Ένας πατριωτισμός των γραμμάτων (του Στέφανου Δημητρίου)

0
346

του Στέφανου Δημητρίου (*)

 

I

«Το παρόν Υπόμνημα αποτελεί επίσημη διακήρυξη προς τη φωτισμένη Ευρώπη σχετικά με τις προσπάθειες που καταβάλλουμε προκειμένου να γίνουμε και εμείς κοινωνοί των Φώτων. Λόγω, ωστόσο, της επισημότητάς της λαμβάνει τη μορφή δέσμευσης. Και είναι σημαντικό να το γνωστοποιήσετε στο έθνος, στο όνομα του οποίου δεν δίστασα ούτε στιγμή να την αναλάβω» (σ.12). Με αυτά τα λόγια, ο Κοραής, μέλος της Societe des Observateurs de l’Homme, της Εταιρείας των Παρατηρητών του Ανθρώπου, ή της «Εταιρείας των Ανθρωποτηρητών», όπως την μεταφράζει ο ίδιος, στην επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Βασιλείου, στην οποία περιγράφει το «Υπόμνημα», καθώς και την υποδοχή της οποίας έτυχε, αποσαφηνίζει το τι είναι και σε τι αποσκοπεί αυτό το κείμενο. Η εν λόγω Εταιρεία αποτελούσε ένα θεσμικό εγχείρημα των επιστημών του ανθρώπου – ή μάλλον, για τα δεδομένα της εποχής – μιας επιστήμης του ανθρώπου, η οποία θα απέβλεπε στη διανοητική και ηθική ωριμότητα και χειραφέτησή του. Στον αιώνα των Φώτων, η Εταιρεία αποσκοπεί ακριβώς στον Διαφωτισμό των ανθρώπων, μέσα από μία ευρύτερη κατανόηση του ανθρώπου, μία – εδώ είναι μάλλον αναπόφευκτη η ταυτολογία – ανθρωπιστική θεώρηση του ανθρώπου. Ωστόσο, δεν είναι ακριβώς ταυτολογία, εάν λάβουμε υπόψη ότι ο Διαφωτιστικός ανθρωπισμός συλλαμβάνει τον άνθρωπο ως πρόσωπο εγγενούς αξίας – και άρα και αντίστοιχης ισότιμης αναγνώρισης – ακριβώς επειδή είναι άνθρωπος. Το «Υπόμνημα», συνταχθέν στο ενδιάμεσο 18ου και 19ου αιώνα, έχει χαρακτηριστικά πολιτικής διακήρυξης, στον πυρήνα της οποίας εδρεύει η παραπάνω θεώρηση του ανθρώπου. Αυτή η θεώρηση νοηματοδοτεί και το πώς ο Κοραής μιλά για τους ομοεθνείς του, όχι μόνο στη χώρα τους, αλλά και σε σχέση με την Ευρώπη, τον πολιτισμό της και τους λαούς της[1]. Όταν ο Κοραής παρουσιάζει το «Υπόμνημα» (1803) στην «Εταιρεία», ο σκοπός του δεν είναι απλώς να σαλπίσει την ηθική και πνευματική αναγέννηση του έθνους, αλλά να δείξει ότι η πολιτική συγκρότησή του είναι μέρος βαθειών και ριζικών κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών. Προϋπόθεση, όμως, για αυτήν την αναγέννηση της  χώρας, είναι να συντελεστεί η μέγιστη ηθική αλλαγή των ανθρώπων, η οποία θα εκφραζόταν με τη δυναμική εναντίωση προς τις δυνάμεις του ζυγού και της υποδούλωσης. Κατά τον Κοραή, σηματωρός, για αυτήν την πορεία προς την ηθική αναμόρφωση του έθνους, είναι η Γαλλική Επανάσταση, προς την οποία βέβαια ο Κοραής, στη συνέχεια, θα ασκήσει τη φιλελεύθερη κριτική του. Η Γαλλική Επανάσταση είναι, για τον Κοραή, αυτή που συνδέει τον Διαφωτισμό, τα Φώτα, με την έναρξη μιας ηθικής επανάστασης των Ελλήνων: «Φθάνει επιτέλους και η Γαλλική Επανάσταση, η οποία δεν παραλείπει, όπως άλλωστε το περιμέναμε, να δώσει νέα ώθηση στην ηθική επανάσταση