Ένας Ρίπλεϊ και «Δύο χέστηδες» σε μια υποτονική θεατρική Αθήνα (της Όλγας Σελλά)

0
492

 

της Όλγας Σελλά

Μάλλον υποτονικό (και ίσως είναι και επιεικής η λέξη) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτό το δεύτερο μέρος της φετινής θεατρικής σεζόν. Όχι ότι δεν υπάρχουν παραστάσεις, υπάρχουν και  πολλές. Αλλά δεν υπάρχει εκείνο το αίσθημα της προσμονής να δεις κάποιαν ή κάποιες (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) οπωσδήποτε. Ούτε πολλά μεγάλα έργα μας περιμένουν, ούτε προτάσεις σκηνικές προκαλούν αδημονία. Οι δύο παραστάσεις με τις οποίες θ’ ασχοληθούμε σήμερα έχουν, θα μπορούσαν να έχουν, όλες τις προϋποθέσεις για να είναι οπωσδήποτε ενδιαφέρουσες. Η μία, «Οι δύο χέστηδες» που παρουσιάζεται στο Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου, έχει τη σκηνοθετική υπογραφή του Βασίλη Παπαβασιλείου και φέρει την ατμόσφαιρα και την ανεμελιά των βωντβίλ γραμμένη από τον Ευγένιο Λαμπίς σε συνεργασία με τον Μαρκ Μισέλ. Η δεύτερη έχει την ατμόσφαιρα και τη γοητεία των πολυεπίπεδων έργων της Πατρίτσια Χάισμιθ, και «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» είναι από τα πιο γνωστά και αγαπητά έργα της. Το σκηνοθετεί φέτος ο Πέτρος Ζούλιας στο θέατρο «Ιλίσια-Βολανάκης». Ήταν όμως ενδιαφέρουσες; Για να δούμε.

 

Δύο άβουλοι, δύο δειλοί, «δύο χέστηδες»

Η αλήθεια είναι πως όταν διάβασα στο δελτίο Τύπου ότι το έργο παρουσιάζεται για «πρώτη φορά στην Ελλάδα», λίγο δαγκώθηκα. Γιατί τα σπανίως παιζόμενα έργα, είναι σπανίως παιζόμενα γιατί έχουν δομικά προβλήματα. Ή γιατί απλώς δεν φέρουν τίποτα ιδιαίτερο. Και πράγματι η ιστορία αυτής της μονόπρακτης φαρσοκωμωδίας-βαριετέ, που γράφτηκε το 1860, ούτε τρομερές ανατροπές έχει, ούτε εμβαθύνει ιδιαίτερα σε κάποια παθογένεια –σχολιάζει απλώς τη δειλία κάποιων συμπεριφορών-, ούτε ήρωες σημαντικούς έχει να δείξει. Είναι η ιστορία της Καικίλια (Κλέλια Ανδριολάτου), που έχει από τη μια τον πατέρα της τον Τιμποντιέ (Θέμης Πάνου) που δεν μπορεί να αρνηθεί την πρόταση γάμου σ’ έναν αλαζόνα και επηρμένο προικοθήρα, τον Γκαραντού (Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος), κι έχει από την άλλη τον αγαπημένο της, τον Φρεμισέν (Γιώργος Γλάστρας), ο οποίος ντρέπεται τόσο πολύ που δεν τολμάει να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Το πιο δυνατό στοιχείο του έργου είναι η εξυπνάδα και η αποφασιστικότητα της Καικίλια που καταφέρνει και να ξεμπροστιάσει τον αναιδή προικοθήρα και να παντρευτεί τον αγαπημένο της. Αυτή η ιστορία στήθηκε στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης της οδού Φρυνίχου, και ενώ είχε υπογραφές σημαντικές σε κάθε θεατρική συνέργεια για το τελικό αποτέλεσμα της παράστασης, έλειπαν πολλά. Κατ’ αρχήν έλειπε ο ρυθμός της φάρσας, ο φρενήρης ρυθμός της φάρσας, οι συμπτώσεις που φέρνουν τα πάνω-κάτω, και είχε αντικατασταθεί με τις σκιές των ηθοποιών πίσω από εκείνα τα τελάρα (που δεν ξέρω πόσες φορές και σε πόσες παραστάσεις της Φρυνίχου τα έχω δει σε άλλη διάταξη), που αυτή τη φορά είχαν ένα διάφανο ύφασμα. Αυτά τα τελάρα προσπαθούσαν να δημιουργήσουν το μπες-βγες των ηθοποιών, και το μόνο χρώμα που υπήρχε ήταν τα κόκκινα πλαστικά (!) λουλούδια. Ο Βασίλης Παπαβασιλείου έδωσε έμφαση περισσότερο στη γλώσσα του κειμένου, στο φόβο της γλώσσας και της έκφρασης, και στη σωματική έκφραση των ηθοποιών. Η αλήθεια είναι ότι η Στέλλα Κάλτσου έκανε πολύ ωραία δουλειά με τις διαφάνειες και τους φωτισμούς, αλλά αρκεί αυτό για τη σκηνική όψη; Όσο για τις ερμηνείες, μας αποζημίωσε το δίδυμο Θέμης Πάνου-Γιώργος Γλάστρας (πραγματικά ήταν απολαυστικοί οι διάλογοί τους και η συνύπαρξή τους στη σκηνή), η Κλέλια Ανδριολάτου έφερε το κέφι και το νάζι της στο ρόλο της Καικίλια, ήταν σωστή η υπηρέτρια της Σμαράγδας Κοκκίνου και για πρώτη φορά δεν με έπεισε καθόλου ο πολύ καλός ηθοποιός Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος. Η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου έδωσε κάπως πνοή σ’ ένα έργο που σ’ έκανε μόνο να μειδιάς, αλλά δεν έδωσε σε καμία περίπτωση την ανάταση και το λυτρωτικό γέλιο που δίνει μια φάρσα.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου, Δραματουργία:  Βασίλης Παπαβασιλείου- Νικολέτα Φιλόσογλου, Συνεργάτις σκηνοθέτη: Νικολέτα Φιλόσογλου, Σκηνικά-κοστούμια: Άγγελος Μέντης , Μουσική σύνθεση: Άγγελος Τριανταφύλλου , Χορογραφία-κίνηση: Φωκάς Ευαγγελινός, Σχεδιασμός φωτισμών: Στέλλα Κάλτσου, Βοηθός σκηνοθέτη: Πάνος Αποστολόπουλος

