Ένας «Πλατόνωφ» που δεν τσαλακώθηκε, δεν καταρρακώθηκε (της Όλγας Σελλά)

0
453

 

της Όλγας Σελλά

 

Τα πρωτόλεια ή τα πρώιμα έργα των μεγάλων δημιουργών είναι σημαντικά ίσως όχι αυτά καθεαυτά, αλλά κυρίως γιατί συμπληρώνουν τη διαδρομή του δημιουργού τους. Και μάλιστα την αρχή αυτής της διαδρομής. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει και ο «Πλατόνωφ» του Άντον  Τσέχωφ (1860-1904), που γράφτηκε το 1878, αλλά παραστάθηκε για πρώτη φορά, μετά το θάνατο του συγγραφέα του, το 1923. Ένα έργο που βρέθηκε άτιτλο στα κατάλοιπα του συγγραφέα (και τιτλοφορήθηκε με το όνομα του κεντρικού ήρωα), ανοικονόμητο σε έκταση, αφού αν παρουσιαστεί ολόκληρο μπορεί να φτάσει και τις οκτώ ώρες –έτσι κι αλλιώς όταν ξεκινάει κανείς, δύσκολα μπορεί να διορθώσει ή να περικόψει δικά του κείμενα-, αλλά τόσο Τσέχωφ…

Τον τρίτο «Πλατόνωφ» αυτής της σεζόν στις αθηναϊκές σκηνές σκηνοθετεί, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, ο Άντολφ Σαπίρο, μαθητής και διάδοχος της Maria Knebel, η οποία με τη σειρά της, ήταν μαθήτρια και διάδοχος του Konstantin Stanislavsky. Ένας σκηνοθέτης που έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της διαδρομής του στη μελέτη, την ερμηνεία και τη σκηνοθεσία των έργων του Τσέχωφ. Κι όμως, για πρώτη φορά καταπιάνεται με το πρωτόλειο έργο του Τσέχωφ.

Η ιστορία του «Πλατόνωφ» είναι η συνάντηση και η συναναστροφή μιας παρέας διαφορετικών ανθρώπων, στη χαλαρή καλοκαιρινή ατμόσφαιρα του σπιτιού  της γοητευτικής χήρας Άννας Πετρόβνα (Παναγιώτα Βλαντή). Επίκεντρο, και μήλον της έριδος για πολλές από τις γυναίκες της συντροφιάς είναι ο δάσκαλος Μιχαήλ (Μίσα) Βασιλίεβιτς Πλατόνωφ (Γιώργος Χριστοδούλου). Ένας άνθρωπος γοητευτικός όσο και αυτοκαταστροφικός, κυνικός, προκλητικός, σκληρός συχνότατα, ευάλωτος άλλο τόσο συχνά, ανερμάτιστος. Ένας μποέμ του καιρού του, ένας «εκφραστής της σύγχρονης αβεβαιότητας».

Ο Άντολφ Σαπίρο έστησε ένα επικληνές σκηνικό στην Κεντρική Σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, σαν να ήθελε να δηλώσει το γλίστρημα των ανθρώπων που κινούνται πάνω του, σε μια άβυσσο ματαιότητας, θλίψης και απογοήτευσης. Βλέπουμε τους πολλούς χώρους του σπιτιού (το σαλόνι, τη βεράντα, την τραπεζαρία, κ.λπ.) σ’ ένα ενιαίο πλαίσιο (κάτι που είχαμε πρωτοδεί στις «Τρεις αδελφές» του Τιμοφέι Κουλιάμπιν στο  Φεστιβάλ Αθηνών). Όλα είναι λευκά: και τα κοστούμια όλων των ηθοποιών, αλλά και τα έπιπλα είναι σκεπασμένα με λευκά καλύμματα, τα οποία, καθώς ξεκινάει η παράσταση σιγά σιγά βγαίνουν και το χρώμα επανέρχεται στο χώρο, μαζί με τη ζωή. Διαφορετικές γενιές ανθρώπων, διαφορετικές αντιλήψεις, η σύγκρουση του παλιού με το καινούργιο («στην εποχή μας δεν γελούσαμε με τα δάκρυα των άλλων, ούτε φεύγαμε από το θέατρο» ή «έχετε διώξει τον ρομαντισμό και άλλα πολλά»), σχέσεις που καμώνονται τις επιτυχημένες (όπως της Σόνιας με τον Σεργκέι, ή του Πλατόνωφ με τη Σάσα), επιθυμίες που καταχωνιάζονται ή διεκδικούνται αδέξια, περιουσίες που αλλάζουν χέρια και μια καθημερινότητα τελματωμένη. Γι’ αυτό στο δεύτερο μέρος του έργου, όταν όλοι γνωρίζουν τα αδιέξοδα, το χρώμα που κυριαρχεί είναι το μαύρο. Ναι υπάρχουν πολλά από τα μεγάλα έργα του Τσέχωφ σ’ αυτό το πρώτο, το αρχικό του έργο. Κυρίως από τον «Γλάρο» και τον «Βυσσινόκηπό» του. Αλλά και από τον «Θείο Βάνια». Με το στοιχείο του χιούμορ ή του σαρκασμού να υπάρχει σε μεγαλύτερες δόσεις και πιο εμφανές, πιο ανεπεξέργαστο.

