυσαν για όλη την εμπόλεμη ανθρωπότητα μετά το 1945. Το Ολοκαύτωμα άργησε να ιστορικοποιηθεί. Οι διαστάσεις, τα πλαίσια και ο σχεδιασμός της γενοκτονίας δεν έγιναν αμέσως αντιληπτά μετά το 1945. Κάθε κομμάτι της εμπόλεμης Ευρώπης, αναδιοργανωμένης πλέον σε ιδεολογικά μπλοκ, είχε τη δική του αφήγηση για την ανθρωποσφαγή που μόλις είχε τελειώσει. Στην ανατολική Ευρώπη, η εβραική γενοκτονία σχετικοποιήθηκε ως μια ακόμα εκδοχή εγκλημάτων του φασισμού.  Στην Πολωνία, χώρα καταγωγής των 3 από τα 6 εκατομμύρια των Εβραίων θυμάτων, η γενοκτονία παρέμεινε ενσωματωμένη στο αντιφασιστικό μαρτυρολόγιο, χωρίς ευθείες αναφορές σε άλλη ταυτότητα θύματος πέρα από αυτές του αγωνιστή, του αντιστασιακού, του πολιτικού κρατουμένου. Τα μεγάλα στρατόπεδα εξόντωσης που σημάδεψαν τον χάρτη της Πολωνίας, το Άουσβιτς, το Σόμπιμπορ και η Τρεμπλίνκα μόλις τις τελευταίες δεκαετίες εμβληματοποιήθηκαν ως ομαδικά θυσιαστήρια του εβραικού πληθυσμού της Ευρώπης. Η εννοιολόγηση παραμένει ρευστή, οι λέξεις αμφίσημες. Το 2010, ο πρόεδρος Ομπάμα έκανε λόγο για «πολωνικά στρατόπεδα» θανάτου, δήλωση που προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις.

70 χρόνια μετά, κάτι λείπει. Ας ξεκινήσουμε με μια διαπίστωση, που αποτελεί κοινό τόπο: η εξόντωση των Ελληνοεβραίων στο Ολοκαύτωμα δεν είχε διόλου απασχολήσει ως πολύ πρόσφατα την ελληνική ιστορική εκπαίδευση (δευτεροβάθμια αλλά και ανώτερη). Εξήντα χρόνια μετά το γεγονός, η σχολική ιστορία, αλλά ακόμη και οι ακαδημαϊκές σπουδές το αγνοούσαν παντελώς  (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως τα μαθήματα του καθηγητή Χάγκεν Φλάισερ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών). Το γεγονός όμως αυτό δεν θα έπρεπε να μας εκπλήττει: ήταν απόρροια του γεγονότος πως δεν συγκαταλεγόταν στα αιτήματα της νεοελληνικής ιστοριογραφίας μέχρι πρόσφατα, ούτε είχε εγγραφεί στα τραύματα της συλλογικής μνήμης της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας (με κατεξοχήν τραύμα τον εμφύλιο). Μια βασική παράμετρος είναι ο αντισημιτισμός και οι πολλαπλές του μεταμορφώσεις κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Χάρη στον Δημήτρη Ψαρρά γνωρίζουμε πως τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών είναι το πιο διαδεδομένο βιβλίο στην Ελλάδα, ενώ στον πρόλογο του εξαιρετικού του βιβλίου για την εκδοτική ιστορία και την επιρροή των Πρωτοκόλλων στο δημόσιο λόγο σημειώνει τα εξής:

«Το βιβλίο αυτό όχι μόνο σημαδεύει την άνθηση και τις καμπές του αντισημιτικού ρεύματος στην Ελλάδα, αλλά λειτουργεί σήμερα ως σημείο σύγκλισης διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων και χρησιμοποιείται ως κώδικας επικοινωνίας μεταξύ τάσεων της σύγχρονης Ακροδεξιάς, ομάδων του αντιιμπεριαλιστικού εθνικισμού της πατριωτικής Αριστεράς και πιστών οπαδών των συνωμοτικών θεωριών που διαχέονται από το διαδίκτυο και την τηλεόραση».[1]

Υπενθυμίζει επίσης ένα από τα πιο απογοητευτικό φαινόμενα στην ελληνική πολιτική σκηνή, πως κόμματα του κοινοβουλίου «επικαλούνται επισήμως την αποδεικτική ισχύ των Πρωτοκόλλων, πολλούς βουλευτές που τα χρησιμοποιούν στις αγορεύσεις τους, τηλεοπτικές εκπομπές που τα διαφημίζουν και εφημερίδες που τα αναπαράγουν με καταιγιστικούς ρυθμούς». Το ιδεολόγημα μιας «παγκόσμιας εβραιομασωνικής διακυβέρνησης» είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό και απέναντι στον χρόνο και απέναντι στην κριτική. Και ο νέος εθνικισμός, με αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά του αντισημιτισμού, γίνεται ελκυστικός όσο αυτό το ιδεολόγημα δεν δέχεται σοβαρή αμφισβήτηση. Και δεν θα γίνουμε κοινότοποι αν επαναλάβουμε πως όσο περισσότερο διαδίδεται κάτι, τόσο λιγότερο ενδιαφέρον υπάρχει για να γνωρίσουμε το πραγματικό του περιεχόμενο.

