Ελεύθεροι, αλλά όχι ίσοι (του Θανάση Μήνα)

0
320

 

του Θανάση Μήνα

 

O Robert Penn Warren (Γκάθρι, Κεντάκι, 1905 – Στράτον, Βερμόντ, 1989), δεν ήταν μόνο ένας δαφνοστεφής ποιητής (δύο φορές βραβευμένος με Πούλιτζερ) και βιρτουόζος πεζογράφος∙ ήταν ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς συγγραφείς στην Αμερική του 20ού αιώνα, τόσο ως μυθιστοριογράφος όσο και ως δοκιμιογράφος. Το κορυφαίο του μυθιστόρημα “Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά” (Εκδόσεις Πόλις, 2020, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου), πέρα από τα ηθικά και ιδεολογικά διλήμματα που επεξεργάζεται, αποτελεί σπουδή πάνω στη φιλοσοφία που κρύβεται πίσω από το modus operandi της αμερικανικής εκλογικής διαδικασίας, η οποία υπερβαίνει την ανάλυση του πολυσύνθετου εκλογικού συστήματος –«τόσο δυσνόητου, στους απέξω και στους απομέσα, όσο και οι κανόνες του μπέιζμπολ», έγραφε ο Νόρμαν Μαίηλερ. Ο “Αγριότοπος” με τη σειρά του ανατέμνει την εποχή του Αμερικανικού Εμφυλίου (1861-1865) και εξετάζει τη συνθήκη που τέθηκε μετά τη λήξη του για τη διατήρηση της Ομοσπονδίας (προς αποφυγή συγχύσεων: στα χρόνια του πολέμου, με τους όρους Ένωση, Ομοσπονδιακοί κλπ. εννοούνται οι «Βόρειοι»∙ με τον όρο Συνομοσπονδιακοί, οι «Νότιοι»). To “A Place to Come” (1977), αντίστοιχα, που επίσης ετοιμάζεται από τις Εκδόσεις Πόλις, σε μια πρώτη ανάγνωση είναι ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα, με ήρωα έναν σύγχρονο λόγιο της φιλολογικής γραμματείας του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης (εξπέρ στον Δάντη), ο οποίος αναστοχάζεται τη ζωή του, επιστρέφοντας στην πολιτεία όπου γεννήθηκε∙ όμως το στόρι εκτυλίσσεται σε πολιτείες όπως η Αλαμπάμα και σε πόλεις όπως τον Νάσβιλ με υψηλό συμβολικό φορτίο, όπου το νότιο φαντασιακό παραμένει πολύ ισχυρό και όπου ο ρατσισμός ουδέποτε εξαλείφθηκε.

Σημειώνει ο Warren σε δοκίμιό του:

«Με το Μεγάλο άλλοθι, ο Νότος εξηγεί, συγχωρεί και μετουσιώνει τα πάντα σε “παράδοση”. Ακόμα και σήμερα, οποιοσδήποτε κοινός λυντσέρ γίνεται υπερασπιστής της παράδοσης του Νότου, και οποιοσδήποτε ξεσηκωτής ο γενναίος ηγέτης μιας λεπτής γκρίζας σειράς ηρώων, με το καπέλο του στο σημείο του σπαθιού, σαν τον Ρόμπερτ Ε. Λη τη στιγμή της συνθηκολόγησής του, για να του παρέχει μια ψευδαίσθηση αυθεντικότητας».

Ο Warren ήταν πάντα εξαιρετικά  ευαίσθητος και συνειδητοποιημένος αναφορικά με τον ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις. Το 1965 δημοσίευσε το βιβλίο “Who Speaks for the Negro?” (Random House): ο τόμος περιλαμβάνει συνεντεύξεις του με Αφροαμερικανούς πολιτικούς, ακτιβιστές, συγγραφείς και διανοούμενους (Martin Luther King, Malcolm Χ, Bayard Rustin,  James Baldwin, Ralph Ellison, Roy Wilkins, Stokely Carmichael κ.ά.), οι οποίοι τοποθετούνται πάνω στο ζήτημα των φυλετικών διακρίσεων, πάνω στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, αλλά και γενικά πάνω σε θέματα και προσωπικότητες που αφορούν την αμερικανική ιστορία (Αβραάμ Λίνκολν, Τζον Μπράουν, Ρόμπερτ Ε. Λη, Τόμας Τζέφερσον, Φράνκλιν Ρούσβελτ κλπ.). Ο Warren έδωσε το βήμα σε αυτούς που είχαν λόγο να μιλήσουν γι’ αυτά τα θέματα.

