Επικοινωνία και πολιτική στη μετασοβιετική Ρωσία (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
101

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

 

Στις μέρες μας, τα smartphone έχουν αποκτήσει μια μορφή βιογραφίας. Ένα εφεδρικό αντίγραφο ψυχής, ένα backup  της ζωής. Αναρωτηθήκατε όμως ποτέ τι θα γινόταν αν κάποιος έπαιρνε το κινητό σας, διάβαζε όλα τα μηνύματά σας, έβλεπε φωτογραφίες και βίντεο, μάθαινε όλα όσα σας αφορούν; Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το έξυπνο τηλέφωνό σας και να προσποιηθεί ότι είσθε εσείς έτσι που κανείς από την οικογένεια και το στενό περιβάλλον σας δεν θα συνειδητοποιούσε ότι αυτός που γράφει, αντί για εσάς, είναι ένας εντελώς άγνωστος.  Αλλά πόσο μακριά μπορεί να φτάσει κάποιος που θα υποδυθεί έναν άλλον άνθρωπο, του οποίου το τηλέφωνο κατέχει και χρησιμοποιεί, χωρίς να εκτεθεί; Η απάντηση βρίσκεται στο «ΤΕΧΤ», το τελευταίο μυθιστόρημα του Ρώσου συγγραφέα Ντμίτρι Γκλουχόφσκι.

Ρωσία, 2016. Μετά από επτά χρόνια στη φυλακή, αρκετά μακριά από τη Μόσχα, στην περιοχή του Περμ, ο 27χρονος Ιλιά Γκοριουνόφ αποφυλακίζεται. Νιώθει πίκρα, αλλά και κάτι μεταξύ συγχώρεσης και μίσους για τον άνθρωπο, εξαιτίας του οποίου έχασε τα καλύτερά του χρόνια. Ελπίζει σε μια νέα αρχή: να επιστρέψει στις προστατευτικές φτερούγες της μητέρας του, να συνεχίσει τις φιλολογικές σπουδές του στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ, ίσως να ξαναβρεί την παλιά του αγάπη, τη Βέρα. Όμως η ζωή διαψεύδει γρήγορα και βάναυσα τις προσδοκίες και ο Ιλιά συνειδητοποιεί ότι έχει χάσει όχι μόνο το παρελθόν αλλά και το μέλλον. Τότε είναι που η μοίρα τον οδηγεί να γίνει κάποιος άλλος – κλέβοντας ένα smartphone  το οποίο ανήκει στον μεγαλύτερο εχθρό του. Είναι η στιγμή που παίρνει τον απόλυτο έλεγχο της ζωής του Πέτια, αυτού που τον έστειλε άδικα στη φυλακή. Κάθε μέρα που περνά χάνει όλο και περισσότερο το δικό του «εγώ» , αναλαμβάνοντας τις επιθυμίες, τις επικοινωνίες, ακόμη και τις παράνομες δράσεις του άλλου.

Ο Ντμίτρι Γκλουχόφσκι, γεννημένος το 1979 και μεγαλωμένος στη Μόσχα, έγινε γνωστός από τη μετα-αποκαλυπτική τριλογία του «ΜΕΤRΟ 2033», «ΜΕΤRΟ 2034» και «ΜΕΤRΟ 2035», που συνδυάζει την επιστημονική φαντασία με τη δυστοπία, βάζοντας στο στόχαστρο τις κοινωνικές και πολιτικές δομές του σύγχρονου κόσμου (κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Καστανιώτη). Με εκείνο το έργο του ο συγγραφέας, ο οποίος μιλά πέντε γλώσσες και, εκτός από το Ισραήλ όπου σπούδασε δημοσιογραφία και διεθνείς σχέσεις, έχει ζήσει στη Γερμανία και στη Γαλλία, απέκτησε εκατομμύρια φανατικούς αναγνώστες στο διαδίκτυο αφού εκεί ξεκίνησε η τριλογία και λειτούργησε διαδραστικά. Το «ΤΕΧΤ» (2017) σηματοδοτεί την πρώτη του απόπειρα στο ρεαλιστικό μυθιστόρημα και στέφεται επίσης με επιτυχία. Πρόκειται για έναν αριστοτεχνικό συνδυασμό θρίλερ, αστυνομικής φαντασίας και δράματος που εξελίσσεται στη σύγχρονη Μόσχα και σε ένα προάστιό της, τη Λόμπνια, τόπο κατοικίας του κεντρικού χαρακτήρα. Ταυτόχρονα αποτελεί και μια αναφορά στη κλασική ρωσική λογοτεχνία.