Βεβηλώσεις μνημείων, συναγωγών, ακόμη και νεκροταφείων πληθαίνουν, ενώ αντίστοιχα, η ένταξη του Ολοκαυτώματος στα σχολικά συγγράμματα και στα προγράμματα σπουδών των ΑΕΙ καρκινοβατούν. Ο αντισημιτισμός γίνεται μπαλάκι που ο ένας το πετά στον άλλον, άπαντες καλυπτόμαστε γύρω από αυτό που θα θέλαμε να είμαστε και όχι αυτό που αφήνεται να εννοηθεί από τη στάση μας στα τεκταινόμενα γύρω μας. Οι περισσότεροι στο δρόμο θα σας πουν ότι ο Έλληνας έχει ανοσία και σε αυτό το τοξικό φαινόμενο, την ώρα που πληθαίνουν καταγγελίες  -επίσης απλουστευτικές- ότι η Ελλάδα παρουσιάζει εθνική ροπή στον αντισημιτισμό. Και σε πρόσφατο άρθρο μεγάλης εφημερίδας, η δημοσιογράφος διερωτάται ανήσυχη, πόσο νομιμοποιημένες είναι οι πάγιες αντισημιτικές θέσεις και με ποιο τρόπο μπορούν να περιοριστούν. Ας θυμηθούμε την αθωωτική απόφαση ελληνικού δικαστηρίου για το βιβλίο του μεγαλύτερου Έλληνα αρνητή του Ολοκαυτώματος με τίτλο «Εβραίοι, όλη η αλήθεια», στο οποίο προτρέπει ακόμα και σε συντήρηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης και σε πράξεις βίας κατά των Εβραίων. Στην χώρα που καμία απαγόρευση δεν εφαρμόζεται σωστά και καμία ελευθερία δεν προασπίζεται αρκετά, δεν περίμενε κανείς κάτι περισσότερο από την παρακάτω επερώτηση ενός βουλευτή, προς τους Υπουργούς Παιδείας (κ.λπ.) και Εσωτερικών για τη διδασκαλία της Σοά, καθώς και τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης η οποία θεσπίστηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο μόλις το 2004:

«Έχουμε γίνει δέκτες καταγγελιών ότι στα ελληνικά σχολεία την ημέρα αυτή γίνονται αναγνώσεις κειμένων που αναφέρονται με υμνητικούς όρους στους Εβραίους [….]- την ίδια στιγμή που τα Ελληνόπουλα αγνοούν σημαντικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας και τελούν εν πλήρη άγνοια των πραγματικών Ηρώων και Ολοκαυτωμάτων του Ελληνισμού. Απαιτείται λοιπόν οι εκδηλώσεις Τιμής και Μνήμης και η διδασκαλία να στραφούν επιτέλους προς τη Μάχη των Θερμοπυλών, την Πτώση της Πόλεως, το ‘21, τη μάχη του Μπιζανίου, τους Ήρωες των οχυρών Ρούπελ, τους νεκρούς του Αττίλα και τους πεσόντες των Ιμίων!».

Η επερώτηση κλείνει με το πιεστικό ερώτημα, κατά πόσο οι υπουργοί προτίθενται «να καθορίσουν τη σχολική ύλη του μαθήματος της Ιστορίας σε κάθε εκπαιδευτική κλίμακα με τρόπο αμιγώς εθνοκεντρικό και όχι στα πρότυπα της ισοπεδωτικής αντεθνικής παγκοσμιοποίησης;». Περισσότερο από το δεδηλωμένο φυλετικό μίσος μιας συμπαγούς όχι και τόσο μειοψηφίας, αυτές οι αντιλήψεις προδίδουν την απελπιστική αδυναμία της  ελληνικής κοινωνίας να απεμπλακεί από τις διανοητικές δυσκαμψίες  στις οποίες την έχει καταδικάσει η εθνοκεντρική προσέγγιση της ιστορίας. Είμαστε ως λαός ανώριμοι να δεχτούμε αλήθειες ασύμβατες με τον φαντασιακό ανασχηματισμό της κίβδηλης εθνικής  μας περηφάνειας, μιας νοοτροπίας που μας καταδικάζει να προβάλλουμε αιώνια τους εαυτούς μας απέναντι σε μια θολή εικόνα των «ξένων», είτε για να υπογραμμίσουμε την γενετική υπεροχή μας, είτε ως άλλοθι για να επιδοθούμε στην κλάψα, το αυτομαστίγωμα, τη συνομωσιολογία.

