Emily St. John Mandel “Γράφω για τη ζωή και μου βγαίνουν αστυνομικά” (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

0
305

 

συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη

Η Καναδή Emily St. John Mandel (γεν 1979) έχει γράψει 6 μυθιστορήματα, ανάμεσα στα οποία το Γυάλινο Ξενοδοχείο που επιλέχθηκε ως ένα από τα αγαπημένα βιβλία του Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα για το  2020 και μεταφράστηκε σε 23 γλώσσες και το Σταθμός Έντεκα που έφτασε στη βραχεία λίστα του Εθνικού Βραβείου Βιβλίων και των βραβείων PEN/Faulkner, κέρδισε το 2015 το βρετανικό βραβείο επιστημονικής φαντασίας Arthur C. Clarke, μεταφράστηκε σε 36 γλώσσες και έγινε μίνι σειρά από την HBO. Έχει φανατικούς οπαδούς που χτυπάνε τατουάζ από τα βιβλία της και, αν και μπεστ-σελερίστρια, θεωρείται «του ποιοτικού». Με αφορμή το τελευταίο της βιβλίo, Η Θάλασσα της Ηρεμίας, συνομιλεί με τον Αναγνώστη για την πανδημία, τα λογοτεχνικά είδη, τα αυτοβιογραφικά στοιχεία στο έργο της και πολλά άλλα.

 

ΕΡ: Τόσο στο Σταθμός Έντεκα όσο και στο Η Θάλασσα της Ηρεμίας, η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει πανδημίες, όμως ενώ το πρώτο γράφτηκε πριν τον COVID-19 το δεύτερο τελείωσε μέσα στο lock down. Πώς επηρέασε αυτό την συγγραφική διαδικασία;

ΕΜ:Η κόρη μου είχε μόλις κλείσει τα 4 όταν ξεκίνησε η πανδημία Covid-19, έτσι ο αντίκτυπος στη δουλειά μου ήταν άμεσος: ο σταθμός για τα προνήπια  έκλεισε, και για ένα διάστημα δεν υπήρχε πλέον η δυνατότητα να γράφω. Η συγγραφική διαδικασία επηρεάστηκε στο ότι έπρεπε να μάθω να γράφω πολύ, πολύ γρήγορα και αποτελεσματικά, σε ελάχιστο χρόνο.

Όσο αφορά το περιεχόμενο των δυο αυτών βιβλίων, νομίζω πως όταν έγραφα το Σταθμός Έντεκα, πίστευα πως το να βρίσκεσαι εν μέσω μιας πανδημίας ήταν μια δυαδική κατάσταση, δηλαδή, είτε βρίσκεσαι μέσα στην πανδημία, είτε δεν βρίσκεσαι μέσα στην πανδημία. Φυσικά αυτό δεν είναι αλήθεια, γιατί τώρα πού βρισκόμαστε; Σήμερα δεν θα έμπαινα σε ένα τρένο ή ένα αεροπλάνο χωρίς μια σοβαρή μάσκα όμως ο διπλανός μου συνήθως δεν φοράει μάσκα και δεδομένης της σύγκρουσης ανάμεσα στην πραγματικότητα της πανδημίας (άνθρωποι αρρωσταίνουν πολύ πολύ βαριά και πολλοί ταλαιπωρούνται από long Covid) και τα μηνύματα που δεχόμαστε (κυρίως από τους πολιτικούς που επιμένουν πως η πανδημία τελείωσε), ούτε εγώ, ούτε ο διπλανός μου που δεν φοράει μάσκα συμπεριφερόμαστε ορθολογικά. Η πανδημία είναι ακόμη εδώ, αλλά σε μεγάλο βαθμό επιλέξαμε να προχωρήσουμε και να την αγνοήσουμε, κάτι που δημιουργεί μια κατάσταση νοητικής παραφωνίας μέσα στην οποία είναι πολύ δύσκολο να λάβει κανείς συνειδητές αποφάσεις σχετικά με το ρίσκο.

ΕΡ:  Είναι το ταλέντο κάπως σαν την διαίσθηση στην πανδημία, με την έννοια ότι μας επιτρέπει να συνειδητοποιούμε και να εκφράζουμε πράγματα νωρίτερα από την υπόλοιπη κοινωνία;

ΕΜ: Δε νομίζω. Νομίζω πως το ταλέντο είναι απλά να είσαι από τη φύση σου καλός σε κάτι.