Και θα είχαμε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να δούμε μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση αυτού του δύσκολου στη σκηνή έργου, από έναν άνθρωπο, τον Άντονλφ Σαπίρο, που τον ξέρει πολύ καλά. Και που πράγματι έκανε μια υποδειγματική διασκευή του κειμένου και έστησε ένα σκηνικό που έβαζε αμέσως τον θεατή στο σύμπαν του Τσέχωφ. Και προχωρώντας η παράσταση, προχωρώντας η απογύμνωση και το βάλτωμα των ηρώων, όλα τα αντικείμενα του χώρου, σιγά σιγά μεταφέρονται στο πίσω μέρους της επικλινούς σκηνής, σωριάζονται το ένα πάνω στ’ άλλο σαν σε χωματερή. Και το ανθισμένο δέντρο της αρχής, είχε χάσει πια όλα τα φύλλα του. Κι ήταν αυτό ένα μικρό δείγμα της «γλώσσας» του Σαπίρο, που δεν την είδαμε σε όλη της τη διάσταση.

Γιατί, προς μεγάλη μας απογοήτευση, είδαμε μια παράσταση που σε καμία περίπτωση δεν μετέφερε τις δονήσεις που ένιωθαν οι ήρωες, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ο Γιώργος Χριστοδούλου απέδωσε πολύ επιφανειακά την αδιέξοδη αναζήτηση του Πλατόνωφ, την ανάγκη του να ρισκάρει και να αλλάξει τη ζωή του και τον δισταγμό που τον τραβάει πίσω. «Δεν περιμένω ν’ αλλάξει τίποτα. Αποβλάκωση» λέει. Κι αλλού: «Τρέχω να ξεφύγω από τον εαυτό μου. Ούτε εγώ δεν ξέρω πού πάω. Πάω προς τη νέα ζωή».  Αλλά όλα αυτά, που δηλώνουν έναν άνθρωπο διαλυμένο, ακούγονται τόσο επίπεδα… Η Παναγιώτα Βλαντή έκανε ό,τι μπορούσε αλλά ήταν κυρίως η ντάμα, όχι η γυναίκα που αγαπάει τον ίδιο άντρα με τη νύφη της και που  θέλει να τα τινάξει όλα στον αέρα. Η Έρρικα Μπίγιου ως Σοφία, που υποφέρει και τιμωρεί τον άνθρωπο που της διέλυσε την καρδιά, τον Πλατόνωφ, ελάχιστα θύμιζε την υπέροχη Σόνια της στο «Έγκλημα και τιμωρία» που σκηνοθέτησε ο Βασίλης Μπισμπίκης στη Στέγη, παρότι, κυρίως στο δεύτερο μέρος, μετέδωσε την απελπισία της. Ο Όμηρος Πουλάκης μετέφερε καίρια την αφέλεια, την αθωότητα, την καλή προαίρεση του Σεργκέι που πληγώνεται ακριβώς όπως τα παιδιά, και ήταν από τους πιο τσεχωφικούς χαρακτήρες της παράστασης. Εύστοχοι ήταν επίσης ο Κώστας Φλωκατούλας, ο Δημήτρης Καραμπέτσης και ο Θανάσης Ζερίτης στους ήρωες που υποδύθηκαν, αλλά δεν ήταν εκείνοι που έδιναν τον τόνο στην παράσταση. Η Ιώβη Φραγκάτου ήταν επαρκής αλλά λίγο πιο εξωστρεφής απ’ όσο έπρεπε, όπως και η Ειρήνη Καζάκου, ενώ ο Θανάσης Βλαβιανός  δεν έφτασε τα επίπεδα που μας έχει συνηθίσει.

