Ένα βιβλίο,δύο γνωριμίες κι ένας αποχαιρετισμός

0
835

 

  της Ελένης Χοντολίδου.

 

Το βιβλίο δεν θα είχε ίσως γραφτεί ποτέ εάν δεν είχα συστήσει τον Φίλιππο Τεντολούρη στον Σωφρόνη Χατζησαββίδη. Γνώρισα τον Φίλιππο σε μία από τις εξαιρετικές επιστημονικές συναντήσεις που διοργάνωνε ο εκλεκτός συνάδελφος Κώστας Σκορδούλης στην Ελάτη, το 2008. Εντυπωσιάστηκα από τη φρεσκάδα και τη βαθειά γνώση της γλωσσοδιδακτικής και της επιστημολογίας του Φίλιππου, τον πλησίασα και του είπα ότι πρέπει να γνωρίσει τον Σωφρόνη, όπερ και εγέννετο!

Η συνεννόηση ήρθε αμέσως και με τη γνωστή του «αρχοντιά» ο Σωφρόνης διείδε -και ορθώς- έναν ομότιμο συνομιλητή στο πρόσωπο του Φίλιππου και άρχισαν να γράφουν το βιβλίο τους προσφέροντας ο καθένας την ειδίκευσή του: ο Σωφρόνης τη μακρόχρονη γλωσσοδιδακτική του εμπειρία και ο Φίλιππος τις επιστημολογικές του γνώσεις. Μέσω dropbox και πολύωρων συζητήσεων η σκέψη του ενός γονιμοποίησε τη σκέψη του άλλου, σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσαν στο τέλος να διακρίνουν ποιος έγραψε τι. Είχα την τιμή να δω το βιβλίο πριν εκδοθεί και να απολαύσω τη γλαφυρότητα και τη χρησιμότητά του για όλους όσοι ασχολούνται με τη γλώσσα και τη διδασκαλία της.

Το έχω ξανασκεφτεί και για άλλους φίλους που «έφυγαν νωρίς» εάν η πρόωρη εγκατάλειψη των εγκόσμιων είναι τυχαία ή αναγκαία. Ο Σωφρόνης μάλλον έφυγε νωρίς από «επιλογή». Δεν τον φαντάζομαι γέρο και ανήμπορο. Η στάση ζωής του ήταν να είναι παρών σε επιστημονικά συνέδρια, πρωτοπόρος δάσκαλος, να καθοδηγεί με συνέπεια μεταπτυχιακές εργασίες και διατριβές, να ασκεί με σοβαρότητα και αποτελεσματικότητα τα διοικητικά του καθήκοντα (μέχρι και Κοσμήτωρ της Παιδαγωγικής Σχολής), να είναι παρών για τους φίλους και στις ανάγκες και στη λύπη τους, στα γλέντια και τις χαρές τους, να εξαντλεί τις ώρες και τα όρια. Ο ίδιος υπήρξε ένα ενδιαφέρον κράμα κοσμοπολιτισμού και αυθεντικού λαϊκού ανθρώπου, όπως πολύ εύστοχα είχε σημειώσει ένας άλλος πρόωρα χαμένος γλωσσολόγος ο Τάσος Χρηστίδης σε μία από τις εκλογές του Σωφρόνη. Κοντολογίς, ο Σωφρόνης διατήρησε πάντοτε το πρόσωπό του και δεν απέκτησε ποτέ προσωπείο.

Εάν ο κόσμος και το κλίμα σε μία κηδεία όντως δείχνει το ήθος του ανθρώπου, τότε στην κηδεία του Σωφρόνη αυτό φάνηκε με το παραπάνω: συνάδελφοι από το Ευρωπαϊκό σχολείο στις Βρυξέλλες, από το Τμήμα ΜΜΕ και δημοσιογραφίας, από το Τμήμα Νηπιαγωγών της Φλώρινας και της Θεσσαλονίκης, από τον Τομέα Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής, από τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, γλωσσολόγοι από όλη την Ελλάδα, συνάδελφοι από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, φοιτήτριες και φοιτητές του, πολυάριθμοι φίλοι και φίλες του, πραγματικά παρόντες ή με τη σκέψη τους, με στεφάνι, με sms, όχι από υποχρέωση, αλλά από εκτίμηση και αγάπη και από γνήσιο πένθος τον συνοδεύσαμε συντετριμμένοι εκεί από όπου δεν υπάρχει επιστροφή… Γι’ αυτό, Γιάννη Καζάζη, δεν είναι κρίμα για τον Σωφρόνη που έφυγε νωρίς, είναι κρίμα για όλους εμάς και για να ακριβολογώ για μένα…

Στο βιβλίο τώρα.