Φωτογραφίες: Ελευθερία Νικολαΐδου

 

Παίζουν (αλφαβητικά): Κλέλια Ανδριολάτου, Γιώργος Γλάστρας, Σμαράγδα Κακκίνου, Θέμης Πάνου, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος.

Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου (Φρυνίχου 14, Πλάκα).

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη στις 8μ.μ., Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 9μ.μ., Κυριακή στις 7μ.μ.

 

Στο σκοτεινό μυαλό του κυρίου Ρίπλεϊ

Από το 1955, οπότε τον πρωτοσύστησε στο κοινό μέσα από τις σελίδες των βιβλίων της η Αμερικανίδα συγγραφέας Πατρίτσια Χάισμιθ, ο Τομ Ρίπλεϊ συνεχίζει να γοητεύει, να μπερδεύει, να τρομάζει, να φοβίζει, να αγανακτεί όσους έρχονται σ’ «επαφή» μαζί του, είτε ως αναγνώστες είτε ως θεατές. Γιατί ο κύριος Ρίπλεϊ έχει μεταφερθεί πολλές φορές, κυρίως στον κινηματογράφο (για πρώτη φορά το 1960, με τίτλο “Γυμνοί στον ήλιο” σε σκηνοθεσία  Ρενέ Κλεμάν, μουσική του Νίνο Ρότα και πρωταγωνιστές τον Αλαίν Ντελόν και τη Μαρί Λαφορέ. Με τίτλο του βιβλίου γίνεται ξανά ταινία το 1999, σε σκηνοθεσία Άντονι Μιγκέλα, με πρωταγωνιστές τους Ματ Ντέιμον, Τζουντ Λο, Γκουίνεθ Πάλτροου, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν και Κέιτ Μπλάνσετ). Αλλά και στο θέατρο σε διάφορες διασκευές. Στην παράσταση το Πέτρου Ζούλια, η διασκευή βασίζεται στο πρωτότυπο μυθιστόρημα και στη μετάφραση του Ανδρέα Αποστολίδη (στην έκδοση της «Άγρας»).