Ο Άντολφ Σαπίρο μας έδωσε πράγματι το απόσταγμα του πρωτόλειου έργου ενός μεγάλου και αγαπημένου δημιουργού, φώτισε μέσα από τη διασκευή του όσα θα αφορούσαν και στη συνέχεια τη γραφή του Τσέχωφ, και συνεχίζουν να αφορούν τους θεατές και του 21ου αιώνα. Αλλά δεν κατάφερε, και πιστεύω όχι με δική του ευθύνη, να μεταδώσει τα σπουδαία πάθη, τις αβυσσαλέες αμφιβολίες, την εγκατάλειψη και την προδοσία που υφίστανται, το κενό που νιώθουν, το ανικανοποίητο που τους τρελαίνει. Στο τέλος ο Μιχαήλ Πλατόνωφ λέει: «Καταρρακώθηκα. Τσαλακώθηκα. Ο Άμλετ φοβόταν τα ονείρατα. Εγώ φοβάμαι τη ζωή. Πλήγωσα του πάντες. Ο βασιλιάς Οιδίποδας έβγαλε τα μάτια του. Εγώ δεν μπόρεσα». Συγκλονιστικές φράσεις που δείχνουν και τη «συνομιλία» του Τσέχωφ με σπουδαίους προγόνους του στη γραφή. Τι κρίμα που εμείς στην πλατεία δεν καταφέραμε να νιώσουμε αυτή την καταρράκωση…

 

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Κείμενο: Άντον Τσέχωφ, Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία : Adolf Shapiro, Μετάφραση: Ευγενία Κριτσέφσκαγια, Διερμηνέας: Ντίνα Σαράντη, Σκηνικά- Κοστούμια: Maria Tregubova, Σχεδιασμός Φωτισμών : Κατερίνα Μαραγκουδάκη, Βοηθός σκηνοθέτη: Θεοδόσης Σκαρβέλης, Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης

 

Διανομή

Πλατόνοφ: Γιώργος Χριστοδούλου

Άννα Πετρόβνα: Παναγιώτα Βλαντή

Σεργκέι Βοϊνίτσεφ: Όμηρος Πουλάκης

Σοφία: Έρρικα Μπίγιου

Σάσα: Ειρήνη Καζάκου

Νικολάι Τριλέτσκι: Γιώργος Ηλιόπουλος

Πορφύρι Γκλαγκόλεφ: Κώστας Φλωκατούλας

Τιμοφέι Μπουγκρόφ: Θανάσης Ζερίτης

Ιβάν Τριλέτσκι: Θανάσης Βλαβιανός

Γεράσιμ Πέτριν: Δημήτρης Καραμπέτσης

Μαρία Γκρέκοβα: ΙώβηΦραγκάτου

Πάβελ Σερμπούκ: Σπύρος Ιωάννου

Ντουνιάσσα: Αναΐς Έλληνα

 

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά (Ηρώων Πολυτεχνείου 32)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη και Κυριακή στις 7μ.μ., Πέμπτη και Παρασκευή στις 9μ.μ. Σάββατο στις 5.30μ.μ. και στις 9μ.μ.

Διάρκεια παράστασης 135 λεπτά με διάλειμμα.

Μέχρι 28 Απριλίου.

 

Προηγούμενο άρθροΈνας σύντομος οδηγός για να μην πάμε αδιάβαστοι/ες στα Oscar (της Αλεξάνδρας Χαΐνη)
Επόμενο άρθροΗ ποιητική του τραύματος (της Αγάθης Γεωργιάδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