Ο τίτλος του παρόντος μυθιστορήματος, “Αγριότοπος” (“Wilderness: A Tale of the Civil War ”), είναι συμβολικός, αλλά και κυριολεκτικός. Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, αντιστοιχεί σε μια Έρημη Χώρα, στις περιοχές του Νότου όπου νέκρωσε η ζωή κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου – του πιο πολύνεκρου στην μέχρι τότε ανθρώπινη ιστορία: πάνω από 625.000 σκοτωμένοι στρατιώτες, περίπου 100.000 άμαχοι∙ δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τους Αφροαμερικανούς σκλάβους ή απελεύθερους. Όπως υπογραμμίζει ο καθηγητής ιστορίας του Χάρβαρντ David Armitage στην μελέτη του “Εμφύλιοι Πόλεμοι” (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2020), ο αριθμός αυτός θα ισοδυναμούσε σε 7,5 εκατ. θύματα με αναγωγή στον σημερινό πληθυσμό των ΗΠΑ.

Κυριολεκτικά, ο Αγριότοπος αντιστοιχεί στη δασώδη περιοχή της πολιτείας της Βιρτζίνια, όπου διαδραματίστηκαν δύο από τις πιο σημαντικές μάχες του πολέμου: εκείνη του Τσάνσερλορβιλ (Μάιος του 1863), όπου ο Ρόμπερτ Ε. Λη με τα τεχνάσματά του στρίμωξε τους Βόρειους, κι η ομώνυμη μάχη (Μάιος του 1864), που ήταν από αυτές που έκριναν την έκβαση της σύγκρουσης υπέρ των Ομοσπονδιακών.

Κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο νεαρός Εβραίος Άνταμ Ρόζεντσβαϊγκ, ο οποίος ζει αρχικά σε γκέτο της Βαυαρίας. Μετά από τον θάνατο του πατέρα του, ο οποίος πολέμησε στα οδοφράγματα στην Επανάσταση του 1848, ασφυκτιώντας στο αφιλόξενο, αντισημιτικό περιβάλλον, το καλοκαίρι του 1863 αναχωρεί για την Αμερική, με σκοπό να πολεμήσει στο πλευρό των Βορείων. Έχει κληρονομήσει τον επαναστατικό ιδεαλισμό του πατέρα του και ποθεί να αγωνιστεί για την ανθρώπινη ελευθερία∙ θεωρεί, με κάποια αφέλεια, αλλά με ακλόνητη βούληση, ότι ο πόλεμος διεξάγεται μόνο ή κυρίως για τη χειραφέτηση των μαύρων σκλάβων. Κατά την αναχώρησή του για την Αμερική, ο Άνταμ δεν θα μπορούσε να συνειδητοποιεί τις πραγματικές αιτίες του πολέμου: τη σύγκρουση ανάμεσα στη συγκεντρωτική, αγροτική οικονομία και στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, ανάμεσα σε έναν παρατεταμένο, αναχρονιστιοκό φεουδαλισμό και σε μια ραγδαία εκβιομηχάνηση και αστικοποίηση. Ο αγνός ιδεαλισμός του τον κάνει να πιστεύει ότι το διακύβευμα του πολέμου είναι η ελευθερία∙ ότι η κατάργηση της δουλείας, τουλάχιστον νοτίως της νοητής Γραμμής Μέισον-Ντίξον, θα επιφέρει αυτομάτως την ουσιαστική χειραφέτηση των μαύρων. Την ώρα που αναχωρεί γεμάτος ενθουσιασμός για την Αμερική, δεν θα μπορούσε να έχει επίγνωση των εσωτερικών της αντιφάσεων, ούτε να υποψιαστεί το δόγμα πάνω στο οποίο θα στηριχθεί μεταπολεμικά το Ομοσπονδιακό Κράτος, πιο εμφατικά στον Νότο, πιο μουλωχτά στον Βορρά: ελεύθεροι, αλλά όχι ίσοι.

Στο πλοίο για την Αμερική, το παραμορφωμένο του πόδι τραβάει άθελά του την προσοχή και οι υπεύθυνοι απειλούν να τον στείλουν πίσω στην Ευρώπη. Εκεί του κολλάνε το προσωνύμιο «Στραβοπόδης» (Slowfoot), δυνατό λογοτεχνικό παρατσούκλι, αντάξιο με το PegLeg του Κάπταιν Τζον Σίλβερ του Robert Louis Stevenson. Ο Άνταμ αποδρά και καταφεύγει στη Νέα Υόρκη, όπου στα Five Boroughs επικρατεί ακραία φτώχεια και εξαθλίωση, μαίνονται αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε αντίπαλες συμμορίες και ξεσπά γενικευμένη εξέγερση εξαιτίας της αναγκαστικής στρατολόγησης που επιχείρησε ο Λίνκολν. Η εξέγερση προκλήθηκε όταν η κυβέρνηση εξέδωσε ντραφτ για όλους τους άντρες ηλικίας 20-45 ετών χωρίς καταγεγραμμένη περιουσία∙ έπληξε κυρίως τους Ιρλανδούς μετανάστες που είχαν πρόσφατα αφιχθεί, ενώ στη διάρκειά της, ο όχλος ξέσπασε την οργή του πάνω στους μαύρους. Τα γεγονότα περιέγραψε συγκλονιστικά ο δημοσιογράφος Herbert Asbury στο βιβλίο του “Οι Συμμορίες της Νέας Υόρκης” (1927), που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Martin Scorcese.