Δεύτερη και βασικότερη αιτία είναι η συνολική  αποσιώπηση της περιόδου της Κατοχής, της Αντίστασης και φυσικά του Εμφυλίου για πολλές δεκαετίες. Σχετικά με το γεγονός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η εγκύκλιος εκπαίδευση ως πολύ πρόσφατα επικεντρωνόταν αποκλειστικά στο αλβανικό «Έπος», την αντίσταση ως αφηρημένη έννοια, τον πατριωτισμό, την πείνα, στην καλύτερη περίπτωση και στην κτηνωδία των γερμανικών αντιποίνων. Ο δημόσιος λόγος στερούνταν –και συνεχίζει να στερείται– αναφορών σε φασισμό, ναζισμό, αντιφασισμό και Αντίσταση με κεφαλαίο «Α», όπως το γράφουν οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, με αποτέλεσμα οι μεταπολεμικές γενιές Ελλήνων να μη διαθέτουν την απαραίτητη υποδομή να συνενώσουν τα ελάχιστα κβάντα ιστορικής γνώσης στα οποία είχε συρρικνωθεί το πρόσφατο παρελθόν της. Η ελληνική πτυχή του ευρωπαϊκού δράματος της γενοκτονίας των Εβραίων δεν εφάρμοζε στο σχήμα της εθνικής ιστορίας, πόσο μάλλον ως πτυχή ενός παγκοσμίου πολέμου ο οποίος διδασκόταν ως δεξιά ιδεολογική κατήχηση, ελλειματική και παραμορφωμένη από στείρες πατριωτικές τελετουργίες. Εξάλλου, το Ολοκαύτωμα δεν είχε πολλές προϋποθέσεις να αναδειχθεί σε «εθνική» ιστορία. Αντίθετα, έμοιαζε να είχε συντελεστεί σε άλλες χωροχρονικές διαστάσεις. Τα θύματά του είχαν δολοφονηθεί εκτός Ελλάδας, άρα η μνήμη δεν είχε πρόσφορο γεωγραφικό σημείο αναφοράς. Η «εθνική» ιστορία δεν μπορούσε να συλλάβει τους Εβραίους γιατί στη συλλογική συνείδηση  το έθνος ήταν πάντοτε ταυτισμένο με την ορθοδοξία και τα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας παρέμεναν σύνορο της αντίληψης που είχαν, έχουν και θα έχουν οι πολίτες της για τον κόσμο. Αν η γενοκτονία των Εβραίων, το Άουσβιτς αν θέλετε, βρίσκονται σήμερα στο κέντρο μιας ευρωπαϊκής συλλογικής συνείδησης, τα Ελληνόπουλα είναι αποκομμένα από τις στοιχειώδεις γνώσεις που θα τους επέτρεπαν να αναπτύξουν τη συνείδηση αυτή. Τα λόγια του ΄Ιμρε Κέρτες, που γνώρισε ο ίδιος τη φρίκη των στρατοπέδων, είναι καίρια: « Και στο ερώτημα αν το Ολοκαύτωμα είναι ένα ζωτικό ζήτημα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, για την ευρωπαϊκή συνείδηση, πρέπει να απαντήσουμε ναι, διότι ένας πολιτισμός οφείλει να στοχάζεται ό,τι έλαβε χώρα μες το δικό του πλαίσιο –αλλιώς θα καταστεί ένα αποτέλεσμα τυχαιότητας, ένα ανάπηρο πρωτόζωο, που παρασύρεται, ανίκανο, προς το χάος».