Εγκαταλείποντας λοιπόν την επιστημονική φαντασία και σαφώς εμπνευσμένος από τα κορυφαία αριστουργήματα του Ντοστογιέφσκι και του Τολστόι, ο Γκλουχόφσκι δημιουργεί μια ιστορία για τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου, την άδικη τιμωρία, την εκδίκηση που λειτουργεί σαν δίκοπο μαχαίρι και τη σύγκρουση μεταξύ ηθικής και επιθυμίας για επιβίωση, μπροστά πάντα στον νόμο του ισχυροτέρου. Μια ιστορία εγκλήματος και τιμωρίας. Ο κεντρικός ήρωας εκδικείται τον διώκτη του, αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί ότι η εκδίκηση δεν του φέρνει την επιθυμητή ειρήνευση και απελευθέρωση. Προσπαθεί να επιβιώσει και συγχρόνως παλεύει με εσωτερικά διλήμματα. Δίνοντας ψυχολογικές διαστάσεις στο έργο του, ο συγγραφέας περιγράφει τον εσωτερικό, γενναίο αγώνα του ήρωά του που είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Αν και ξέρει τι τον περιμένει, ποιες θα είναι οι συνέπειες των πράξεών του, όταν του δίνεται η ευκαιρία να δραπετεύσει δεν το βάζει κάτω, συνεχίζει για να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε.

Δίπλα στον Ιλιά πρωταγωνιστεί η σύγχρονη Ρωσία. Ο Γκλουκόφσκι, ο οποίος δεν κρύβει την αρνητική στάση του απέναντι στην πολιτική εξουσία και ειδικά τον Πούτιν (συγκαταλέγεται σε αυτούς που καταδίκασαν την εισβολή στην Ουκρανία), συμπεριλαμβάνει σε αυτό το βιβλίο μια εικόνα της μετασοβιετικής κατάστασης, όπου ο δυτικός τρόπος ζωής κερδίζει συνεχώς έδαφος και συγκρούεται με τον κρατικό μηχανισμό. Περιγράφει τη Μόσχα ως μια πόλη που σφύζει από τους ρυθμούς της μουσικής στα νυχτερινά μαγαζιά, λουσμένη στα φώτα νέον των μοντέρνων καφέ και παρατηρεί έκπληκτη τον εθισμό στα ναρκωτικά. Την παρουσιάζει ζωντανή και γεμάτη όνειρα για το μέλλον, αλλά αντιμέτωπη με το παρελθόν και την περιφέρεια, βυθισμένη στο γκρίζο και την απάθεια. Μιλάει ανοιχτά για διεφθαρμένους αξιωματούχους και νεόπλουτους, για αστυνομικό κράτος, μηχανορραφίες στην κορυφή της εξουσίας και σταλινικές μεθόδους μεταχείρισης των πολιτών. Ο Ιλιά δεν βρίσκει το δίκιο του όταν σε ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης της Μόσχας, προσπαθώντας εν ώρα αστυνομικής επιχείρησης να υπερασπιστεί την κοπέλα του, βρίσκεται ένοχος καθώς του φυτεύουν αδίστακτα στη τσέπη ναρκωτικά, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί και να φυλακιστεί, συντρίβοντας τη νιότη του.

Ωστόσο, το «ΤΕΧΤ» δεν είναι ένα αυστηρά πολιτικό μυθιστόρημα, καθώς περιέχει περισσότερη κοινωνιολογική παρατήρηση. Το μεγαλύτερο μέρος του δεν είναι τίποτα άλλο από τα περιεχόμενα SMS,  μηνύματα στο messager κι άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στα οποία επιδίδονται φανατικά και οι νέοι της Ρωσίας. Όταν ο Ιλιά εκτίει την ποινή του κι επιστρέφει στη Λόμπνια με όνειρα για μια νέα αρχή βρίσκεται μέσα σε ένα τεράστιο κενό. Ο κόσμος που άφησε δεν είναι πιά εκεί: η μητέρα του έχει πεθάνει λίγο πριν από την επιστροφή του (εκείνος οφείλει να φροντίσει για την ταφή της), η κοπέλα του έχει παντρευτεί και ο κολλητός του φίλος τον αντιμετωπίζει με καχυποψία. Το μυθιστόρημα συνιστά και μια μελέτη περίπτωσης ενός ανθρώπου που δεν έχει τίποτα, παρά ελάχιστα χρήματα που του άφησε η μάνα του στο σπίτι και μια λαχανόσουπα για φαγητό. Επιπλέον, αφόρητη μοναξιά κι ένα κινητό τηλέφωνο το οποίο αποσπά από τον Πιοτρ (Πέτια) Χάζιν σε μια τραγική τροπή της τύχης, όταν εκδικείται θανάσιμα τον αστυνομικό που κάποτε του φύτεψε το «μαύρο πακετάκι». Ο τελευταίος, με γερές πλάτες να τον προστατεύουν, πήρε προαγωγή στη Δίωξη Ναρκωτικών, ενώ συνεχίζει ακάθεκτα την παράνομη εμπορία ουσιών, και ο Ιλιά κατέληξε πίσω από τα κάγκελα.

