Ελληνικοί μύθοι στη Νέα Υόρκη

0
100

Του Χρήστου Τσιάμη (γράμμα από το Μανχάταν).

Η τέχνη φορές οραματίζεται, φορές εξορκίζει, φορές εξυμνεί, φορές προβληματίζεται, και ούκ ολίγες φορές φαίνεται μάλλον να λιβανίζει ό,τι συμβαίνει γύρω μας, ακόμα και τότε που διατείνεται το αντίθετο, ότι τάχατες πρεσβεύει την αλλαγή, ν’ανοίξει δηλαδή δρόμους γιά το ασυνήθιστο. Ενα θεατρικό έργο που ανεβάστηκε σε περιορισμένο αριθμό παραστάσεων στο Μπρούκλυν της Νέας Υόρκης τις τελευταίες μέρες του Οκτωβρίου μάλλον συνδύαζε όλα τα παραπάνω.

Πρόκειται για το έργο « Η Καταθλιπτική Ακτή» του Τζέφ Στάρκ, που όπως μαθαίνουμε ζεί στο Μπρούκλυν.  Για να είμαστε σαφείς, δεν είναι ένα παραδοσιακό στήσιμο θεάτρου αφού η παράσταση λαμβάνει χώρα επάνω σε ένα αυτοσχέδιο επίπεδο πλοιάριο καθώς διασχίζει το μακρόστενο (3 χιλιόμετρα μήκος, 30 μέτρα πλάτος) κανάλι Γκουάνας, και σε επιλεγμένες τοποθεσίες επί ξηράς, στάσεις της πλωτής αυτής σκηνής στις όχθες του καναλιού.  Εχουμε δηλαδή ένα θεατρικό έργο που επιπλέει!

Πού επιπλέει όμως;  Στα πιό μολυσμένα νερά του λιμανιού της Νέας Υόρκης!   Πριν λίγα χρόνια το κανάλι (δίπλα στη γειτονιά Πάρκ Σλόουπ όπου βρίσκεται το ιδιόκτητο σπίτι του δημάρχου Μπίλ ντε Μπλάζιο καθώς και το σπίτι του συγγραφέα Πώλ Ωστερ) είχε συμπεριληφθεί στην λίστα των πιό μολυσμένων περιοχών της Αμερικής. Κατασκευασμένο πριν από150 χρόνια περίπου, εξυπηρετούσε βιομηχανίες στις ακτές του τότε σε ακμή: βυρσοδεψεία, εργοστάσια παραγωγής υγραερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, κατεργασίας μετάλλων, παραγωγής βαφών και άλλων χημικών ουσιών, δεξαμενές πετρελαίου.  Εξυπηρετούσε βιομηχανίες και ταυτοχρόνως δεχόταν ανεξελέγκτως (μέχρι να ψηφιστούν οι περιβαλλοντικές νομοθεσίες) το τοξικό τους περίσσευμα.  Οποιες ουσίες δεν μετατρεπόνταν σε προϊόν (δηλαδή χρήμα) κατέληγαν στην τοξική τους μορφή στου καναλιού τον βυθό, ανάκατα με το αποκρουστικό, επεισοδιακό ξεχείλισμα των οχετών.

Με αυτό το σύντομο ιστορικό υπ’ όψιν, σε συνδυασμό με το θέμα του έργου, γίνεται εμφανής η επιλογή της τοποθεσίας για το ανέβασμα της «Καταθλιπτικής Ακτής».  Το θέμα βασίζεται σε γενικές γραμμές στο μύθο της Περσεφόνης και στο κυκλικό, εποχικό πέρασμά της στον Αδη.  Το κανάλι με τη δυσοσμία των υδάτων του (ένα μίγμα μυρωδιάς από πετρέλαιο, πίσσα και αναθυμιάσεις που συνήθως τις συνδέουμε με βόθρους) και με την οικοδομική (ή ανοικοδόμητη) αναρχία του (ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο εδώ, οικόπεδα με άγρια βλάστηση και ασφαλτοστρωμένα οικόπεδα πάρκινγκ εκεί, σιλό τσιμέντου και τριγύρω τους βουναλάκια χαλικιών, βουνά μετάλλων πρός ανακύκλωση, και υπερμοντέρνες εγκαταστάσεις σουπερμάρκετ για τον οργανικά τρεφόμενο νεανικό πληθυσμό), το κανάλι αυτό είναι το σκηνικό που αναπαριστάνει τον ποταμό Αχέροντα του αρχαίου μύθου.  Η φυσική παρουσία του τοπίου είναι το ένα μέρος του σκηνικού.  Το άλλο είναι όλα αυτά που κατασκευάστηκαν, στην πλωτή σκηνή και στις έξη στάσεις στις όχθες του καναλιού, από τους σκηνογράφους και τους ενδυματολόγους του έργου, και που κατά τον κριτικό της εφημερίδας «Νιού Γιόρκ Τάϊμς» ήταν ‘κάτι το τρομερό.’  ‘Ο κ. Στάρκ’, λέει ο κριτικός, ‘…με έναν τόσον δά προϋπολογισμό και με έναν μεγάλο θησαυρό καλοθέλησης στην ηθοποιία έχει δημιουργήσει έναν φρέσκο…και εξαιρετικά θαυμάσιο κόσμο.  Φαίνεται δύσκολο να φτιάξεις οτιδήποτε εκτός από τσιμέντο σε αυτόν εδώ τον [σούπερ μολυσμένο] τόπο.  Ο κ. Στάρκ δημιουργεί ένα είδος τραχειάς μαγείας.’