 

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο

 

Η γνωστή γερμανική εφημερίδα Tagespiegel, πριν περίπου μια βδομάδα και τέσσερεις μέρες μετά την επίθεση στο «κόσερ» μαγαζί του Παρισιού, δημοσίευσε ένα άκρως ενδιαφέρον και ανησυχητικό άρθρο με τον τίτλο «Η απειλή για τους Εβραίους αυξάνεται».[2] Αυτό το άρθρο αξίζει να μεταφραστεί και στα ελληνικά, ωστόσο θα γίνει μια προσπάθεια παρακάτω να αναπτυχθούν τα βασικά του σημεία:

Επικεντρωνόμαστε στη Γαλλία, όπως άλλωστε κάνει και το άρθρο της γερμανικής εφημερίδας, το επιτάσσουν οι εξελίξεις των ημερών. Ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Γαλλίας Roger Cukierman, δήλωσε ότι οι γαλλοεβραίοι «ζουν σαν παρίες και μέσα σε συνθήκες πολέμου». Ο αριθμός αντισημιτικών ενεργειών τα τελευταία χρόνια αυξήθηκε. Τους πρώτους εννιά μήνες του 2014 το γαλλικό Υπουργείο Εσωτερικών κατέγραψε 527 επιθέσεις, μια αύξηση της τάξης του 90% δηλαδή σε σύγκριση με τα περασμένα χρόνια. Μετά τις πρόσφατες ισλαμικές επιθέσεις αυξήθηκε η αστυνομική φύλαξη εβραϊκών ιδρυμάτων. Αυτή τη στιγμή 5.000 αστυνομικοί φυλάσσουν 717 εβραϊκά ιδρύματα- πολιτιστικούς οργανισμούς και σχολεία σε όλη τη Γαλλία.

Είναι αδιαμφισβήτητος ο αντισημιτισμός στις αραβοϊσλαμικές χώρες. Αυτός φυσικά τροφοδοτείται από την ισραηλινή πολιτική και το παλαιστινιακό. Αυτή η νέα μορφή αντισημιτισμού υπάρχει και στη Γερμανία αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στη Γαλλία ζουν περισσότεροι μουσουλμάνοι απ’ ό,τι στη Γερμανία, κάτι που σχετίζεται και με το αμαρτωλό αποικιακό παρελθόν της Γαλλίας. Η πλειονότητα των μουσουλμάνων μεταναστών στη Γαλλία προέρχεται απ’ το Μαγκρέμπ. Μην ξεχνάμε και το ακροδεξιό, ισλαμοφοβικό και αντισημιτικό Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν, που αυξάνει την εκλογική του επιρροή συνεχώς. Όμως δεν αυξάνεται μόνο ο αριθμός των αντισημιτικών επιθέσεων, αλλά και η σφοδρότητά τους, η πρωτόγνωρη βιαιότητά τους. Έτσι, τον Μάρτιο του 2012 ο ισλαμιστής Mohammen Merah σκότωσε τρία παιδιά και έναν δάσκαλο σε ένα εβραϊκό σχολείο στην Τουλούζη, ενώ δεν μπορούμε να ξεχάσουμε το σοκ της πρόσφατης επίθεσης στο Εβραϊκό Μουσείο στις Βρυξέλλες τον Μάιο του 2014, με δράστη έναν Γάλλο και με πολλά θύματα. Τον Δεκέμβριο, στην περιοχή Creteil, βιάστηκε μια γυναίκα όταν ληστές μπήκαν στο σπίτι της στοχευμένα, γνωρίζοντας ότι ήταν Εβραία, και σύμφωνα με τους ίδιους «σίγουρα θα είχε λεφτά». Το 2006, πάλι στη Γαλλία, ένα εβραιόπουλο απήχθη και επί μια βδομάδα υπέστη φρικτά βασανιστήρια μέχρι να αποκτήσουν οι δράστες το μεγάλο ποσό λύτρων που απαιτούσαν απ’ τους γονείς του. Ωστόσο, το κατακρεουργημένο πτώμα του παιδιού βρέθηκε πεταμένο σε κάτι ράγες του τρένου. Καθημερινές απειλές, ενοχλήσεις, βανδαλισμοί μνημείων και εβραϊκών νεκροταφείων, αυξάνουν την αβεβαιότητα και κάνουν πολλούς γαλλοεβραίους να κρύβουν την κιπά τους ακόμα και όταν επιστρέφουν το Σαμπάτ απ’ τη Συναγωγή στο σπίτι τους.

