Έψιλον

1
446

Τάσος Καρτέρης.

 

Στέκεται μπροστά σ’ ένα μαύρο πληκτρολόγιο. Περασμένα μεσάνυχτα. Έχει σβήσει σχεδόν όλα τα φώτα και παλεύει να βρει το πρώτο γαμημένο πλήκτρο σ’ αυτό το καταραμένο κείμενο. Ακούει δύο παιδιά από το παράθυρο να φωνάζουν κάτω στο δρόμο. Ακούει τα παιδιά κι ανάκατα τις σκόρπιες τους λέξεις: …«πας καλά;».. «τι λες;»… Θα ‘πρεπε να ανάψει το φώς, για να βρει αυτό το πρώτο πλήκτρο, που θα ξεκινήσει αυτό το καταραμένο κείμενο. Σηκώνεται. Ανοίγει το παράθυρο. Ένα αγόρι κοιτάζει ένα κορίτσι, όσο πιο βαθιά στα μάτια μπορεί. Εκείνη του φωνάζει:

–          Τασούλη, τι λες;;;

Κι έπειτα…

–          Τασούλη, πας καλά;

Κλείνει το παράθυρο. Κάθεται. Τώρα ξέρει. Θα ξεκινήσει από το έψιλον. Το πρώτο πλήκτρο σ’ αυτό το καταραμένο κείμενο που ξέρει ότι δεν θα’ πρεπε να γράψει ποτέ. Αλλά θα το γράψει. Η πρώτη επικεφαλίδα:

 

Εξάρχεια, Γενάρης 2011

Κοίταζε βαθιά μέσα στα μάτια της, όσο βαθύτερα μπορούσε… Της κράταγε σφιχτά το χέρι κι από τώρα φοβόταν για το μέλλον. Την ήξερε λίγες μονάχα μέρες και τη φοβόταν ήδη. Παλιοζωή, τι περιμένεις; Σκεφτόταν μόνο ένα ταξίδι στο μέλλον που εκείνη θα τον είχε κατακτήσει ολοκληρωτικά. Μπορούσε να το νιώσει ήδη.

Πριν την ρωτήσει κάτι, εκείνη ήξερε τι θα την ρωτήσει, τι να απαντήσει και γιατί της είχε κάνει την ερώτηση. Σα να γνωρίζονταν από αιώνες, ή λες και θα ζούσαν για πάντα εκεί: στα Εξάρχεια του 2011. Σκατά.. σκατά…  Πάτησε το enter κι ήταν σα να πάταγε ένα τεράστιο rewind. Πως ξεκίνησαν όλα;

Σηκώνεται πάλι αστραπιαία. Θα’ θελε να ναι ρομαντικός, αλλά είναι μόνο όταν ερωτεύεται. Αυτό σε κάνει ρομαντικό ή κυνικό στ’ αλήθεια; Βάζει λίγο ακόμη ρούμι στην κούπα που θα νόμιζες ότι έπινε καφέ. Αλλά πίνει ρούμι. Γυρνάει και κοιτάζει ξανά στο παράθυρο. Ή είσαι ή δεν είσαι. Ή είσαι για πάντα ρομαντικός, ή είσαι για πάντα κυνικός. Αλλά μπορείς να είσαι και τα δύο; Θέλει να κατουρήσει. Θα το’ γραφε αυτό ένας ρομαντικός;  Ή θα πέταγε μια δόση διφορούμενου αναγεννησιακού π.χ. για το σκοτάδι και το ρούμι; Αυτός πήγε απλά να κατουρήσει. Και το’ξερε πως αυτή η αλήθεια, τον έκανε πιο ρομαντικό από ποτέ.