που έχει ήδη ξεκινήσει στους Έλληνες∙ και ήταν ισχυρότατη ώθηση, στο μέτρο που συνοδευόταν από την ελπίδα να βελτιωθεί η μοίρα της Ελλάδας. Με τη νέα αυτή δόνηση τα πνεύματα ανασαλεύουν, εξάπτονται σε σημείο μάλιστα να τελούν θαυμαστές πράξεις ανδρείας σε κάποιες γωνιές της χώρας και να οργανώνουν ευρύτερα σχέδια που αφορούν μεγαλύτερη έκταση της Ελλάδας. Οι Έλληνες, ερμηνεύοντας τα εκπληκτικά επιτεύγματα των γαλλικών στρατευμάτων ως αποκλειστική συνέπεια των Φώτων, επιδιώκουν, ανάλογα με τον θαυμασμό τους για τις επιτυχίες αυτές, να αυξήσουν τα μέσα της δικής του παιδείας» (σς. 57-58). Για τον Κοραή, η συντελούμενη ηθική επανάσταση έχει προϋπόθεσή της την παιδευτική αναμόρφωση των ανθρώπων, η οποία θα οδηγήσει και στην πνευματική τους χειραφέτηση. Αυτό, δηλαδή, που είναι ο Διαφωτισμός. Ο κατακτητικός ζυγός δεν θα αποτιναχθεί, εάν προηγουμένως δεν έχει αποτιναχθεί ο ζυγός της δυναστικής αμάθειας, που κρατά τον πληθυσμό της χώρας στη δυναστική υποδούλωση της αγραμματοσύνης και της απαιδευσίας. Η πρώτη είναι το να μη γνωρίζει κάποιος γράμματα. Η δεύτερη αφορά την άγνοια ενός ηθικού αλφαβήτου (ως προς τη δεύτερη, μια ηθική-παιδευτική μεταβολή, εάν όχι επανάσταση, μπορεί να είναι συζητήσιμη ως ζητούμενο και σήμερα. Ζούμε μάλλον σε πολύ «αντεπαναστατικούς» καιρούς. Ως εκ τούτου, ο στοχασμός και οι έγνοιες του Κοραή είναι ανάσα στα πνευμόνια της κοινωνίας μας, ώστε να συνεχίζει να πορεύεται). Για τον Κοραή, στο «Υπόμνημα», η αναγέννηση της χώρας, από κοινού με την ηθική και παιδευτική ανάπλαση του πληθυσμού, ακολουθεί τη Γαλλική Επανάσταση, με την οποία συναρτάται η προσδοκία οι υπόδουλοι Έλληνες να συγκροτηθούν σε έθνος, ώστε να συνυπάρχουν υπό την πρωτοκαθεδρία και τη διεύθυνση κοινών, καθολικών νόμων. Η γενικότητα του νόμου, ως περιεχόμενο της ισονομίας, είναι, για τον Κοραή, η συνθήκη συγκρότησης ελληνικού έθνους, ως πολιτικού σώματος, σε κυρίαρχη χώρα: «Ο θαυμασμός για τα τρομερά επιτεύγματα του στρατού της Δημοκρατίας διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και έφερε ξανά στη μνήμη τους τα περασμένα ανδραγαθήματα των ελληνικών στρατευμάτων. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η εθνική κενοδοξία έκανε χώρο στην αποφασιστικότητα ενός λαού που προετοιμάζεται να γίνει έθνος. Ο ενθουσιασμός που προκάλεσε η προοπτική να κυβερνώνται αποκλειστικά από νόμους ήταν τόσο καθολικός, ώστε δεν γινόταν λόγος παρά μόνο για Γάλλους» (σ.45). Νομίζω ότι η φράση «προετοιμάζεται να γίνει έθνος» είναι και ο πυρήνας του κοραϊκού «Υπομνήματος» ως πολιτικής διακήρυξης. Και μάλιστα διακήρυξης εθνικής και πολιτικής αυτογνωσίας. Χωρίς αυτήν, δεν ευδοκιμεί η «αποφασιστικότητα ενός λαού που προετοιμάζεται να γίνει έθνος». Γι’ αυτό και η εν λόγω εθνική και πολιτική αυτογνωσία και το «προετοιμάζεται» συμπίπτουν και, ως εκ τούτου, συνεκφωνούνται από τον Κοραή.