Τεντολούρης, Φίλιππος & Σωφρόνης Χατζησαββίδης (2014) Διδασκαλία της γλώσσας: Ιστορία-Επιστημολογία-Αναστοχαστικότητα, Αθήνα: Νεφέλη

 

Στο παραπάνω βιβλίο δεν παρουσιάζονται και δεν αξιολογούνται απλώς κάποιες γλωσσοδιδακτικές προσεγγίσεις αλλά επιχειρείται η επιστημολογική πλαισίωση της ιστορικής γλωσσοδιδακτικής πορείας καθώς, όπως διατυπώνεται στην Εισαγωγή από τους συγγραφείς, «κάθε συζήτηση ή περιγραφή για τις προσεγγίσεις της διδακτικής της γλώσσας είτε ρητά δηλώνει είτε άρρητα υποδηλώνει μια επιστημολογική θέση για τη Γλωσσοδιδακτική και τις επιμέρους διαστάσεις της» (σελ. 18).

Συγκεκριμένα, οι συγγραφείς επιχειρούν μία σύζευξη της Κοινωνικής Επιστημολογικής θεώρησης της γνώσης (2ο κεφάλαιο) με μία ιστορικά προσανατολισμένη θεματική ανάλυση γλωσσοδιδακτικών κειμένων (3ο κεφάλαιο). Ο στόχος είναι όχι μόνο η ανάδειξη της συνεισφοράς της Επιστημολογίας στην κατανόηση της ιστορικής γλωσσοδιδακτικής πορείας αλλά και ο επαναπροσδιορισμός της πρώτης μέσω της δεύτερης (βλ. αναφορά στο 7ο κεφάλαιο).

Στα κεφάλαια 3-6 οι συγγραφείς εντοπίζουν τέσσερα γλωσσοδιδακτικά σύνολα-γλωσσοδιδακτικές προσεγγίσεις που αναδείχτηκαν μέσω των θεωρήσεων της γλωσσικής χρήσης με διαφορετικές επιστημολογικές βάσεις και γλωσσοδιδακτικές προεκτάσεις: τη Συστημική Λειτουργική Γλωσσολογία, την Εθνογραφία της Επικοινωνίας, την Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία και τις Σπουδές Γραμματισμού.

Στο 7ο κεφάλαιο –μέσω του επαναπροσδιορισμού της έννοιας των ερευνητικών προγραμμάτων του Lakatos– προτείνεται ότι τα δύο πρώτα από τα παραπάνω σύνολα μπορούν να θεωρηθούν ως δομικά συμπαγή ερευνητικά προγράμματα: εξελίσσονται δηλαδή μέσω κοινά αποδεκτών θεωρητικών και γλωσσοδιδακτικών ιδεών (π.χ. το μπόλιασμα της κοινωνικής σημειωτικής θεώρησης του Halliday με την έννοια των ειδών λόγου από τον Martin, με έννοιες της κοινωνικής θεωρίας από τον Fairclough και με την πολυτροπική θεώρηση των Kress και van Leeuwen). Αντίθετα, τα δύο τελευταία θεωρούνται ως δομικά ρευστά καθώς δεν εμφανίζουν μία σχετική θεωρητική και γλωσσοδιδακτική ομοιομορφία (π.χ. στην Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία δεν είναι κοινά αποδεκτό ποιες γλωσσολογικές θέσεις θα χρησιμοποιηθούν στη γλωσσοδιδακτική και πώς). Στο τέλος υποστηρίζεται ότι τα τέσσερα σύνολα δεν μπορούν να συγκριθούν για την αποτελεσματικότητα και την εγκυρότητά τους καθώς όχι μόνο συγκροτούνται βάσει διαφορετικών και, άρα μη συγκρίσιμων, εκδοχών της λειτουργικής θεώρησης της γλωσσικής χρήσης αλλά και επειδή έχουν εστιάσει σε διαφορετικό γλωσσοδιδακτικό πλαίσιο το καθένα (π.χ. γλωσσοδιδακτική σε διαφορετικές βαθμίδες εκπαίδευσης).

Αν στο 7ο κεφάλαιο οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι υπάρχει κάποιου είδους επιστημονική «συνέχεια» –εξέλιξη ή πρόοδος– εντός του κάθε γλωσσοδιδακτικού συνόλου, στο 8ο κεφάλαιο προτείνουν ότι, αν εστιάσουμε στο κοινό τους χαρακτηριστικό, την υιοθέτηση της λειτουργικής θεώρησης της γλωσσικής χρήσης, τότε συγκροτούν όλα μαζί το Λειτουργικό Γλωσσοδιδακτικό Παράδειγμα (επαναπροσδιορίζεται ο σχετικός όρος του Kuhn). Το Παράδειγμα αυτό διαδέχτηκε το Δομιστικό, τις γλωσσοδιδακτικές δηλαδή που βασίστηκαν στη δομιστική αντίληψη της γλώσσας, η εμφάνιση και επικράτηση των οποίων σηματοδότησε το πέρασμα από την Προεπιστημονική Γλωσσοδιδακτική –την κυριαρχία των παραδοσιακών γλωσσοδιδακτικών– στην Επιστημονική Γλωσσοδιδακτική (την προσπάθεια δηλαδή των δομιστών να συγκροτήσουν τη Γλωσσολογία ως επιστήμη και αυτόνομο πεδίο που θα συνοδεύονταν από συστηματικές γλωσσοδιδακτικές προσεγγίσεις). Αλλά μεταξύ των δύο παραδειγμάτων υπάρχει κάποιου είδους «ασυνέχεια», καθώς η μετάβαση από το Δομιστικό στο Λειτουργικό δεν προέκυψε μέσω επιστημονικών αποδείξεων αλλά βάσει της επιτυχίας τους ή μη να συνεισφέρουν στην εκμάθηση των αναγκαίων επικοινωνιακών δεξιοτήτων σε συγκεκριμένα χωροχρονικά πλαίσια.