Απ’ την άλλη, ο γνωστός γάλλος «κωμικός» Dieudonné, κάτι αντίστοιχο του δικού μας λαϊκιστή δημοφιλούς Λαζόπουλου, συστρατευόμενος με το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν -χωρίς να αντιλαμβάνεται βέβαια ότι σε άλλες εποχές οι ομοϊδεάτες της Λεπέν θα τον είχαν στείλει στα κρεματόρια λόγω του μελαμψού του χρώματος- έχει δηλώσει ανοικτά υποστηρικτής των θέσεων του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ αναφορικά με τους Εβραίους, έχει πραγματοποιήσει χαιρετισμούς που θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό το ναζιστικό “heil” σε τηλεοπτικό του σκετς το οποίο προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, ενώ έχει χαρακτηρίσει την ανάμνηση του Ολοκαυτώματος ως “μνημείο πορνογραφίας”. Έχει δικαστεί συνολικά επτά φορές από δικαστήρια με την κατηγορία του αντισημιτισμού και συνελήφθη μετά την τρομοκρατική ενέργεια στο περιοδικό Charlie Hebdo γιατί ανάρτησε στο λογαριασμό του στο facebook ένα στάτους συμπάθειας στους εκτελεστές των γελοιογράφων («απόψε εγώ είμαι Charlie Coulibaly»- αναγραμματισμός του Je suis Charlie, αλλάζοντάς το σύμφωνα με το όνομα του ενός τρομοκράτη εκτελεστή Amédy Coulibaly που σκότωσε 4 άτομα στο εβραϊκό σούπερ μάρκετ και πυροβόλησε εν ψυχρώ τον αστυνομικό στο πεζοδρόμιο, σκηνές ανατριχιαστικές που όλοι είδαμε σε βίντεο στο ίντερνετ). Ωστόσο, να τονιστεί εδώ κάτι που πρέπει να προσέξουμε ιδιαιτέρως: είναι γελοία η ιδέα που κυριαρχεί, ειδικά μετά απ’ τις επιθέσεις στη Γαλλία, ότι η Δύση βρίσκεται σε πορεία εξισλαμισμού. Η ξενοφοβία σήμερα είναι κυρίως ισλαμοφοβία. Η θεώρηση του Ισλάμ σαν απειλής για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και τις εθνικές ταυτότητες χρησιμεύει στη συγκόλληση μιας κοινότητας μέσω του φόβου, όπως συνέβη στο 19ο και 20ο αιώνα με τον αντισημιτισμό.

Πάμε πάλι σε στοιχεία. Το 2014 περίπου 7.000 από τους 600.000 Εβραίους που ζουν στη Γαλλία εγκατέλειψαν τη χώρα. Πρόκειται για μια αύξηση της τάξης του 100% σε σχέση με το 2013. Οι περισσότεροι πηγαίνουν στο Ισραήλ. Μόνο στην Ιερουσαλήμ υπολογίζεται ότι το 2015 θα ζουν 10.000 γαλλοεβραίοι. Αυτή τη μαζική μετανάστευση την έχουν αντιληφθεί οι γάλλοι πολιτικοί όπως ο πρωθυπουργός Manuel Valls, που δήλωσε ότι οι Εβραίοι μπορούν και πρέπει να αισθάνονται ασφαλείς στη Γαλλία.

«Δεν θέλαμε να σας υποδεχτούμε με αυτό τον τρόπο, ένα ολόκληρο έθνος θρηνεί για εσάς», δήλωσε ο ισραηλινός πρόεδρος Reuven Rivlin στην κηδεία των τεσσάρων γαλλοεβραίων που σκοτώθηκαν στο κόσερ σούπερ μάρκετ από τους εξτρεμιστές ισλαμιστές, μετά την επίθεση στο περιοδικό Charlie Hebdo. Στην κηδεία, που έλαβε χώρα στην Ιερουσαλήμ μετά από παράκληση των συγγενών των θυμάτων, προσήλθαν περισσότεροι από 2.000 Ισραηλινοί. Πολλοί εξ αυτών είναι πεπεισμένοι ότι ο εξτρεμιστικός ισλαμισμός δεν απειλεί μόνο το Ισραήλ αλλά και τον δυτικό κόσμο. Η ισραηλινή εφημερίδα Haaretz είχε πρωτοσέλιδο με τον τίτλο «Δεν είναι μόνο εχθροί του Ισραήλ αλλά και της ανθρωπότητας». Ο Νετανιάχου δεν άργησε να παίξει τα πολιτικά του παιχνίδια, δηλώνοντας ότι το Ισραήλ αποτελεί το ασφαλέστερο λιμάνι για τους Εβραίους όλου του κόσμου. Ακόμα και μετά τις επιθέσεις στο εβραϊκό σχολείο στην Τουλούζη το 2012, ο Νετανιάχου κάλεσε τους γαλλοεβραίους να μεταναστεύσουν στο Ισραήλ, δήλωση που διασάλευσε για καιρό τις σχέσεις Ισραήλ- Γαλλίας. Τότε ο Φρανσουά Ολάντ είχε ανταπαντήσει «η θέση των γαλλοεβραίων είναι εδώ, στη Γαλλία». Να θυμίσω ότι τη δεκαετία του ’50 και του ’60, εποχές σκληρής οικοδόμησης της σιωνιστικής ταυτότητας του Ισραήλ, οι Εβραίοι που επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν απ’ το Ισραήλ στη Γαλλία ή στη Γερμανία έπρεπε να το δικαιολογήσουν επαρκώς στις ισραηλινές αρχές. Η διαδικασία δεν ήταν εύκολη, το Ισραήλ χρειαζόταν ένα πληθυσμιακό στοιχείο ισχυρό για να εδραιώσει τη θέση του στη Μέση Ανατολή. Οι φωνές των επιζώντων του Ολοκαυτώματος, εκείνα τα χρόνια, αποσιωπούνταν, καταπνίγονταν, απέναντι στην οικοδόμηση του νέου ηρωϊκού αφηγήματος του ισχυρού σιωνιστικού κράτους. Η συγκλονιστική (και άκρως αιρετική) αφήγηση του Άαρον Άπελφελντ στο βιβλίο του Ιστορία μιας ζωής (μετάφραση και σημειώσεις Μάγκυ Κοέν, εκδ. Εστία) συμπυκνώνει τις αγωνίες των επιζώντων του Ολοκαυτώματος στο νέο κράτος. Για αυτόν, η Παλαιστίνη δεν αποτέλεσε τερματισμό της οδύσσειάς του αλλά την αφετηρία νέων αγώνων για να βρει την θέση του στον κόσμο αλλά και την προσωπική του φωνή.

