Ομιχλώδες θεατρικό σύμπαν με καλές ερμηνείες

0
113

Της Κατερίνας Διακουμοπούλου.

 

Στο Θέατρο Αυλαία έως τις 7 Δεκεμβρίου παίζεται  το δράμα  «Μένγκελε»  του Θανάση Τριαρίδη με το Λάζαρο Γεωργακόπουλο και την Μυρτώ Αλικάκη σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.

Από την εισαγωγή της ηλεκτρονικής έκδοσης του έργου παραθέτω: «Ο Μένγκελε είναι μια ακόμη αφήγηση προορισμένη για να διαβαστεί. Η θεατρική φόρμα που χρησιμοποίησα ήταν μονάχα το μέσο που ένιωσα προσφορότερο για να καταγράψω μια φριχτή ιστορία αγάπης και φόνων – ή την αποκαλυπτική ιστορία της αγάπης δια του εξακολουθητικού όσο και ακαταλόγιστου φόνου μέσα στους αιώνες… Δεν γνωρίζω αν μπορεί να παρουσιαστεί στο θέατρο, αν έχει αυτό που ονομάζουμε θεατρικότητα…». Ο συγγραφέας στην τελευταία παράγραφο του εισαγωγικού του σημειώματος θέτει εντός εισαγωγικών το πνευματικό του τέκνο: «θεατρικό έργο», ενδεχομένως υπογραμμίζοντας την πρόθεσή του να μην «κατηγοριοποιηθεί» το δημιούργημα του.

Το δράμα του Θανάση Τριαρίδη δεν υπηρετεί δραματουργικές αρχές, οι οποίες θα το καταστήσουν εύληπτο. Η γραφή του διέπεται  από οξυδέρκεια αλλά η τεχνική του φόρμα είναι συγκεχυμένη (π.χ. επαναλαμβανόμενες κορυφώσεις, απροσδιόριστη ιδεολογική στόχευση, στον επίλογο  της ηλεκτρονικής έκδοσης διαβάζω: «Κανείς δεν ξέρει –και κανείς δεν θα μάθει– αν η  Ε.  αυτοκτόνησε µε το κοπίδι ή αν άνοιξε την πόρτα του κουπέ για να βγει. Ή αν έμεινε εκεί, στη θέση της, προκειμένου να συνεχίσει µε τον Μ.»).

Πέρα από τις επιφυλάξεις  μου για τη «θεατρικότητα» του έργου, αναμφισβήτητα η σύλληψη του Τριαρίδη και ευρύτερα το θεατρικό του σύμπαν αξίζουν την μελέτη και την προσοχή των θεατρολόγων.

Η σκηνοθεσία

Ο Κώστας Φιλίππογλου μετουσιώνει την ομιχλώδη δραματική γραφή σε σαφή σκηνική πράξη. Δηλαδή μετά από τριάντα λεπτά παρακολούθησης το κοινό δεν προσλαμβάνει νοητικά την εσωστρεφή αφήγηση του Τριαρίδη αλλά διαισθάνεται την σκηνική γραφή του Φιλίππογλου.  Ο σκηνοθέτης έχει οργανώσει  τις σκηνικές αποστάσεις και μετατοπίσεις πατώντας στέρεα στον οριζόντιο και κάθετο άξονα της σκηνής, «αποτιμώντας» το έργο με γεωμετρικούς και συνάμα συμβολικούς όρους. Σαφείς τροχιές και διαδρομές, ξεκάθαρες μεταβλητές.

Σε σχέση με τη διδασκαλία των ηθοποιών ξεχώρισα τον υπαινικτικό λόγο και την ανεπανάληπτη βλεμματική αρχιτεκτονική των δύο ηθοποιών. Θεωρώ πως η  χωρική σχέση των σκηνικών προσώπων ρυθμίστηκε από την ανταλλαγή των βλεμμάτων και λειτούργησε ως  το κύριο κλειδί της σημειολογία του εγχειρήματος.

Απ’ την άλλη, διαφωνώ με το ανεξέλεγκτο κρεσέντο ψυχολογισμού στις τελευταίες σκηνές. Δεν θεωρώ ότι έπρεπε να έχει αποφευχθεί η ψυχολογική προσέγγιση, όμως θα έπρεπε να έχει μετριαστεί και η προβολή της να σχηματίσει μία ισορροπημένη συνάρτηση για το προηγηθείσες «αφηγηματικές» σκηνές.

Απ’ τα υπόλοιπα ξεχώρισα τον σχεδιασμό των φωτιστικών μέσων (Όλγα Μπρούμα, σκηνική/εικαστική ευθύνη, βίντεο), ως στοιχείο κλειδί στην ερμηνεία της σκηνοθεσίας, ως μέσο ερμηνείας της σημειολογίας και συνάμα ως μέσο εύρυθμης δόμησης των σκηνών.

Οι ερμηνείες

Η Μυρτώ Αλικάκη καταφέρνει να μεταβεί από το δραματικό στο τραγικό ως αισχυλική ηρωίδα (το έργο άλλωστε σε πολλά σημεία συνομιλεί με τα αισχυλικά δράματα) και να καταλήξει σε ερμηνεία θεάτρου τρόμου. Μου άρεσαν οι υφολογικές της μεταβολές και οι φωνητικές της μεταμορφώσεις (αν και στην παράσταση της 20/11 την ταλαιπωρούσε βήχας).

Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος στον ρόλο του Αγγελιαφόρου στους αισχυλικούς «Πέρσες» έχτισε την καλύτερη  ερμηνεία για την θερινή θεατρική περίοδο του 2014. Φέτος πρωταγωνιστεί στο «Μένγκελε», για δεύτερη χρονιά, επιμένοντας να καταθέτει γενναιόδωρα όλα τα μυστικά του υποκριτικού του οπλοστάσιου.

Όπως ανέφερα άνωθεν, διαφωνώ με την συναισθηματική έκρηξη των τελευταίων σκηνών, (έπρεπε να αποδοθούν με ηπιότερο πάθος), ωστόσο αναγνωρίζω την υποκριτική ωριμότητα των δύο ηθοποιών , οι οποίοι μεταμορφώθηκαν από τους φορείς του λόγου σε συντετριμμένες υπάρξεις υπό το βάρος της θεατρικής ψευδαίσθησης…

 

Προηγούμενο άρθροΗ ποιητική του πένθους
Επόμενο άρθροΟι επόμενες σελίδες

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here