Μετά την εκδίκηση, ο Ιλιά αναζητά οδό διαφυγής και δεν είναι άλλη από το εισδύσει στη ζωή του Πέτια. Μια έρευνα στο τηλέφωνο του νεκρού είναι αρκετή ώστε να τον γνωρίσει και να τον υποδυθεί. «Η μνήμη του τηλεφώνου ήταν εκατόν είκοσι οχτώ γκίγκα. Η ζωή του ολάκερη χωρούσε εκεί μέσα, κι έμενε χώρος για μουσική». Κάθε φορά που χτυπά το τηλέφωνο του διώκτη του, ο Ιλιά τρυπώνει στην «ηλεκτρονική ψυχή» του και στο «αρχείο της ζωής του», σκαλίζει τις προηγούμενες επικοινωνίες και εν συνεχεία απαντά, κατορθώνοντας να γίνει πιστευτός σε γονείς, συναδέλφους, προϊσταμένους, συνεργάτες στον υπόκοσμο και βέβαια στη Νίνα, την εγκυμονούσα κοπέλα του αστυνομικού. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον ίδιο και τον πρώην κάτοχο του κινητού σιγά σιγά θολώνει, μέχρι τη στιγμή που δεν μπορεί να ξεχωρίσει πόσο είναι ο Ιλιά και πόσο ο άλλος. Δεν υποδύεται πια τον Πέτια, γίνεται αυτός. Τελικά μαθαίνουμε περισσότερα για την προσωπικότητα του Πέτια, χάρη στη βάση δεδομένων του τηλεφώνου του, παρά για τον τραγικό κεντρικό ήρωα που μπορούμε να συμπονέσουμε και να καταδικάσουμε συγχρόνως.

Το μοτίβο του μυθιστορήματος είναι το κείμενο, δηλαδή η επικοινωνία στον 21ο αιώνα, με τη χρήση της τεχνολογίας. Ο Γκουχόφσκι παρουσιάζει έναν κόσμο περιορισμένο στην οθόνη του τηλεφώνου και κρυμμένο στη μνήμη του, μέσα στο οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος κλειδώνει όλη τη ζωή του. Συζητήσεις με αγαπημένα πρόσωπα, φωτογραφίες, διευθύνσεις και αριθμούς, ιδιωτική και επαγγελματική αλληλογραφία – όλα αυτά αποθηκευμένα μέσα στο smartphone. Το να χάσει κανείς μια τέτοια συσκευή ισοδυναμεί με το να χάσει τον έλεγχο της ζωής του, τις αναμνήσεις του παρελθόντος, τις αποδείξεις της ύπαρξής του. Έξυπνα και πειστικά, ο συγγραφέας βάζει έναν καθρέφτη μπροστά στον αναγνώστη και του δείχνει τον εικονικό κόσμο μέσα στον οποίο ζει, αντικαθιστώντας τα πραγματικά συναισθήματα με τα emoticon και τις αληθινές ανθρώπινες σχέσεις με τα social media. «Μέσα στον ηλεκτρικό όλοι κοιτούσαν τα κινητά τους. Όλοι είχαν ξεμάθει να βρίσκονται μόνοι με τον εαυτό τους, αυτό το θεωρούσαν μεγάλη ερημιά».

Το πολυεπίπεδο «ΤΕΧΤ» είναι ένα μυθιστόρημα που κερδίζει τον αναγνώστη, όχι μόνο για τα νοήματά του, τους συμβολισμούς και τη διαχείριση ενός σύνθετου πραγματολογικού υλικού, αλλά και για το στυλ και τη ζωντανή γλώσσα του, η οποία συνεχώς ισορροπεί ανάμεσα στην κομψή γλώσσα του Ιλιά, ως γιού δασκάλας και φοιτητή φιλολογίας, και στις χυδαιότητες των ανθρώπων του υποκόσμου. Ο Γκλουχόφσκι αποτυπώνει με μαεστρία (και αποδίδει θαυμάσια στα ελληνικά η μεταφράστρια Σταυρούλα Αργυροπούλου) τις γλωσσικές αποχρώσεις των στρωμάτων της ρωσικής κοινωνίας, γεγονός που δίνει στο μυθιστόρημα μοναδική αξιοπιστία.

Η γοητεία στον τρόπο γραφής του δημοφιλούς σύγχρονου Ρώσου συγγραφέα, σε συνδυασμό και με την προσεκτική κοινωνική παρατήρηση, τον φέρνει πιο κοντά στους μεγάλους προκατόχους του και μας κάνει να αναρωτηθούμε πώς θα χειριζόταν τα μυθιστορήματά του ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι αν ζούσε στην εποχή των smartphone  και του διαδικτύου.

Το τολμηρό εγχείρημα του Ντμίτρι Γκλουχόφκσι τελειώνει με μια φράση που το συνοψίζει και το εικονογραφεί: «Υπάρχουν άνθρωποι που κάτι αφήνουν στο διάβα τους, κι άλλοι που δεν αφήνουν το παραμικρό».

 

Dmitry Glukhovsky, ΤΕΧΤ , μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, Καστανιώτης, σελ. 437

Βρες το εδώ

 

 

 

Προηγούμενο άρθροYoko Ogawa: Με ενδιαφέρουν τα ανθρώπινα θαύματα (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθροΗ μνήμη και οι τόποι του Θοδωρή Γκόνη (του Σταύρου Χατζηθεοδώρου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