 

Και πάλι στην Ελλάδα…  

 

Για τους περισσότερους επιζώντες, το τέλος του πολέμου το 1945 δεν σηματοδότησε το τέλος της βίας, του φόβου, των διώξεων και της αδικίας. Η επιστροφή των επιζώντων υπήρξε δύσκολη, η επανένταξή τους δυσκολότερη και αντίστοιχη με τον αποκλεισμό της εμπειρίας τους από το εθνικό αφήγημα. Είναι απόλυτα ενδεικτικό των προθέσεων του ελληνικού κράτους να παραπέμπει τους επαναπατρισθέντες στην Υπηρεσία Αλλοδαπών για καταγραφή. Η «ψυχρή» υποδοχή των επιζώντων της ναζιστικής κόλασης ήταν το ελάχιστο προανάκρουσμα  μιας μεταπολεμικής πολιτικής η οποία θα στρεφόταν σύντομα στο «πάγωμα» των μελλοντικών διεκδικήσεων για την δίκαιη επιστροφή των κλαπεισών περιουσιών στους δικαιούχους τους. Η παλινόρθωση μιας ελληνορθόδοξης και οξείας, αντικομουνιστικής εθνικοφροσύνης περιέστειλε εκ νέου τα όρια της ελληνικότητας και κατέστησε τους Εβραίους διπλά απόβλητους. Αρκετοί διώχθηκαν για τις αριστερές τους πεποιθήσεις και άλλοι επιστρατεύθηκαν στον Εθνικό Στρατό. Οι φρικαλεότητες δημιουργούσαν δυσκολίες ακρόασης. Τα θύματα, πολύ συχνά, βρέθηκαν να κατηγορούνται τα ίδια για την τύχη τους. Για την πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων, τα μονοπάτια ζωής ως «επιζώντες» ξεκίνησαν με τις πρώτες τους επαφές με τους συμμάχους στα στρατόπεδα των DPs (Displaced Persons) και οι άξονες της ζωής τους ήταν κοινοί: αντιμετώπιση της κακής υγείας, απεντόμωση, φαρμακευτικές αγωγές, τα θεμελιώδη προβλήματα ανεύρεσης τροφής. Σύντομα όμως, προέκυψαν γραφειοκρατικά προσκόμματα. Η πραγματικότητα των ταυτοτήτων, των πιστοποιητικών εγγραφής, των αδειών εισόδου στα στρατόπεδα, των δελτίων τροφίμων, των αδειών όλων των ειδών και των εγγράφων που έπρεπε να αποκτηθούν καθώς οι κρατικές αρχές όλων των χωρών ξεκίνησαν να καταγράφουν τους Εβραίους επιζώντες για να ξεκινήσει η διαδικασία επαναπατρισμού, όλες αυτές ήταν πτυχές της δύσκολης διαδικασίας επανεκκίνησης της ίδιας της ζωής.[3] Οι διαδρομές της επιστροφής ήταν πολύπλοκες, οι επιζώντες των στρατοπέδων χρειάστηκε να υποστούν νέες περιπλανήσεις και νέες ταπεινώσεις, μέσα από περίπλοκες διαδρομές: Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Ολλανδία, Βέλγιο, Γαλλία, Γιουγκοσλαβία, Ιταλία. Από μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι οι Έλληνες Εβραίοι που επέστρεψαν στην Ελλάδα από τα στρατόπεδα θανάτου, έπρεπε να δώσουν δαχτυλικά αποτυπώματα.