 

II

Το «Υπόμνημα» του Κοραή παρουσιάζεται, σε αυτήν την ωραία έκδοση, ερμηνευόμενο μέσα από τρία εξεταστικά πρίσματα, τρία ερμηνευτικά κείμενα. Στο πρώτο, ο Νίκος Κοκομέλης, Επίκουρος Καθηγητής Νεότερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας, στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο,  εξετάζει τον Κοραή, σε σχέση με την «Εταιρεία των Ανθρωποτηρητών». Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το ότι ο Νίκος Κοκομέλης συσχετίζει τον Κοραή και το «Υπόμνημα» με τον Charles Athanase Walckenaer (1771-1852), ο οποίος έχει δημοσιεύσει έργο, με τίτλο Δοκίμιο για την ιστορία του ανθρώπινου είδους. Ο πολυσχιδής συγγραφέας του «Δοκιμίου», ιστορικός, γεωγράφος, αλλά και εντομολόγος, φαίνεται να μη σχετίζεται άμεσα με τον Κοραή, όπως ο ίδιο ο Κοκομέλης εξαρχής διευκρινίζει (σ.65). Ωστόσο, μοιράζονται κάτι ικανό να καταδείξει μία ορισμένη συνάφεια;  Ο Νίκος Κοκομέλης, στην αρχή του κειμένου του, προτάσσει ένα απόσπασμα από το «Δοκίμιο». Σε αυτό ο Walckenaer, παραλληλίζοντας τη σύσταση, τη διάρκεια και τη φθορά ενός κράτους, με αυτήν της ζωής του ανθρώπου, θεωρεί ότι υπάρχει μία μείζων διαφορά ανάμεσα στη ζωή των εθνών και σ αυτή των ανθρώπων, δηλαδή, ενώ η φύση οριοθετεί τη δεύτερη, εν τούτοις δεν καθορίζει την πρώτη. Η καθοδική πορεία ενός κράτους αποκαθίσταται, εάν συνδυαστεί με την επιμονή, τη σοφία, την αξία και τη γνώση, που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την κατανόηση του γιατί και ευημερούν και παρακμάζουν τα έθνη. Ο συγγραφέας του «Δοκιμίου» πιστεύει ότι όλα αυτά αποτελούν αντικείμενο μια σπουδής, η οποία θα στηρίζεται σε αντίστοιχη επιστήμη, εξηγώντας ότι «η πρώτη από όλες τις επιστήμες είναι η επιστήμη του ανθρώπου (science de l’ homme) και η τέχνη να τον κάνει ευτυχισμένο, η πρώτη από όλες τις τέχνες» (σ.63). Ο συγγραφέας του «Δοκιμίου» αναδεικνύει, όπως και ο συγγραφέας του «Υπομνήματος», την αξία της Επιστήμης του Ανθρώπου ως θεμελίου της παιδείας του Διαφωτισμού. Το κοινό τους σημείο φαίνεται να βρίσκεται ακριβώς εδώ. Ο Νίκος Κοκομέλης, αφού μας επισημάνει ότι ο Walckenaer πιθανότατα να ήταν παρών κατά την εκφώνηση του «Υπομνήματος» του Κοραή, το 1803, εξετάζει τη συμμετοχή και των δύο στην «Εταιρεία», ιδίως μάλιστα σε σχέση και με το κίνημα της Ιδεολογίας, όπως επινόησε τον όρο ο Destutt du Tracy. Εδώ, ο Κοκομέλης επισημαίνει το στοιχείο το οποίο συνδέει τον Κοραή, τον Walckenaer και τους Ιδεολόγους και το οποίο αποτυπώνεται με το ακόλουθο ερώτημα: «πώς πρέπει να χαράσσεται η πολιτική μετά την Επανάσταση και, κυρίως, πώς τα προτάγματα των Φώτων θα επικαιροποιηθούν ηθικά ώστε να αποσυνδεθούν από την τραυματική περίοδο της Τρομοκρατίας;» (σ.68). Εάν, μάλιστα, συσχετίσουμε το εύστοχο ερώτημα που διατυπώνει ο Νίκος Κοκομέλης με την ακόλουθη παρατήρηση του Πασχάλη Κιτρομηλίδη «Οι πολιτικές αντιλήψεις και θεωρητικές προτιμήσεις που διαμόρφωσε με την παρακολούθηση και αξιολόγηση των επαναστατικών γεγονότων συνιστούν την αφετηρία της στροφής του προς τον κύκλο των Ιδεολόγων. Η σύμπτωση της πολιτικής στάσης του Κοραή με τη δική τους στις διαμάχες της Γαλλικής Επανάστασης τον έφερε στη θεωρητική τροχιά τους και συνέβαλε στη δεκτικότητά στις φιλοσοφικές θέσεις της Ιδεολογίας, που αποτέλεσε το ευρύτερο πλαίσιο της πολιτικής του σκέψης» [2], τότε το κοινό αυτό σημείο αναβιβάζεται σε ερμηνευτικό τόπο, στον οποίο ανέτως  χωρεί το ενδιαφέρον ερευνητικό εγχείρημα του Νίκου Κοκομέλη, διότι αναδεικνύει ακόμη πιο καθαρά τη σχέση ανάμεσα στους Ιδεολόγους και τον Κοραή, αλλά και την, εν πολλοίς, προδρομική φιλελεύθερη κριτική του προς συγκεκριμένες φάσεις της Γαλλικής Επανάστασης, από το 1793 και μετά, και την περίοδο της επιβολής των Ιακωβίνων.