ΕΡ: Η ζωή της Όλιβ επηρεάζεται (για να το πούμε ελαφρά) από τον Γκάρσπερι, ο οποίος έχει το όνομα ενός χαρακτήρα σε ένα από τα βιβλία της. Συναντάτε ποτέ ανθρώπους που σας θυμιζουν τους πρωταγωνιστές των ιστορίων σας;

ΕΜ: Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο. Υπάρχει ένας δευτερεύον χαρακτήρας στη Θάλασσα της Ηρεμίας που διάγει το βίο της αναζητώντας την προσβολή, δηλαδή σε κάθε αλληλεπίδραση αναζητά ένα λόγο για να προσβληθεί. Την έχω βασίσει σε ένα κοντινό μου πρόσωπο, αλλά και στους μισούς από όσους ακολουθώ στο Twitter.

ΕΡ: Θα μάντευα σωστά αν υπέθετα πως ο χαρακτήρας της επιτυχημένης συγγραφέα που κάνει περιοδείες προωθώντας το βιβλίο της, η Όλιβ, είναι βασισμένη σε εσάς; Πώς είναι να γίνεσαι λογοτεχνικός χαρακτήρας;

EM:Μερικοί τομείς της ζωής της είναι ολόιδιοι με τη δική μου. Κάθε αλληλεπίδραση που έχει στο δρόμο είναι εντελώς αυτοβιογραφική, μέχρι το σημείο που συναντά έναν χρονοταξιδιώτη. Η Όλιβ έχει μια κόρη συνομίληκη με τη δική μου, με την οποία παίζει ένα παιχνίδι ( το Μαγεμένο Δάσος) που ανακάλυψα με την κόρη μου όταν ξεκίνησε η πανδημία. Όμως άλλα πράγματα στη ζωή της είναι τελείως διαφορετικά. Ο άνδρας με τον οποίο ήμουν παντρεμένη δεν έχει την παραμικρή ομοιότητα με τον σύζυγο της Όλιβ, οι γονείς της είναι διαφορετικοί, η Όλιβ κατοικεί στο φεγγάρι. Φοβόμουν πως εξαιτίας των αυτοβιογραφικών στοιχείων θα ένιωθα κάπως εκτεθειμένη έχοντας γράψει για την Όλιβ, όμως τελικά υπάρχουν αρκετές διαφορές ανάμεσα στις ζωές μας ώστε δε μου φαίνεται πως μου μοιάζει περισσότερο απ’ότι η Μιράντα στον Σταθμό Έντεκα ή ο Βίνσεντ στο Γυάλινο Ξενοδοχείο.

ΕΡ: Πιστεύετε πως η πανδημία μας έδωσε μια γεύση πραγματοποιημένης επιστημονικής φαντασίας; Εννοώ πως κατά τη διάρκεια των lock down δεν είχε και πολλή σημασία αν έμενες στο διαμέρισμά σου ή στη Δεύτερη Αποικία της Σελήνης.

ΕΜ: Εύστοχη παρατήρηση. Από τη μια, το lock down είχε ένα περίεργο ισοπεδωτικό αποτέλεσμα, με την έννοια του όπου και αν ήσου, ήσουν κάπως παγιδευμένος. Από την άλλη, είναι ένα πολύ διαφορετικό πράγμα να είσαι στη διάρκεια του lock down σε ένα μεγάλο σπίτι με κήπο, αντί για ένα μικρό διαμέρισμα με πολλά μικρά παιδιά. Νομίζω πως με πολλούς τρόπους το lock down ξεγύμνωσε τις ανισότητες στην κοινωνία μας.

ΕΡ: Υπάρχει ένα νουάρ στοιχείο αλλά και μπόλικο ταξίδι στο χρόνο στη Θάλασσα της Ηρεμίας. Είναι ο Γκάσπερι, ο  χρονο-ταξιδιώτης, κάπως σαν συγγραφέας, προσπαθώντας να εντοπισει κάτι που ταυτόχρονα δημιουργεί;

ΑΠ: Ναι, νομίζω πως άνετα μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο.