Ο ραβίνος της Θεσσαλονίκης Μίκαελ Μόλχο αναφέρει:

«Όσοι γλύτωσαν δεν ένοιωσαν τη χαρά της γλυκύτητας που γεννά η επιστροφή. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς χρειάστηκε να περιπλανηθούν πολύ πριν κατορθώσουν να βρουν κάποιο φτωχικό στέκι. Είχαν την αυταπάτη μιας ενθουσιώδους υποδοχής, φαντάζονταν πως θα τους περίμεναν με ανοιχτές αγκάλες, σαν παιδιά αγαπημένα, σαν πρίγκιπες. Και τους δέχθηκαν με αδιαφορία, ακόμη και με εχθρότητα».[4]

Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι στην Ελλάδα η σιωπή για το Ολοκαύτωμα συνεχίζεται, και ότι η σιωπή αυτή αφήνει να διαφανεί η παρουσία αισθημάτων ενοχής. Ας σκεφτούμε τη σχεδόν εξωπραγματική ιστορία του εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης που ξεθεμελιώθηκε το 1942 από ελληνικά χέρια και με ελληνικές διαταγές, για να χτιστεί πάνω στην έκτασή του το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Μόλις πρόσφατα, τοποθετήθηκε μια αναμνηστική πλάκα στο ΑΠΘ, που όμως είναι ανεπαρκής, καθώς δεν αναφέρει την μάλλον ενοχλητική αλήθεια ότι το νεκροταφείο εξαφανίστηκε με ευθύνη των χριστιανικών/ ελληνικών αρχών.

Αυτό το φαινόμενο της αποσιώπησης θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε παθολογία της ελληνικής ιστορικής κουλτούρας. Είναι αξιοσημείωτο ότι κανένας ιστορικός οποιασδήποτε πολιτικής απόχρωσης δεν έχει ως τώρα καταπιαστεί συστηματικά με τη μελέτη της μοίρας των εβραϊκών κοινοτήτων μετά τον Β’ Π.Π. Αυτό υποδεικνύει μια όψη αυτής της αποσιώπησης. Γιατί λοιπόν η σιωπή είναι μια επίμονη κατάσταση στη χώρα μας; Σύμφωνα με τον Αντώνη Μόλχο:

«Mια απάντηση να βρίσκεται στον υφέρποντα αντισημιτισμό –απομεινάρι μιας παλιάς εποχής- που συντηρείται από εκκλησιαστικούς και παραθρησκευτικούς κύκλους. Ο ελληνοχριστιανισμός αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Στην Ελλάδα, τα μέλη της κυρίαρχης εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας χαίρουν μιας προνομιούχας ιστορικής θέσης. Είναι ευκολότερο και πιθανότερο, οι υπόλοιποι, Εβραίοι, Μουσουλμάνοι, μέχρι πρότινος ακόμη και οι Καθολικοί, να αγνοηθούν όταν γίνεται λόγος για την ιστορία της Ελλάδας. Όπως και οι Παλαιστίνιοι ισραηλινοί υπήκοοι βρίσκονται στο περιθώριο της ισραηλινής κοινωνίας… Ακόμη κι όταν το ελληνικό κράτος παραχώρησε στους Εβραίους το δικαίωμα της ψήφου, το κράτος φρόντισε οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης να ψηφίζουν σε ένα μόνο εκλογικό κέντρο ώστε να ελέγχεται προσεκτικά η εκλογική τους συμπεριφορά. Η έννοια του «Έλληνα Εβραίου» συνιστούσε και εξακολουθεί να συνιστά ένα λεκτικό παράδοξο και οι ίδιοι οι εβραίοι κάτοικοι του ελληνικού κράτους κοινωνικά παρίες –ενίοτε δε και αντικείμενο βίαιων διώξεων».[5]

Φυσικά, η αδυναμία ή η καθυστέρηση επεξεργασίας του Ολοκαυτώματος στη χώρα μας, σαφώς συνδέεται και με την απροθυμία των εκκλησιαστικών αρχών να ξεκινήσουν στην Ελλάδα μια ανοιχτή συζήτηση για το θέμα. Όσο για τους πολιτικούς φορείς, δηλώσεις συγκυβερνώντων πλέον ότι οι Εβραίοι της Ελλάδας δεν πληρώνουν φόρους, ή η κατάταξη ενός καθαρά νεοναζιστικού μορφώματος στην τρίτη θέση στις εθνικές εκλογές της Κυριακής, δεν αφήνουν περιθώρια περαιτέρω σχολιασμού.