Το δεύτερο ερμηνευτικό κείμενο είναι του Αναπληρωτή Καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας, στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Γιάννη Παπαθεοδώρου, και αφορά μία εξόχως, όχι μόνο ενδιαφέρουσα, αλλά ίσως και επίκαιρη συζυγία, οι δύο όροι της οποίας αποτυπώνονται και στον υπότιτλο του κειμένου: Πατριωτισμός και Διαφωτισμός. Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου ξεκινά με μία επιστολή, σταλείσα από τον Κοραή στον Αλέξανδρο Βασιλείου (13/1/1803), στην οποία περιγράφει τις συνθήκες στις οποίες ο Κοραής συνέταξε και εκφώνησε το «Υπόμνημα». Πρέπει εξαρχής να τονιστεί ότι ο Παπαθεοδώρου μάς θέτει ως αναγνώστες στη θέση του παραλήπτη της επιστολής, αλλά και των ακροατών του εκφωνούμενου «Υπομνήματος». Ο Κοραής, στην επιστολή, επικαλούμενος ως εξήγηση για την ανταπόκριση του ακροατηρίου, την αδιάσπαστη προσοχή του, και τη θέρμη του, το «φιλόκαινον των Γάλλων» (σ.98), τονίζει την αξία και την αποτελεσματικότητα του εγχειρήματός του. Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου, όχι πολύ μακριά από την ελληνική και λατινική θεωρία της ρητορικής, δηλαδή όχι μακριά από την αριστοτελική «Ρητορική» και τον Κοϊντιλιανό, συνδέει την επιστολή που στέλνει ο Κοραής, αλλά και το εκφωνηθέν «Υπόμνημα», δηλαδή το θέμα της επιστολής, με το ύφος και το ήθος του ρήτορος, δηλαδή με το πώς κερδίζει την εύνοια του ακροατηρίου του. Για να μας το καταστήσει αυτό σαφέστερο, ο Γιάννης Παπαθεοδώρου, θα εξηγήσει το τι – αλλά και το πώς – κάνει ο Κοραής, σχηματίζοντας μια διάκριση «κλειστού» και «ανοιχτού», όπου στον καθένα από τους δύο όρους αυτής της συζυγίας αντοιστοιχούν η διάλεξη, για το πρώτο, και η επιστολή, στον δεύτερο. Ας δούμε το εξηγητικό σχήμα του Παπαθεοδώρου, με το οποίο μας αποσαφηνίζει, μέσω του «τι» και του «πώς», και τον σκοπό στον οποίον αποβλέπει ο Κοραής, ώστε και η διάλεξη και η επιστολή να αποτελούν τις αλληλοσυμπληρούμενες φάσεις μίας ενιαίας πράξης: «ο Κοραής γνωρίζει πως δεν περιγράφει μόνο μία πειστική ομιλία αλλά και ένα πολιτικό συμβάν μείζονος σημασίας, καθώς με το Υπόμνημα, θα απαντήσει στους ξένους ‘κατήγορους του γένους’ και ‘θα παρουσιάσει με συγκρατημένη υπερηφάνεια τις πρόσφατες ελληνικές επιτεύξεις’. Έτσι, η περιγραφή της ομιλίας γίνεται με πλήρη συνείδηση πως τόσο το Υπόμνημα όσο και η επιστολή προς τον Βασιλείου αποτελούν συμπληρωματικά υλικά μιας ενιαίας συγγραφικής βούλησης και δράσης στην οποία ενώνεται η θεωρία με την πράξη, το ενδιαφέρον των Γάλλων λογίων με την περιέργεια του Έλληνα εμπόρου, η ‘κλειστή’ διάλεξη με την ‘ανοιχτή’ επιστολή» (σ.98-99). Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου εστιάζεται ιδιαίτερα στον πολιτικό πυρήνα του «Υπομνήματος» και, ως εκ τούτου, η εστίασή του έχει κέντρο και το ιστορικό πλαίσιο, δηλαδή τους Ναπολεόντειους Πολέμους (σ. 106, ιδίως σημ. 29). Ο «στρατός της Δημοκρατίας», που εμπνέει την προσδοκία ότι, με πιθανή έλευσή του, θα απελευθερώσει το γένος, το οποίο, όπως είδαμε, «προετοιμάζεται να γίνει έθνος», υποδηλοί την αναγκαία εξωτερική συνθήκη, η οποία θα επέτρεπε να καταστεί τελεσφόρα «η διαδικασία του πολιτικού μετασχηματισμού του ‘γένους των Γραικών’» (σ. 106). Σε αυτό το σημείο, ο Παπαθεοδώρου μάς δείχνει ότι ο ονοματικοί-εθνικοί προσδιορισμοί, όπως «Γραικός», «Έλλην», «Ρωμιός», αποτυπώνουν συμβολικώς τη μεγάλη ιδεολογική μάχη, που κορυφώνεται, με τον Νικόδημο Αγιορείτη και τον Αθανάσιο Πάριο, να αρνούνται το όνομα «Έλλην», αρνούμενοι την αναφορά του Διαφωτισμού στην καταγωγική συνθήκη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η  χειραφεσιακή δεινότητα της οποίας ήταν ικανή να θεριέψει την ορμή της εποχής για εθνική αυτοσυνειδησία. Άλλωστε, χωρίς αυτήν, πώς θα ήταν δυνατό το γένος να «προετοιμάζεται να γίνει έθνος»; Και πώς προετοιμάζεται ο Κοραής, ως γράφων και ομιλών (στην ανάλυση του Παπαθεοδώρου, οι δύο αυτές ιδιότητες δεν συναιρούνται απλώς. Είναι συμφυείς.); Προετοιμάζεται έχοντας χωνέψει την βαθειά αρχαιογνωσία του, δηλαδή αυτοσκηνοθετούμενος με γνώμονα τον ήθος του ρήτορα, άρα τα εχέγγυα της αξιοπιστίας του, και την επίγνωση της δυναστικής επιβολής του καιρού, ως προς την αποτελεσματικότητα των εγχειρημάτων. Αλλά αυτά τα δύο είναι και τα αναγκαία προαπαιτούμενα και για τον «πολιτικό μετασχηματισμό του έθνους», δηλαδή το να πείσει ότι είναι ώριμο να αναγεννηθεί, αλλά και να κρίνει ποια είναι η κατάλληλη στιγμή, για να δείξει ότι «προετοιμάζεται να γίνει έθνος», δηλαδή να μετασχηματιστεί. Έτσι, ο Γιάννης Παπαθεοδώρου αναδεικνύει, μέσα από τη συνολική ανάλυσή του, τη σχέση ανάμεσα στην πειθώ και τον πατριωτισμό (σ.120) συνδέοντάς την με τον Πατριωτισμό και τον Διαφωτισμό.