ΕΡ: Κάτι που μου άρεσε πολύ στη Θάλασσα της Ηρεμίας ήταν πως η πλοκή βλάσταινε μέσα από το καθήκον μας να σώσουμε έστω και μια ζωή αν μπορούμε. Αυτό είναι το βασικό μάθημα του ουμανισμού- μήπως προχωράμε τόσο πολύ και τόσο γρήγορα που ξεχνάμε τα βασικά;

ΑΠ: Νομίζω πως πάντα μας απασχολεί το να μη χάσουμε την ανθρωπιά μας. Μπορούμε να βρούμε ανθρώπους να ανησυχούν για την απώλεια της ανθρωπιάς σε κείμενα πολύ – πολύ παλιά.

ΕΡ: Ο Ισαάκ Ασίμωφ ήταν πρόεδρος της Αμερικανικής Ουμανιστικής Ένωσης. Είναι απαραίτητη η βαθιά αγάπη για την ανθρωπότητα για τη συγγραφή επιστημονικής φαντασίας ή είναι τόσο παρατραβηγμένο το να έχει κανείς πίστη στην ανθρωπότητα που οι εξωγήινοι και οι μακρυνοί γαλαξίες αποτελούν μικρό βήμα από εκει;

ΕΜ: Νομίζω πως η βαθιά αγάπη για την ανθρωπότητα είναι απαραίτητη για τη συγγραφή οπουδήποτε λογοτεχνικού είδους, όχι μόνο για την επιστημονική φαντασία. Θα ήταν τρομερά δύσκολο να γράψει κανείς πειστικά για λογοτεχνικούς χαρακτήρες αν δεν ενδιαφερόταν για τον συνάνθρωπο.

ΕΡ: Ο Kurt Vonnegut είχε δηλώσει πως έμαθε πως γράφει επιστημονική φαντασία από τις κριτικές των βιβλίων του- ο ίδιος θεωρούσε πως έγραφε βιβλία για τη ζωή. Νιώθετε το ίδιο;

ΕΜ: Ναι. Με τα πρώτα μου μυθιστορήματα δεν είχα αντιληφθεί ότι έγραφα αστυνομική λογοτεχνία μέχρι που ξεκίνησα να λαμβάνω προσκλήσεις για νουάρ φεστιβάλ στη Γαλλία.

ΕΡ: Επίσης είχε δηλώσει πως η επιστημονική φαντασία είναι το ουρητήριο του σοβαρού κριτικού λογοτεχνίας. Συμφωνείτε;

ΕΜ: Όχι, όμως όταν το είπε μάλλον ήταν αληθές. Όταν ξεκίνησα να δημοσιεύω μυθιστορήματα, το 2009, υπήρχε πολύ μεγαλύτερος διαχωρισμός ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη. Εξ’αιτίας αυτού του διαχωρισμού δυσκολεύτηκα πολύ να πουλήσω το πρώτο μου μυθιστόρημα. Ήταν και αστυνομικό και «σοβαρή» λογοτεχνία, πολλά από τα γράμματα απόρριψης που λάμβανα ανέφεραν ως λόγο απόρριψης πως «δεν ξέρουμε πώς να τοποθετήσουμε στα ράφια των βιβλιοπωλείων ένα βιβλίο που ανήκει σε πάνω από ένα λογοτεχνικά είδη». Νομίζω πως είναι όμως ασφαλές πλέον να πούμε πως οι εκδότες δεν λειτουργούν πλέον έτσι.

Το μυθιστόρημα του Cormac McCarthy Ο Δρόμος άλλαξαν τα πάντα. Ήταν ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας που κέρδισε το βραβείο Pulitzer και νομίζω πως έδωσε την άδεια σε μια γενιά «σοβαρών» μυθιστοριογράφων να δοκιμάσουν την επιστημονική φαντασία. Αυτή τη στιγμή, ο διαχωρισμός μεταξύ λογοτεχνικών ειδών είναι θολός, η επιστημονική φαντασία αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και νομίζω πως πλέον απολαμβάνουμε ένα πολύ πιο ενδιαφέρον λογοτεχνικό τοπίο από αυτό που είχε ο Vonnegut κατά νου.