Στη μικρή σκηνή του «Ιλίσια-Βολανάκης» έχει στηθεί ένας χώρος που παραπέμπει σε μυστήριο και σε μια αστική αρχοντιά (ένα μεγάλο παλιό ξύλινο τραπέζι, ένα σεκρετέρ στη γωνία, μια παλιά γραφομηχανή να δεσπόζει και μπουκάλια με ποτό. Ένα μέρος της σκηνής φιλοξενεί τους άλλους χώρους δράσης του έργου, και χωρίζεται από μια διάφανη κουρτίνα). Στον κύριο χώρο πρωτοσυναντώνται κάπου στην Ιταλία, ο Τομ Ρίπλεϊ (Μιχάλης Συριόπουλος) -ένας άνθρωπος πανέξυπνος, πανούργος, σκοτεινός, με πολλές φοβίες, πολλά κόμπλεξ κι άλλες τόσες φιλοδοξίες, με τεράστια αγωνία αναγνώρισης, με άγχος για το ότι είναι «παντελώς άγνωστος»- με τον πλούσιο γόνο Ντίκι Γκρίνλιφ (Μιχαήλ Ταμπακάκης), που διάγει διαρκείς διακοπές ξοδεύοντας τη γονική περιουσία. Ο Ρίπλεϊ θα ήθελε να είναι ο Ντίκι και κάνει ό,τι μπορεί για να το καταφέρει. Μέχρι φόνους. Αλλά κάθε φορά ξεγλιστρά. Γιατί ξέρει να υποκρίνεται, ξέρει να αλλάζει συμπεριφορές -«Από μικρός ήθελα να γίνω ηθοποιός. Θέλω να παίζω στη ζωή, ό,τι δεν μπορούσα στη σκηνή», λέει ο Ρίπλεϊ-, ξέρει να μπερδεύει τα πράγματα και τα πρόσωπα που έχει γύρω του. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο του βιβλίου. Γιατί στις σελίδες του εντοπίζουμε τη διαρκή μάχη του ψέματος και της αλήθειας, του φανταστικού και του πραγματικού, των μεταμορφώσεων, των σκοπιμοτήτων, των χειρισμών, των «ιδανικών» που μαγεύουν και τους κάνουν να χάσουν την ψυχή τους. Και έντονα παρούσα είναι και η διαδικασία της γραφής –τα πλήκτρα της παλιάς γραφομηχανής την εικονοποιούν-, οι κόσμοι που πλάθει, η φαντασία που απελευθερώνει, οι χαρακτήρες που χαράσσει.

Δίνοντας ικανοποιητικά και με τους φωτισμούς και με τη μουσική το κλίμα του θρίλερ και της αγωνίας, ο Πέτρος Ζούλιας έκανε πιο θεατρικό το τοπίο του «Ταλαντούχου κύριου Ρίπλεϊ». Χωρίς πολλά πλουμίδια. Εστιάζοντας κυρίως στην ατμόσφαιρα και στις ερμηνείες. Χωρίς να αποφύγει όμως μια τηλεοπτική αίσθηση, κυρίως γιατί οι πολύ καλοί ηθοποιοί που ερμηνεύουν τους δύο βασικούς ρόλους (Μιχάλης Συριόπουλος, Μιχαήλ Ταμπακάκης) φέρουν σχεδόν ατόφιο το τηλεοπτικό τους προσωπείο επί σκηνής. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι καλοί. Αλλά δεν έφεραν κάτι άλλο. Παρότι υπήρχαν μερικές σκηνές, άκρως θεατρικές, όπως εκείνη που ο Ρίπλεϊ μοιάζει να κοιτάζεται στον καθρέφτη, όταν ενδύεται τα ρούχα και το στυλ του νεκρού, πια, Ντίκι Γκρίνλιφ. Θαυμάσια σκηνή. Σωστή η Ήβη Νικολαΐδου στο ρόλο της γυναίκας που ενώνει και γοητεύει τους δύο άντρες. Επαρκής στον διπλό ρόλο του ο Ιωάννης Αθανασόπουλος.

Συνολικά είναι μια παράσταση που μεταδίδει το κλίμα του μυστηρίου, του θρίλερ και του βιβλίου, και γέρνει πολύ προς ένα τηλεοπτικό ύφος ερμηνειών.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Θεατρική Μεταφορά – Σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας, Μετάφραση από το πρωτότυπο κείμενο: Ανδρέας Αποστολίδης (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ), Σκηνικά: Άννα Ζούλια, Μουσική επιμέλεια & Ηχητικός σχεδιασμός: Γεράσιμος Ευαγγελάτος, Σχεδιασμός φωτισμών: Μελίνα Μάσχα, Βοηθοί Σκηνοθέτη: Μαριάννα Τουντασάκη, Χριστίνα Μπαρίτα, Φωτογραφίες: Διονύσης Κούτσης, Τρέιλερ: Βασίλης Καγκελάρης

Δημιουργία Κοστουμιών: Νίκος Αποστολόπουλος

ΠΑΙΖΟΥΝ

Μιχάλης Συριόπουλος, Μιχαήλ Ταμπακάκης, Ιωάννης Αθανασόπουλος, Ήβη Νικολαΐδου

 

Θέατρο «Ιλίσια-Βολανάκης» (Παπαδιαμαντοπούλου 4)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη στις 19.00, Πέμπτη (Λαϊκή) στις 20.00, Παρασκευή στις 21.00, Σάββατο στις 18.00 & 21.00, Κυριακή στις 18.00

 

 

Προηγούμενο άρθρο«Δεν διαβάζεις τους κλασικούς για να περάσεις την τάξη»- 4 κλασικοί Μπαλζάκ, Φλωμπέρ, Ντοστογιέφσκι, Χάινριχ Μαν (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Περιπατητικό συνέδριο για νέους πεζογράφους

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