Στο τελευταίο κείμενο, ο συγγραφέας του, Αλέξανδρος Κατσιγιάννης, Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, χαρτογραφεί τη διαδρομή του «Υπομνήματος» ως προγραμματικού, πολιτικού κειμένου, ως διακήρυξης με προγραμματικό προσανατολισμό και ισχύ για το γένος, που «προετοιμάζεται να γίνει έθνος». Άλλωστε το «προετοιμάζεται» εγγράφεται στον προγραμματικό ορίζοντα μιας τέτοιας διακήρυξης, η οποία συνδέει αυτή την προετοιμασία και τον επιδιωκόμενο πολιτικό μετασχηματισμό του έθνους με την ηθική επανάσταση της αυτοσυγκρότησής του. Είναι πολύ σημαντικός, για τον αναγνώστη, ο ευσύνοπτος τρόπος με τον οποίον ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης δείχνει τους κύριους άξονες-πυλώνες στο οποίο εδράζεται το σχήμα με το οποίο ο Κοραής εξηγεί την «ηθική μεταστροφή ενός ‘λαού που προετοιμάζεται να γίνει έθνος’» (σ. 133). Εδώ ξεχωρίζουν –  εκτός από τους εγχώριους σταθμούς, όπως είναι οι Σουλιώτες, οι Χιώτες, οι Υδραίοι, το εμπόριο, ο ρωσσοτουρκικός πόλεμος – η Ιωνία, η Γαλλική Επανάσταση και οι αξίες της, μαζί με την έκδοση βιβλίων και μεταφράσεων. Ο Κατσιγιάννης μάς δείχνει πώς η επανάσταση του τυπωμένου βιβλίου, ως φορέα για τη μετακένωση των Διαφωτιστικών ιδεών, σε σχέση με τη γλώσσα και την αναφορά του ευρωπαϊκού πολιτισμού στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και την κλασική γραμματεία, πυκνώνουν νοηματικά, αλλά και αξιακά, το εγχείρημα «ενός λαού που προετοιμάζεται να γίνει έθνος». Ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης, με πολύ εναργή τρόπο, μας παρουσιάζει την εξεταστική οπτική του παρατηρητή Κοραή, του «ανθρωποτηρητή», ο οποίος παρατηρεί την ηθική, πολιτική και πολιτισμική ωρίμαση των νέων Ελλήνων μέσα από το παράδειγμα των Σουλιωτών και την αντίστασή τους στον Αλή Πασά, και μάλιστα κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου (σ. 135). Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης, «Η αντίσταση αυτή προβάλλεται από τον Κοραή στο γαλλικό ακροατήριο, ως υπεράσπιση της δημοκρατίας και της ελευθερίας∙ κι ας μην σχετιζόταν τόσο άμεσα με τη δημοκρατία» (σ. 136). Έτσι, ο Κοραής εντάσσει τους Σουλιώτες, στο «Υπόμνημα», ως παράδειγμα ανθρώπων που αναγεννώνται μέσω της ηθικής μεταβολής, της ηθικής επανάστασης, δηλαδή του πολιτικού μετασχηματισμού «ενός λαού που προετοιμάζεται να γίνει έθνος». Εδώ, έχει σημασία, κατά τη γνώμη μου, ο αναγνώστης να δει, μαζί το κείμενο του Παπαθεοδώρου, για τη ρητορική στρατηγική, η οποία συνέχει το εκφωνηθέν κείμενο του Κοραή, ως προς τη σχέση πειθούς και πατριωτισμού,  τη συγκεκριμένη αναφορά που κάνει ο Κατσιγιάννης, διότι φαίνεται – νομίζω πολύ καθαρά – ότι ο Κοραής, για να καταστήσει λαμπερά σαφές το τι εννοεί, όταν μιλά για ηθική μεταβολή του λαού, φέρνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: το παράδειγμα των Σουλιωτών, τον αγώνα των οποίων, μάλιστα, όπως εξηγεί ο Αλέξανδρος Κατσιγιάννης, συνδέει με την υπεράσπιση της δημοκρατίας και της ελευθερίας.