ΕΡ: Υπάρχει κάποιο στάδιο στο οποίο δεν σας αρέσουν τα βιβλία σας;

Ε.Μ: Ναι, αναμφίβολα.Υπάρχουν πολλά στάδιο που δεν μου αρέσουν τα βιβλία μου. Είναι κάπως αστείο πως μπορείς να διαβάσεις μια μέρα το χειρόγραφό σου και να σκεφτείς « ξέρεις τι; Νομίζω υπάρχει κάτι στοιβαρό εδώ» και μετά από μια εβδομάδα να ξαναδιαβάσεις ακριβώς το ίδιο πράγμα και να αναρωτηθείς μήπως έχασες έναν χρόνο από τη ζωή σου.  Μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη συγγραφή του πρώτου και των επόμενων βιβλίων μου είναι πως τώρα ξέρω πως αυτό το συναίσθημα περνάει, και πως ό,τι και να γίνει, θα έχω ένα μυθιστόρημα στο τέλος της συγγραφικής διαδικασίας.

ΕΡ: Ο Αντρέα Καμιλλέρι είχε χαρακτηρίσει τον βασικό του ήρωα, τον Επιθεωρητή Μονταλμπάνο, «σήριαλ κίλλερ χαρακτήρων» επειδή δεν του επέτρεπε να γράψει για άλλους χαρακτήρες. Και εσείς έχετε αρκετούς γνώριμους λογοτεχνικούς χαρακτήρες από προηγούμενα βιβλία σας που «κατοικούν» στις νέες σας σελίδες; Είναι φρικαλέοι stalker ή τους νοσταλγείτε;

ΕΜ: Τους νοσταλγώ. Όταν επαναφέρω έναν χαρακτήρα από κάποιο προηγούμενο βιβλίο μου, είναι σχεδόν πάντα επειδή μου έχει λείψει και θέλω να περάσω και άλλο χρόνο μαζί του/της.

ΕΡ:  Πώς ξέρετε ότι μια ιδέα είναι κατάλληλη για μυθιστόρημα;

ΕΜ: Πιστεύω πως θεωρητικά είναι δυνατόν να ξεκινήσεις ένα μυθιστόρημα σχεδόν από οποιαδήποτε ιδέα.

ΕΡ: Υπάρχει κάποιο τρικ ώστε η πλοκή ενός μυθιστορήματος να μη ντελαπάρει προς το γελοίο;

ΕΜ: Νομίζω πως αυτό είναι κάτι που ταλανίζει όλους τους μυθιστοριογράφους. Δε νομίζω πως υπάρχει μια και μοναδική απάντηση. Απλά πρέπει να επιμελείσαι και να διορθώνεις το χειρόγραφό σου μέχρι η πλοκή να φαίνεται αρκετά πιστευτή και μετά να μην παραλείπεις να το δείχνεις σε μερικούς έμπιστους αναγνώστες, οι οποίοι θα σου πουν αν κάτι δεν βγάζει νόημα.

ΕΡ: Σας έχουν απογοητεύσει ποτέ οι αναγνώστες σας;

ΕΜ: Όχι σαν ομάδα ποτέ. Καμιά φορά απογοητεύομαι με κάποια άτομα όπως πχ όταν πάω σε μια παρουσιάση και ένας αναγνώστης λέει κάτι απαίσιο εκεί που υπογράφω αυτόγραφα.

ΕΡ: (Spoiler)Ίσως ακουστεί χαζό, αλλά ο αρχισυντάκτης μου στον oanagnostis.gr θέλει να τελειώνω τις συνεντεύξεις με μια διασκεδαστική ερώτηση. Αφορά το πεπρωμένο. Αν ένας χρονοταξιδευτή εμφανιζόταν και σας ζητούσε να τα παρατήσετε όλα και να γυρίσετε σπίτι σας θα το κάνατε;

ΕΜ: Αν κάποιος μου έλεγε σε κάποια εκδήλωση πως ήταν χρονοταξιδευτής, θα υπέθετα πως ήταν τρελός και θα ήμουν πολύ προσεκτική να μην μάθει σε ποιο ξενοδοχείο μένω.

 

 

Emily St. John Mandel , Η Θάλασσα της Ηρεμίας, μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, Ίκαρος 

 

 

 

 

Emily St. John Mandel, Σταθμός Έντεκα, μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, Ίκαρος 

Προηγούμενο άρθροΜίμης Ανδρουλάκης: Η αυτοβιογραφία, η Κρήτη και η «Ύβρις» (του Φίλιππου Φιλίππου)
Επόμενο άρθροΗ Λογοτεχνία Αλλιώς (3η διεθνής μαθητική συνάντηση)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