Θα κλείσω με τα λόγια του Χάγκεν Φλάισερ που είναι ο πλέον ειδικός για τον Β’ Π.Π. και τα μεθεόρτια του: «Ο χαρακτήρας της μνήμης του Ολοκαυτώματος εξαρτάται από την εκπαιδευτική και τη δημόσια διαχείριση της δυσβάστακτης κληρονομιάς που μας έχει αφήσει ο πόλεμος αυτός. Κάθε παραπέρα περιορισμός της διδασκαλίας της Ιστορίας εγκυμονεί τον κίνδυνο να μειωθεί η γνώση που αποτελεί τη βάση της αμοιβαίας κατανόησης. Χρειάζονται καινούργιες προσεγγίσεις καθώς μεγαλώνει ανησυχητικά ο ιστορικός αναλφαβητισμός,  και ο αριθμός εκείνων που αγνοούν τους όρους Ολοκαύτωμα, Holocaust, Shoah ή συγχέουν το περιεχόμενο τους. Παράλληλα αυξάνεται ο αριθμός όσων κραυγάζουν αμφισβητώντας όχι μόνο τον συνολικό αριθμό των θυμάτων της γενοκτονίας, αλλά ακόμη και το ίδιο το γεγονός[6] ». Δεν είμαστε λοιπόν ακόμα αρκετά τολμηρή και ώριμη κοινωνία.

Θα περιοριστούμε στην επισήμανση πως το μεγάλο βήμα για το άλλοτε «ταμπού του Βισύ» έγινε μόλις το 2002-2003 στα «καθαρόαιμα» γαλλικά συγγράμματα, με την έκδοση νέων βιβλίων που περιέχουν ξεχωριστή ενότητα, τη «Γαλλία του δοσιλογισμού» και την εμπλοκή της στη γενοκτονία των Εβραίων. Αντιθέτως, στα ελληνικά εγχειρίδια, που είναι γραμμένα στο πνεύμα του πατριωτισμού και της «εθνικής ομοψυχίας», η κάλυψη του θέματος, και ιδίως του ένοπλου δοσιλογισμού και της συνενοχής του χριστιανικού πληθυσμού όσον αφορά στο Ολοκαύτωμα, είναι μηδαμινή ή λείπει εντελώς.

Δανειζόμαστε για το τέλος τα λόγια ενός φίλου ιστορικού με εμπειρία ακτιβιστική και κινηματική, του Λέανδρου Μπόλαρη: «Το ζήτημα της δίκης και καταδίκης των νεοναζί που θα γίνει μέσα στον Φλεβάρη, αποκτάει κομβικό χαρακτήρα. Η δίκη θα γίνει, αναγκαστικά. Το πώς θα γίνει και που θα καταλήξει έχει σημασία. Αν η Αριστερά, όλη η Αριστερά, δεν διεκδικήσει στο «πεζοδρόμιο» την καταδίκη τους, μαζί με τα αιτήματα για νομιμοποίηση μεταναστών, ιθαγένεια στα παιδιά κλπ, θα έχει χάσει την πρώτη μεγάλη μάχη. Ένας λόγος παραπάνω να μη παρακολουθούμε σαν υπνωτισμένοι τις εξελίξεις πότε βρίζοντας και πότε γελώντας…»

 

(*) Η Άννα Μαρία Δρουμπούκη είναι δρ. Νεότερης Ιστορίας.

Ο Ιάσονας Χανδρινός είναι ιστορικός, συνεργάτης του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος.

 

,

 



[1] Δημήτρης Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους. Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920- 2013, Πόλις, Αθήνα 2013, σ. 12.

[3] Για μια μικροϊστορική προσέγγιση του Ολοκαυτώματος, εξετάζοντας τις επιπτώσεις της γενοκτονίας και τις συνθήκες επιστροφής στην Ελλάδα των επιζώντων Εβραίων βλ. Ρίκα Μπενβενίστε, Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, εκτόπιση, επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940, Πόλις, Αθήνα 2014.

[4] Μίκαελ Μόλχο, In Memoriam. Αφιέρωμα εις την μνήμην των Ισραηλιτών θυμάτων του ναζισμού εν Ελλάδι, Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης 1974, σ. 313- 314.
[5] Αντώνης Μόλχο, «Ενοχή και Σιωπή», The BooksJournal, τχ. 29, Μάρτιος 2013, σ. 76.
[6] Χάγκεν Φλάισερ, «Ο αναθεωρητισμός στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ», Χρόνος, τεύχος 1, Μάιος 2013: http://www.chronosmag.eu/index.php/fls-ths-s-lpth-sl-1.html
Προηγούμενο άρθροΗ Κολέτ, η Γκέρτα, η Ζούζια
Επόμενο άρθροΡίκα Μπενβενίστε : Το ολοκαύτωμα της Θεσσαλονίκης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here