Στο τελευταίο κεφάλαιο οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η επιστημολογική εξέταση της γλωσσοδιδακτικής συνεπάγεται για τους άμεσα εμπλεκόμενους την υιοθέτηση ενός αναστοχαστικού πλαισίου επιλογής προσεγγίσεων που θα βασίζεται σε ρητά διατυπωμένα κριτήρια. Το πεδίο της Εκπαιδευτικής Γλωσσολογίας μπορεί να συνεισφέρει στη συγκρότηση του πλαισίου αυτού καθώς υιοθετεί μία υπερ-επιστημονική εξέταση τρόπων επίλυσης γλωσσοδιδακτικών προβλημάτων στη βάση της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ χρήσιμων θεωρήσεων (γλωσσολογικών και μη) και της κατανόησης διαστάσεων του κοινωνικού και γλωσσοδιδακτικού περιβάλλοντος στο οποίο δρουν τα υποκείμενα.

Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για ένα σημαντικό βιβλίο καθώς είναι η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια χρήσης επιστημολογικών ιδεών και εννοιών για τη συνεισφορά όχι μόνο στην οριοθέτηση καλύτερων ταξινομήσεων γλωσσοδιδακτικών πλαισίων αλλά και στη σύγκρισή τους αναφορικά με την αποτελεσματικότητα και την εγκυρότητά τους. Ταυτοχρόνως όμως, από τη σύζευξη της Επιστημολογίας και Γλωσσοδιδακτικής, όπως επιχειρείται από τους Τεντολούρη και Χατζησαββίδη, ελλοχεύει ένας βασικός κίνδυνος. Αν τα γλωσσοδιδακτικά πλαίσια αντλούν την αποτελεσματικότητα και εγκυρότητά τους από τις κοινωνικές συνθήκες, μήπως κινδυνεύουμε να ολισθήσουμε σε έναν ιστορικισμό και σχετικισμό, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε ατέρμονες συζητήσεις στις οποίες –στρατηγικά ή μη– η κάθε γλωσσοδιδακτική θα διεκδικεί για τον εαυτό της την «αλήθεια»; Ότι δηλαδή ανταποκρίνεται στις κυρίαρχες επικοινωνιακές συνθήκες και ότι η κάθε κριτική είναι περιττή, αφού δεν θα μπορεί ποτέ να τεκμηριωθεί η αναποτελεσματικότητά της από ένα διαφορετικό και μη συγκρίσιμο γλωσσοδιδακτικό πλαίσιο;

Είμαι σίγουρη ότι οι δύο συγγραφείς θα είχαν απαντήσεις στις παραπάνω ενστάσεις (δυστυχώς τώρα μόνο ο ένας από τους δύο) και κάποιου είδους πλάνο για την οργάνωση συστηματικότερων τρόπων σύζευξης της Επιστημολογίας με τη Γλωσσοδιδακτική. Παρά ταύτα, το βιβλίο των Τεντολούρη και Χατζησαββίδη αναδεικνύει με πολύ γλαφυρό τρόπο ότι δεν αρκεί πια η γλωσσοδιδακτική αφέλεια ή ο γλωσσοδιδακτικός δογματισμός για την υποστήριξη μιας γλωσσοδιδακτικής, καθώς είναι αναγκαία όχι μόνο η ιστορική και επιστημολογική της «τοποθέτηση» αλλά και η συσχέτισή της με τον Γλωσσοδιδακτικό Άλλο. Άρα, το βιβλίο τους θέτει ως προαπαιτούμενο της γλωσσοδιδακτικής επιλογής και αξιολόγησης τον διάλογο, για να αναδειχτεί, όπως θα έλεγε και ο Bourdieu, ότι η γνώση του πιθανού είναι η γνώση του δυνατού. Αλλά πριν οδηγηθούμε σε ατέρμονες ή γόνιμες συζητήσεις, let the dialogue begin! Αυτό θα ήθελε και ο εκλιπών.

Προηγούμενο άρθροO κουτσαβάκης Ερντογάν
Επόμενο άρθροΝοσταλγικά Χριστούγεννα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here