Στην εκδοχή του αμερικάνου δραματουργού, ο Χάρων, ο πλοηγός των ψυχών στον Κάτω Κόσμο, και η Περσεφόνη σχεδιάζουν να ‘το σκάσουν’ μαζί μιά για πάντα από αυτό το καταθλιπτικό περιβάλλον του θανάτου.  Το έργο στήνεται λίγο-πολύ σαν μια ερωτική ιστορία με απαγωγή.  Ρωτάει ο Χάρων, ‘Γιατί δε βρίσκεις τίποτα το ωραίο εδώ;’  Και η Περσεφόνη του απαντάει, ‘Γιατί πρόκειται γιά βόθρο.’ Κοιτάζοντας τα σκουπίδια να πλέουν δίπλα τους ο Χάρων συγκατανεύει, ‘ Το ξέρω.’  Ο αρχαίος ελληνικός μύθος, λοιπόν, ξαναζωντανεύει στο Μπρούκλυν με ιδιομορφίες που έχει αποκτήσει στο διάστημα του χώρου και του χρόνου που έχει διανύσει.  Από τη μιά, ο Χάρων που θεωρούσε ότι είχε πάντα στους μύθους έναν  ‘τριτεύοντα’ ρόλο εδώ, στο ‘Νέο Κόσμο’, μπορεί να υπερηφανευθεί πως  ‘…τώρα έχει έναν δικό του, καταδικό του μύθο.’  Επίσης, όπως πολύ σωστά έχει παρατηρηθεί, μαζί με όλους τους άλλους χαρακτήρες που υποδύονται οι ηθοποιοί παίζουν στο έργο τον δικό τους ρόλο και τα μολυσμένα νερά του καναλιού (ειδικά γιά αυτούς που έχουν γνώση της πολιτικής διαμάχης για τον καθαρισμό του καναλιού και γιά την επερχόμενη ‘ανάπτυξη’ στις όχθες του.)  Μονολογεί η Περσεφόνη: ‘Βρισκόμαστε καταμεσίς σ’ ένα βρωμερό ποτάμι, πλέουμε στο ρεύμα που φέρνει μιζέρια, δηλητήριο, και κόπρανα…’  Ομως στο τέλος της παράστασης ο Ερμής με μια του  εκφώνηση θα δώσει την αμερικάνικη κατάληξη του μύθου που ίσως να αποτελεί και το στίγμα του τί μέλλει γενέσθαι στη περιοχή.  Λέει λοιπόν ο Ερμής, σαν ένας άλλος  Κλιντ Ηστγουντ σε κάποιο χαρακτηριστικά αμερικάνικο έργο του σινεμά: ‘ Εύχομαι να μην πάμε στην κόλαση, αλλά να είμαστε μονίμως καθ’ οδόν!’

 

Η «Καταθλιπτική Ακτή» οραματίζεται μια ανανέωση, μια ανατρεπτική και αισιόδοξη έκβαση ενός αρχαίου μύθου.  Προσπαθεί, μέσω της αναπαράστασης του μύθου αυτού, να εξορκίσει τα δεινά ενός μολυσμένου καναλιού και ταυτοχρόνως (με της σκηνοθεσίας τις επιλογές) να εξυμνήσει τις ομορφιές του και να ελπίζει πως δεν θα τις ισοπεδώσουν οι  αλλαγές που σχεδιάζουν οι τοπικές αρχές μαζί με τους κεφαλαιούχους.  Προβληματίζεται με αυτό που προμηνύεται: μια ασφυκτική οικοδομική ανάπτυξη στις όχθες του καναλιού.  Ο προβληματισμός αυτός φαίνεται να ήταν και η αφορμή γιά την παράσταση, θέλοντας να θέσει το ζήτημα επί τάπητος.  Ομως το ασύνηθες που προσφέρει η παράσταση προχωρεί καθόλου τη συζήτηση, κάνει όντως τομή;  Φαίνεται μάλλον να προσφέρει μια τελετουργική μετάβαση σε αυτό που προσπαθεί να προλάβει.  Γιατί οι ίδιοι λόγοι που τραβάνε το κοινό σε παραστάσεις σαν κι αυτή, σε έναν τόπο που ήταν terra incognita, προσελκύουν και τούς πιθανούς καταστροφείς της ομορφιάς του καναλιού που αυτό το έργο εξυμνεί.

 

Παρεμπιπτόντως, στην απέναντι όχθη του άλλου ποταμού, του Ηστ Ρίβερ, στο Signature Theater του Μανχάτταν, δίνει και παίρνει ένας άλλος ελληνικός μύθος.  Στο νέο έργο του, «Ενα σωματίδιο τρόμου (Παραλλαγές του Οιδίποδα)», ο Σάμ Σέπαρντ μας δίνει με τον δικό του τρόπο τον  «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή.

 

Την εποχή αυτή, που η επικοινωνία όλο και περιορίζεται στο λιλλιπούτειο διάστημα όπου χορεύουν τα ακροδάχτυλά μας ένα μανιακό χορό εσαεί, στέλνοτας μηνύματα κενά μέσα στον κυβερνοχώρο των ανούσιων εφάρμς (δικός μου νεολογισμός στο ίδιο πνεύμα με το ανόητο αγγλικό apps), ένας πανάρχαιος ελληνικός μύθος παραμένει ζωντανός και μιλάει ακόμα, στην πολύβουη Νέα Υόρκη, σε ένα απόμακρο κοινό.  Και η τέχνη εξακολουθεί να τολμάει.  Υπάρχει ελπίδα λοιπόν.

Προηγούμενο άρθροΤι θα θυμάμαι από τον Μένη Κουμανταρέα
Επόμενο άρθροΓυναίκες… Φως ή αλλιώς, η δύναμη των παραμυθιών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