Ελισάβετ Κοτζιά: Περί Κανόνος, αισθητικού γούστου, λογοτεχνικότητας και άλλων τινών (συνέντευξη στον Γιάννη Μπασκόζο)

0
1446

 

συνέντευξη στον Γιάννη Μπασκόζο

Μετά από χρόνων ερευνητική, θεωρητική και κριτική εργασία η Ελισάβετ Κοτζιά παρέδωσε στη δημοσιότητα τον έργο της με τίτλο “Ελληνική Πεζογραφία (1974-2010), Το μέτρο και τα σταθμά” (εκδ. Πόλις). Πρόκειται για ένα έργο μιας συνολικής θεώρησης της ελληνικής λογοτεχνίας από την Μεταπολίτευση έως την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Περιλαμβάνει μια κριτική θεώρηση όχι μόνον της βιβλιοπαραγωγής του εξεταζόμενου διαστήματος αλλά και των θεωρητικών επεξεργασιών, όπως και ορισμένων κοινωνικών παραμέτρων που επηρέασαν αλλά και ενδεχομένως καθόρισαν  την πορεία της πεζογραφίας της εποχής. Είναι μια διαφορετική μεθοδολογική εκδοχή της Ιστορίας της Ελληνικής Λογοτεχνίας από αυτήν που μας είχαν συνηθίσει οι παλαιότεροι ιστορικοί μας. Τέλος το βιβλίο αυτό είναι και μια απάντηση στις απόψεις  εκείνες που διακινούνται χρόνια τώρα ότι η ελληνική κριτική “στρογγυλεύει”, δεν κρίνει ποτέ αρνητικά, δεν “σπάει αυγά” κ.λπ. Στη συνέντευξη που ακολουθεί επικεντρωθήκαμε κυρίως σε θέματα του βιβλίου που έχουν ήδη προκαλέσει συζητήσεις.

 

Στο τελευταίο τμήμα του βιβλίο σας  επιλέξατε να παρουσιάσετε 180 μεταπολιτευτικούς συγγραφείς με πολύ συνοπτικό τρόπο. Έχουν εκφραστεί αντιρρήσεις που συνοψίζονται στο ερώτημα:  Πώς μπορεί  με τόσες λίγες λέξεις να διατυπώνει κάποιος ολοκληρωμένη γνώμη;

Στο τμήμα της «Αξιολογικής κριτικής» του βιβλίου μου παρουσιάζω  180 μεταπολιτευτικούς πεζογράφους με  πολλών ειδών και διαβαθμισμένου μεγέθους κείμενα.  Αναλυτική έκθεση των απολύτως θετικών κρίσεων, παράθεση  θετικών κρίσεων αναμεμειγμένων με επιφυλάξεις, κείμενα όπου βαρύνοντα ρόλο παίζουν οι επιφυλάξεις,  τέλος συνοπτικά εκφρασμένες αρνητικές κρίσεις για συγγραφείς  τους οποίους θεωρώ αδιάφορους. Το θέμα της κριτικής αξιολόγησης είναι έτσι ή αλλιώς θέμα προσωπικού γούστου. Ποτέ δεν πίστεψα ότι είναι ζήτημα επιχειρημάτων  το να πείσεις κάποιον γιατί ένα βιβλίο σού αρέσει ή όχι και να μεταστρέψεις  τη γνώμη του. Ο λόγος που χρησιμοποιεί η κριτική είναι ψευδο-αποδεικτικός. Προσφεύγουμε σε επιχειρήματα   προκειμένου να προχωρήσει η συζήτηση. Επομένως  σε αυτό το τμήμα του βιβλίου καταθέτω την δική μου προσωπική γνώμη. Ας μην ξεχνάμε ότι πίσω από αυτό υπάρχουν εκατοντάδες δικά μου κριτικά σημειώματα στην εφημερίδα Καθημερινή, στα οποία μπορεί  να προστρέξει κανείς  και να διαβάσει αναλυτικά και με επιχειρήματα τη γνώμη μου για τα έργα. Τα σημειώματα αυτά δεν είναι πλέον δυσεύρετα (υπάρχουν στην Βιβλιονέτ). Είμαι άλλωστε στη διαδικασία οργάνωσης ενός  προσωπικού site όπου θα μπορεί όποιος το επιθυμεί να ανατρέξει στις  παλιότερες κριτικές μου.