Το ήξερε κι εκείνη: Κατά βάθος οι ρομαντικοί είναι κυνικοί και οι κυνικοί ρομαντικοί, του είπε ένα βράδυ στην Καλλιδρομίου κι εκείνος έμεινε να την κοιτάει σαν χαζός με τη διαπίστωση… Σκατά.. σκατά…  Πάτησε το enter κι ήταν σα να πάταγε ένα τεράστιο rewind. Πως ξεκίνησαν όλα;

 

Εξάρχεια, Αύγουστος  1975

Θυμάται μόνο πως στην πλατεία ξαπόσταιναν για λίγο δυο γυναίκες. Μπορεί σ’ ένα καφέ η απλώς σ’ ένα παγκάκι. Δεν είχε σημασία. Κοιτάχτηκαν ενστικτωδώς για ένα nanosecond κι έπειτα η μια κατηφόρισε την Στουρνάρη κι η άλλη έστριψε στην Αραχώβης. Κι αν τις ρωτούσες έστω και λίγα λεπτά αργότερα, καμιά τους δεν θα χε την παραμικρή ανάμνηση του συμβάντος. Τότε εσύ πως την έχεις;

Για ν’ αρχίσεις ένα νέο κείμενο; Να πατήσεις το enter, να κάνεις ένα νοητό πελώριο rewind και να πεις πως, εκεί ξεκίνησαν όλα;

Η πρώτη γυναίκα, εκείνη που κατέβηκε τη Στουρνάρη, πέρασε τα χρόνια της χαμογελώντας και παρακαλώντας να μην τελειώσει ποτέ το σχολείο, γιατί μόνο εκεί ένιωθε ελεύθερη. Κι όταν τέλειωσε παντρεύτηκε, γιατί μόνο έτσι ένιωθε ελεύθερη. Έπειτα εκείνος έφυγε και δεν τον ξανάδε ποτέ. Κάθε απόγευμα χάιδευε τα κόκκινα μαλλιά του γιού της στην βεράντα και του έλεγε: «Να σου πω μια ιστορία;»

Αυτός ποτέ δεν αρνιόταν κι άκουγε ιστορίες παρόμοιες μ’ αυτή  που θες εσύ να γράψεις τώρα. Αλλά δεν μπορείς.

Η δεύτερη γυναίκα έκανε σχεδόν το ίδιο, μονάχα που κάποτε ερωτεύτηκε μάλλον αληθινά, κι όχι για να νιώσει ελεύθερη.

Μην το κάνεις! Μην αρχίσεις μια νέα ιστορία για την ελευθεριότητα του έρωτα. Στάσου μονάχα εκεί και πες για εκείνη τη γυναίκα που γέννησε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Το τελευταίο, στο μέλλον θα ξαναχάιδευε τα ίδια κόκκινα μαλλιά, στον ίδιο τόπο με την ίδια λυπημένη ματιά, συνάμα και με το πιο δυνατό είδος επιτήδευσης: εκείνο που δεν το έχεις συνειδητοποιήσει ακόμα.

Κοιτάζει ξανά από το παράθυρο. Περιμένει να δει τον κόσμο να ντύνεται όπως το 1975 και τ’ αυτοκίνητα να υπάρχουν με τα ίδια τετραγωνοποιημένα σουλούπια όπως τότε. Μάταια όμως. Η χρονομηχανή του έχει χαλάσει. Όλα σπιντάρουν στο παρόν. Κι όλα αυτά για τις δυο γυναίκες, τα ‘γραψε για να δώσει μια νότα τύπου «τίποτα δεν είναι τυχαίο», ή απλώς τα φαντάστηκε για να του βγει και καλά μοιραίο το κείμενο;

Κάθεται γρήγορα στην καρέκλα. Ο χρόνος τρέχει ξανά μπροστά με ιλιγγιώδη ρυθμό. Το 1975 έχει γίνει ήδη 1985 και τρέχει με μανία. Γιατί έγραψε για τις δύο γυναίκες; Είχε λίγα μόνο δευτερόλεπτα για να το σώσει. Πάτησε το enter τώρα απλά για να αλλάξει παράγραφο.

Μια τεράστια αλλόκοτη νοσταλγία με κατέκλυσε, σαν εκείνες που μεθάν τη λογική και γυρίζουν το σώμα σου πίσω. Υπάρχεις, γεύεσαι, μυρίζεις, οράς και είσαι το παρελθόν. Και αν δεν υπήρχε αυτό δεν θα υπήρχε τίποτα. Δυο γυναίκες κάποτε συναντήθηκαν στην πλατεία Εξαρχείων…

Ξανακοίταξε έξω. Ότι πρόλαβε, πρόλαβε. Τώρα ο χρόνος είχε σταματήσει. Στο μέλλον.