III

Και τα τρία αυτά κείμενα συνιστούν διεισδυτικές ερμηνευτικές δοκιμές επί του κύριου, εξεταζόμενου κειμένου, του «Υπομνήματος», των προϋποθέσεών του, των σκοπών του, της εσωτερικής νοηματικής του οργάνωσης και της εκφραστικής του ευθυβολίας, αλλά και της διαδρομής του. Σε αυτήν τη διαδρομή, αυτό που ξεχωρίζει είναι η σταθερή προσήλωση του Κοραή στον φιλελευθερισμό. Σε αυτό διαφέρει ο Κοραής από τον πολιτικό ανθρωπισμό του Ρουσσώ, ο οποίος έχει αρκετά φιλελεύθερα στοιχεία στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» αδίκως παραγνωρισμένα. Ο Κοραής, όμως, είναι ένας ταγμένος στον φιλελευθερισμό διανοητής, παρά τα – κατά την άποψή μου (στην οποία μπορεί κανείς εκφέρει ενδιαφέροντα αντίλογο, τον οποίον δεν μπορώ, λόγω της εκτάσεως αυτού του κριτικού κειμένου, να παραθέσω) –  ρεπουμπλικανικά στοιχεία του. Με άλλα λόγια, παρά τα στοιχεία αυτά, ο Κοραής δεν ανήκει στη δημοκρατική, ριζοσπαστική πολιτική παράδοση. Η εύστοχη φιλελεύθερη κριτική του στη Γαλλική Επανάσταση το δείχνει αυτό. Και από τα τρία κείμενα, που παρατίθενται στο τέλος της έκδοσης και φωτίζουν ερμηνευτικά το κείμενο-μανιφέστο του Κοραή, καταφαίνεται η προσπάθειά του να μεταφέρει δημιουργικά τις ιδέες του πολιτικού φιλελευθερισμού της εποχής του ως μέρος του αξιακού συστήματος του Διαφωτισμού και των φιλελεύθερων-δημοκρατικών ιδεών της περιόδου. Στις απόψεις του Κοραή μπορούμε να δούμε πεντακάθαρα τον Λοκ, αλλά πολύ θολά τον Ρουσσώ. Ο Κοραής, με το «Υπόμνημα», συγκροτεί έναν γνώμονα για την πολιτική, θεσμική ανασύσταση της χώρας, προκρίνοντας την αξία των ατομικών δικαιωμάτων, έναντι των αυθαίρετων προνομίων. Την αξία αυτών των δικαιωμάτων την συνδέει και με την προτεραιότητα που αναγνωρίζει στη λειτουργία της νομοθετικής εξουσίας, έναντι της εκτελεστικής. Σε αυτήν την προτεραιότητα, ως προς την παιδαγωγό λειτουργία της νομοθεσίας, η οποία αποσκοπεί στο δημόσιο αγαθό και συμφέρον, δηλαδή στο κοινό καλό, μπορούμε να ανιχνεύσουμε και την πρωταρχική στοιχείωση ρεπουμπλικανικών-δημοκρατικών θέσεων. Ο Κοραής είναι αντιμοναρχικός και φιλελεύθερος και δημοκράτης. Είναι ο αυτός που συλλαμβάνει την ιδέα της ελληνικής, συνταγματικής πολιτείας ως φιλελεύθερης δημοκρατίας. Κατά τη γνώμη μου, είναι –  με όλες τις αναλογικές διαφορές –  ο Έλληνας Τόμας Τζέφερσον. Όλα τα παραπάνω, βεβαίως, αποτελούν την προσωπική μου ερμηνευτική θέση. Δεν αντιστοιχούν, κατ’ ανάγκην, στο ερμηνευτικό πρίσμα των τριών κειμένων, που συνοδεύουν, με επάρκεια και υπευθυνότητα, του κείμενο του «Υπομνήματος». Αυτά τα τρία τελικά κείμενα – των Νίκου Κοκομέλη, Γιάννη Παπαθεοδώρου και Αλέξανδρου Κατσιγιάννη –  νομίζω ότι δείχνουν και την επικαιρότητα του έργου, της σκέψης, της διανοητικής και εκφραστικής δεινότητας του Κοραή, ώστε να καταλάβουμε πόσο επίκαιρος είναι σήμερα, αρκεί να τολμήσουμε να εγκύψουμε στο έργο του. Αυτό, όμως, προϋποθέτει να διαδοθούν περισσότερο τα κείμενά του, στην περίπτωση που θέλουμε να είμαστε μία χώρα πραγματικά νεωτερική και να αναστοχαστούμε το «εάν», το «πώς» και το «ίσως» αυτής της περίπτωσης, αυτού του «να είμαστε». [3]  Αρκεί να πάρουμε στα σοβαρά τον προτρεπτικό λόγο του Άλκη Αγγέλου, όπως τον παραθέτει ο Γιάννης Παπαθεοδώρου, και να τολμήσουμε, όπως και «ο Κοραής τόλμησε»: «Τόλμη για την περίπτωση σημαίνει να παραιτηθείς από δημιουργημένα ύστερα από μακρά παράδοση σχήματα, να πλησιάσεις άνετα τα άτομα μιας συγκεκριμένης εποχής, να τα συναναστραφείς κυρίως στην καθημερινότητά τους και να τα αντικρίσεις ως συνανθρώπους σου» (σ.103). Μπορούμε να το σκεφτούμε αυτό σε μία πολιτικώς – και συνταγματικώς – ενωμένη Ευρώπη, ως αυτοτελή, στρατηγική, πολιτική οντότητα, υπερασπιζόμενοι την πολιτική δημοκρατία με κοινωνική δικαιοσύνη και φιλελεύθερο κράτος δικαίου; Είναι αυτό ένας νέος «Διαφωτισμός»; Εάν έχει νόημα το ερώτημα, τότε ίσως χρειαστεί ξανά ένας πατριωτισμός των γραμμάτων.