Αν η κριτική όπως λέτε δεν είναι τίποτα άλλο παρά θέμα γούστου τότε οποιοσδήποτε μπορεί να αυτό- τιτλοφορηθεί κριτικός χρησιμοποιώντας ως μοναδικό κριτήριο το «μ΄αρέσει – δεν μ΄αρέσει»…

Στην πραγματικότητα όλοι έχουν το δικαίωμα να έχουν το προσωπικό τους γούστο. Ανήκει στην  δημοκρατική συνθήκη. Υπάρχει όμως μια ομάδα που θεωρείται πως ανήκει στο metier,  και  η οποία, όπως είπε ο Φρανκ Κέρμοντ,   αμείβεται για να κάνει το σοβαρό διάβασμα της κοινότητας.  Οι  κριτικοί λογοτεχνίας ανήκουμε σε αυτήν την κατηγορία. Και το αποδεικνύουμε εφ’ όσον υπάρχουν αναγνώστες που ενδιαφέρονται να διαβάσουν όσα γράφουμε, ενδιαφέρονται να μάθουν τη γνώμη μας.

Στο πρώτο μέρος  του βιβλίου σας  αναφέρεστε σε πολλές κριτικές θεωρίες αλλά φαίνεται ότι στο τέλος επιλέγετε την συναισθηματική σχέση με το πεζογράφημα. Μου φέρνει στο νου τη ρήση του Ι.Α. Richards που χρησιμοποιεί ο Σεφέρης για την ποίηση ως «υπέρτατη μορφή της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας». Ποιο είναι τελικά το βασικό σας κριτήριο;

Στο πρώτο μέρος της μελέτης αναφέρομαι στις διάφορες θεωρίες γιατί θέλησα να πλαισιώσω τα λογοτεχνικά  κείμενα που διαβάσαμε με στοιχεία από την  περιρρέουσα ατμοσφαίρα της εποχής.  Γι’ αυτό  επίσης εκθέτω  και στοιχεία που αφορούν  το πολιτικο-κοινωνικό κλίμα μέσα στο οποίος εκδοθήκαν,  τους προβληματισμούς γύρω από την χρήση των όρων Παράδοση και Κανόνας, την ποσοτική έκρηξη των τίτλων και την εγκατάλειψη της διάκρισης ανάμεσα στα έργα της υψηλής και της χαμηλής λογοτεχνίας.

Μετά την πλαισίωση ακολουθεί το  τμήμα της   «Ερμηνευτικής κριτικής» που είναι και το μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου, και όπου εξετάζω όλα τα  μυθιστορήματα και τα διηγήματα- κοινωνικά, παρωδιακά, ιστορικά, αστυνομικά και φανταστικά. Πώς αντικρίζουν την κοινωνία, τι λένε για αυτήν.  Επομένως τα κριτήρια της μελέτης μου είναι δύο – το ερμηνευτικό κριτήριο  και το κριτήριο της αισθητικής  αξιολόγησης.

Σε όλο το πόνημά σας αλλά κυρίως στο τελευταίο κεφάλαιο φαίνεται να προτείνετε ένα δικό σας κανόνα. Ας πούμε αναλογικά κάτι σαν αυτό που έκανε ο Μπλουμ με τον Δυτικό Κανόνα  και είχε ξεσηκώσει σάλο στην παγκόσμια λογοτεχνική κοινότητα. Δεν είναι ένα παρακινδυνευμένο τόλμημα;

Κάθε άνθρωπος, ακόμα κι αν δεν το ξέρει ή δεν το παραδέχεται,  όλοι ανεξαιρέτως, ο απλός αναγνώστης, ο συγγραφέας, ο φιλόλογος, ο εκπαιδευτικός, ο εκδότης, ο ερευνητής,  λειτουργούν διαμορφώνοντας κανόνες. Στοιχειώδεις ή πλήρεις. Και αυτοί  οι επιμέρους κανόνες καταλήγουν στους μεγάλους θεσμικούς Κανόνες της εθνικής λογοτεχνίας, της εκπαίδευσης, των συγγραφέων, των κριτικών, των μεγάλων λογοτεχνικών βραβείων.  Ρωτάτε αν το τόλμημα μου είναι παρακινδυνευμένο.  Μπορεί μια κοινωνία να επιβιώσει αν τα μέλη της δεν παίρνουν το ρίσκο να υποστηρίξουν τις θέσεις τους;

Έχουμε ανάγκη από έναν Κανόνα που να απευθύνεται στις νεότερες γενιές για να τις βοηθάει στα διαβάσματά τους;

Έχουμε, και υπάρχουν πολλοί. Η πολύτομη για παράδειγμα  Παλαιότερη, Μεσοπολεμική και Μεταπολεμική Πεζογραφία των εκδόσεων Σοκόλη αποτελεί τον Κανόνα μιας πολυμελούς ομάδας έγκυρων φιλολόγων, κριτικών και πεζογράφων που διαμόρφωσαν έναν από τους μεταπολιτευτικούς  Κανόνες  για την προηγούμενη λογοτεχνία. Υπάρχει επίσης ο εκπαιδευτικός Κανόνας , αυτός που περιέχουν τα σχολικά αναγνωστικά της ελληνικής γλώσσας. Υπάρχει ο Κανόνας των εκδοτών, του Βιβλιοπωλείου της Εστίας λόγου χάρη για τους μεσοπολεμικούς  πεζογράφους ή των εκδόσεων Κέδρος για τους μεταπολεμικούς πεζογράφους.