 

Εξάρχεια,  Απρίλης 2023

–          Μ’ αγαπάς;

–          Ρε Τάσο Καρτέρη…

Δεν ξέρει τι τον πείραζε πιο πολύ: ότι δεν θα του απαντούσε ποτέ καταφατικά, ή ότι ακόμα χρησιμοποιούσε το επίθετο ενός ανθρώπου που εκείνος δεν είχε γνωρίσει ποτέ.

Κάθονταν σ’ ένα πεζούλι στην Ασκληπιού κι είχαν πιει ότι υπήρχε στην περίμετρο.

Μην περιγράψεις το μέλλον, δεν έχει νόημα. Μην μιλήσεις για διαστημόπλοια, εξελιγμένα αμάξια και πολύπλοκα gadget. Δεν έχει νόημα… Μην πεις καν πως η Ασκληπιού είχε γίνει δρόμος ταχείας κυκλοφορίας.. Επικεντρώσου στα συναισθήματα. Αυτά είναι η μόνη ρεαλιστική επιστημονική φαντασία στα γραπτά σου. Μαλάκα.
Αυτή τη φορά ψιθύρισε τόσο, που και ο ίδιος δεν άκουσε τον εαυτό του:

–          Μ’ αγαπάς;

–          Τί λες;

Τινάχτηκε απότομα κι έτρεξε στο δρόμο χωρίς να κοιτάξει αριστερά ή δεξιά. Ένα δαιμονισμένο στρίγκλισμα από φρένα αυτοκινήτων του έφερε την αδρεναλίνη στα ύψη, ανακατεμένη θαρρείς σαν κοκτέιλ με την ατέλειωτη αιθυλική αλκοόλη που έτρεχε στο κορμί του. Το στρίγκλισμα του φάνηκε ότι κράταγε για πάντα, μαζί κι αυτή η τρελαμένη συνουσία ορμονών στο κεφάλι του. Οργασμός. Χαμογέλασε.  Ήθελε να πεθάνει.

Θυμάται έπειτα φωνές βαλμένες σε εικόνες. Μια παράξενη σεκάνς. Ένας οδηγός να φωνάζει «φίλε θα με βασανίσεις;», μια γυναίκα να χαϊδεύει τα μαλλιά του και να ρωτάει «Να σου πω μια ιστορία», την αδρεναλίνη να πέφτει γλυκά… Και στο βάθος μια γλυκιά βοή που δεν καταλάβαινε τι έλεγε. Μα όσο άνοιγε τις κόρες των ματιών, του η βοή καθάριζε. Δεν άνοιξε ποτέ τα μάτια διάπλατα, θες το αλκοόλ, θες η παραζάλη, θες απλά ότι απόψε ήθελε να πεθάνει. Ήθελε;

Δεν άνοιξε τα μάτια διάπλατα, μα τώρα η βοή είχε ξεκαθαρίσει.

-Τασούλη, πας καλά;

Απόρησε λίγο για το πώς εκείνη η επίκριση, του ακούστηκε σαν το πιο γλυκό πράγμα του κόσμου. Την κοίταξε στα μάτια, όσο πιο βαθιά μπορούσε. Πέρασε το χέρι του στο λαιμό της. Ακούμπησε τα χείλη του πάνω στα δικά της κι ένιωσε όπως νιώθει ένα παιδί που έχει πυρετό και το παρηγορεί η μητέρα του. Ένιωσε πως έρωτας, είναι να μη σε νοιάζει τίποτα.

Στο απέναντι μπαλκόνι, ένας τύπος έκλεισε το παράθυρό του. Έπειτα κάθισε μπροστά σ’ ένα μαύρο πληκτρολόγιο, κι έγραψε την πρώτη επικεφαλίδα: «Εξάρχεια, Γενάρης 2011»

Προηγούμενο άρθροΦρατζέσκα Ντόγκα, Οι γείτονες- Ο τόπος που θα ΄θελαν
Επόμενο άρθροΧόρχε Λουίς Μπόρχες: στους λαβυρίνθους της σκέψης του

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here