 

(*) Ο Στέφανος Δημητρίου είναι Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

 

[1] Βλ. και Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες,, μετφ. Στέλλα Νικολούδη, Αθήνα 1996, σς. 387 επ., καθώς και του ιδίου, Η Γαλλική Επανάσταση και η Νοτιανατολική Ευρώπη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2022, σς. 87-123.

[2] Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Η Γαλλική Επανάσταση και η Νοτιανατολική Ευρώπη, Ό.π., σ. 105.

[3] Νομίζω ότι θα είχε ενδιαφέρον να δει κανείς το «Υπόμνημα», με μία προβολή στο σήμερα, ως προς την αναγκαιότητα του εθνικού αναστοχασμού, μέσα από το εξεταστικό πρίσμα και την οξυδερκή ανάλυση του Γιάννη Βούλγαρη, στο πολύ σημαντικό βιβλίο του: Ελλάδα: Μια χώρα παραδόξως νεωτερική, Πόλις, Αθήνα 2019.

 

Αδαμάντιος Κοραής, Υπόμνημα για την παρούσα κατάσταση του πολιτισμού στην Ελλάδα. Μετάφραση: Βάιος Φ. Ντάφος. Κείμενα: Νίκος Κοκομέλης, Γιάννης Παπαθεοδώρου, Αλέξανδρος Κατσιγιάννης. Αμολγός, Αθήνα 2022.

 

Προηγούμενο άρθροΗ μοναξια της βαρύτητας (της Μαρίας Πατεράκη)
Επόμενο άρθροΈφυγε από τη ζωή η νεοελληνίστρια Σόνια Ιλινσκαγια. Αποχαιρετισμοί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