Υπάρχει η παλαιότερη άποψη  ότι δεν είχαμε αξιόλογο μυθιστόρημα γιατί δεν υπήρξε αστική τάξη να το καλλιεργήσει και η συνέχεια κατά κάποιον τρόπο αυτής της άποψης, στην οποία αναφέρεστε στο βιβλίο, διατυπωμένη από τον κριτικό Δημοσθένη Κούρτοβικ, ότι η ελληνική πεζογραφία είναι «επαρχιώτικη», τα θέματά της δεν αφορούν τους αναγνώστες της προηγμένης Δύσης. Τελικά φταίει η γλώσσα και η ενδοστρέφεια μας;

Θεωρώ πως η ελληνική μεταπολεμική πεζογραφία δεν υπήρξε «επαρχιώτικη». Η λογοτεχνία μετά τον πόλεμο γράφτηκε από ανθρώπους που έζησαν έναν Εμφύλιο και μία σκληρή μετεμφυλιακή συνθήκη με εκτελέσεις, φυλακίσεις και εκτοπίσεις.  Υποχρεώθηκαν έτσι να στραφούν εντός τους προσπαθώντας  να αντιληφθούν και να καταγράψουν τι ήταν αυτό που τους συνέβη. Δεν ήταν ο επαρχιωτισμός που τους ανάγκασε να είναι ενδοστρεφείς – γιατί ήταν όντως  ενδοστρεφείς – αλλά το τεράστιο πολιτικοκοινωνικό τους τραύμα. Για τους μεταπολιτευτικούς πεζογράφους, μιλώντας από τη σκοπιά του 2020,  νομίζω πως δεν  μπορεί κανείς να τους χαρακτηρίσει ενδοστρεφείς. Είτε με την παρωδία και το υβριδικό μυθιστόρημα,  είτε   -με κάποια  χρονική υστέρηση – με το αστυνομικό μυθιστόρημα και το ιστορικό μυθιστόρημα,  παρακολούθησαν  τις λογοτεχνικές εξελίξεις της Δύσης. Η γενιά εξάλλου  που εμφανίστηκε μετά το 1990 έφερε στο προσκήνιο ήρωες που ταξιδεύουν, που δεν έχουν πρόβλημα να μετεγκασταθούν στο εξωτερικό, να παντρευτούν ξένες/ους.  Τους πεζογράφους όλων των ηλικιών απασχόλησαν  άλλωστε όλα τα θέματα που ανέπτυξε η ξένη λογοτεχνία. Το παρωδιακό, το φανταστικό, το τερατώδες και κυρίως ο υβριδισμός, η διασταύρωση  του πεζογραφικού λόγου με λόγους που  προέρχονται από τη φιλοσοφία, το ιστορικό ντοκουμέντο, τον λόγο του τύπου, τον λόγο της δημόσια διοίκησης. Τους απασχόλησαν ζητήματα δικαιωμάτων εξού και  η πεζογραφία με queer και ομοφυλόφιλους ήρωες.

Τώρα γιατί η ελληνική πεζογραφία δεν έχει τόση απήχηση στο εξωτερικό, το θέμα  χρειάζεται ενδελεχή εξέταση.  Πιστεύω πως έχουμε πολύ καλά  μυθιστορήματα, μερικά μάλιστα  καλύτερα από ορισμένα που μεταφράζονται και τα υποδεχόμαστε με δάφνες. Μια σκέψη που νομίζω πως αξίζει να ερευνήσουμε είναι η εξής: το γεγονός ότι δεν έχουμε πολλές μεγάλες συνθετικές αφηγήσεις, πολλά μυθιστορήματα με δυνατή, συναρπαστική πλοκή   δυσκολεύει την ελληνική πεζογραφία  να γίνει αισθητή αποκτώντας  το δικό της brand name, το δικό της σήμα κατατεθέν στο εξωτερικό.

Υπάρχει η άποψη  ότι στο διήγημα είμαστε καλύτεροι, ίσως και λόγω παράδοσης. Το πιστεύετε; Είμαστε καλύτεροι στο διήγημα από ότι στο μυθιστόρημα;

Νομίζω πως πρόκειται για παλιό στερεότυπο  που δεν ισχύει πια. Σήμερα έχουμε εξίσου καλά μυθιστορήματα όπως και διηγήματα.

Μιλάμε συχνά για την «λογοτεχνικότητα» ενός έργου. Πώς την οριοθετείτε εσείς;

Θα σας απαντήσω με μια ρήση.  «Αυτό που λέω δεν σημαίνει ότι από εδώ και εις το εξής δεν θα υπάρχει φόρμα στην τέχνη….σημαίνει μόνο  πως θα υπάρχει νέα φόρμα, και πως η φόρμα αυτή θα είναι τέτοια ώστε θα αποδέχεται το χάος και δεν θα προσπαθεί να πει πως το χάος είναι στ΄ αλήθεια κάτι άλλο». Τα λόγια ανήκουν στο Σάμουελ Μπέκετ. Όταν ο συγγραφέας  που εγκατέστησε το κενό μέσα στην καρδιά της λογοτεχνικής Δύσης,  μιλάει για φόρμα, καταλαβαίνουμε ότι η προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για να έχουμε λογοτεχνία είναι η μορφή.  Φόρμα και λογοτεχνία  αποτελούν όρους  ταυτόσημους. Η διαφορά ανάμεσα στην δική μας εποχή και στην παλαιότερη είναι πως στον μεν μοντερνισμό είχες μια φόρμα που  ως επί το πλείστον ήταν κεντρομόλα,  όλα οδηγούσαν σε ένα νόημα, ενώ  η δική μας εποχή έχει  πάψει να πιστεύει στην κεντρική θέση του νοήματος.  Η  σύγχρονη φόρμα ενέταξε επομένως  μέσα της την ετερογένεια, την τυχαιότητα, την απροσδιοριστία και την πολυσημία σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι ο μοντερνισμός. Η δική μας πεζογραφία υπήρξε πολύ περισσότερο φυγόκεντρη.

Είπατε ότι μέσα στη σημερινή λογοτεχνία εισήλθαν ρεύματα που τα είχαμε χαρακτηρίσει ως pulp ή  λογοτεχνία του περιπτέρου. Ας πάρουμε το αστυνομικό μυθιστόρημα. Αυτό ως γνωστός έχει μια τυποποίηση και κάποιους κώδικες που συνήθως ακολουθεί. Αυτή η προκαθορισμένη φόρμα δεν αφαιρεί κάτι από την δημιουργικότητα και την λογοτεχνική του αξία;

Ναι, συνήθως αφαιρεί.  Δεν ισχύει όμως για τους μεγάλους συγγραφείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Μπόρχες και την αστυνομική ιστορία «Ο θάνατος και η πυξίδα». Ο Αργεντινός συγγραφέας χρησιμοποιεί τους κώδικες της αστυνομικής αφήγησης και συγχρόνως τους ανατρέπει, τους υπερβαίνει.

Υπάρχουν προσπάθειες συγγραφής ενός λογοτεχνικού κανόνα στη βάση κάποιων μεταμοντέρνων επιλογών. Είναι για παράδειγμα τα βιβλία του Κώστα Βούλγαρη και του Γιώργου Αριστηνού. Συνιστούν κανόνα του μεταμοντερνισμού αυτές οι προσπάθειες; Γιατί δεν το έχετε περιλάβει στην Ιστορία σας;

Βεβαίως και τους έχω συμπεριλάβει στο ερμηνευτικό τμήμα της μελέτης μου μαζί με πολλούς ακόμα συγγραφείς όπως τον Θανάση Βαλτινό, τον Γιώργο Συμπάρδη, τον Αλέξη Πανσέληνο, τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη,  τον Θωμά Σκάσση κ.α. Κι ακόμα τον μεγάλο προπάτορα του ρεύματος Γιάννη Μπεράτη και τη νουβέλα του  Στρόβιλος που πρωτοδημοσιεύτηκε στην δεκαετία του ’60.

Υπάρχει μια νεότερη γενιά 40ρηδων, που βρίσκονται στα δύο – τρία πρώτα βιβλία τους. Πιστεύετε ότι ξεχωρίζουν; έπρεπε να μπουν στο βιβλίο σας;

Υπάρχουν πολλοί και  ενδιαφέροντες νέοι πεζογράφοι. Η μελέτη μου ωστόσο καλύπτει όσους εμφανίστηκαν  για πρώτη φορά ως το 2010.  Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά καθώς η πλήρης απουσία χρονικού βάθους παρεμποδίζει την έκφραση συνολικών αξιολογικών κρίσεων.

Ελληνική Πεζογραφία (1974-2010), Το μέτρο και τα σταθμά” (εκδ. Πόλις).

Βρες το εδώ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here