Ο Άνταμ κατορθώνει, τελικά, να ενσωματωθεί στον στρατό της Ένωσης, όχι όμως ως οπλίτης αλλά ως βοηθός προμηθευτή του στρατεύματος. Οι συναντήσεις του Άνταμ ‒μεταξύ άλλων, με έναν πλούσιο ευεργέτη, έναν πρώην σκλάβο, έναν κυνηγημένο Νότιο, έναν χωρικό και τη γυναίκα του‒ κλονίζουν την αντίληψή του για τον εαυτό του και για τον κόσμο. Ο Άνταμ αμφισβητεί πλέον συνολικά τον απολυταρχισμό.

Ο ρατσισμός που αντικρύζει ο Άνταμ είναι διάχυτος τόσο στο Νότιο, όσο και στο Βόρειο στρατόπεδο – παρόλο που είχαν συγκροτηθεί συντάγματα μαύρων ως βοηθητικά. Προσωποποιείται στον Μόουζ, τον μαύρο που γίνεται φίλος με τον Άνταμ, εντάσσεται και αυτός στον στρατό των Βορείων και έρχεται εκεί αντιμέτωπος με την περιφρόνηση και τον χλευασμό (που φτάνουν στον ωμό βασανισμό). Φευ! Ο πρώην σκλάβος θα γίνει Μαύρος Φυγάδας και θα τους πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. Ο ίδιος, δε, ο Άνταμ, απομυθοποιεί τον ιδεαλισμό του και τα ευγενικά κίνητρα του πολέμου, όταν στις νότιες όχθες ενός ποταμού στον “Αγριότοπο” αναγκάζεται να σκοτώσει έναν άτακτο-λιποτάκτη (ο οποίος φορούσε κλεμμένες μπότες στρατιωτών της Ένωσης)∙ τότε ακριβώς συνειδητοποιεί τι σημαίνει πόλεμος, και αποφασίζει να αποδράσει από τη φρίκη του. Η αντιπαράθεση μεταξύ του ιδανικού και του ρεαλιστικού, που εν γένει χαρακτηρίζει την πολιτική λογοτεχνία του Warren, αντικατοπτρίζεται στις πράξεις του ήρωά του.

Έναν χρόνο πριν από την πρώτη έκδοση του “Αγριότοπου”, το 1960, ο Robert Penn Warren είχε δημοσιεύσει το εκτενές δοκίμιο “The Legacy of the Civil War” (Bison Books). Επί τρεις δεκαετίες, ο Warren είχε προβληματιστεί από τον ρατσισμό των λευκών Αμερικανών και το απύθμενο χάσμα του φυλετικού διαχωρισμού, τόσο στον Βορρά, όσο και στον Νότο. Τον απασχολούσε επίσης ο αυξανόμενος κομφορμισμός της αμερικανικής ζωής, ο οποίος έφτασε σε νέα βάθη ακριβώς πριν από την πολύχρωμη πολιτιστική επανάσταση της δεκαετίας του 1960.

Ο Warren αναρωτήθηκε επίσης για τον αντίκτυπο του Εμφυλίου Πολέμου στην εδραίωση του αμερικανικού έθνους. Η οριστική, στρατιωτική νίκη των Ομοσπονδιακών στο Απόματοξ (Απρίλιος 1965), έγραψε, «σφράγισε τη μοίρα της Ένωσης». Οι Αμερικανοί δεν θα φαντάζονταν πλέον τους εαυτούς τους να κατοικούν σε αποσχισμένες δημοκρατίες, το κόστος θα ήταν πολύ υψηλό. Ο πόλεμος δεν είχε λύσει το φυλετικό ζήτημα, αλλά είχε βάλει μια σιδερένια σφραγίδα στο ζήτημα της Ένωσης.

«Ένα δεύτερο σαφές και αντικειμενικό γεγονός είναι ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος κατάργησε τη δουλεία, ακόμα κι αν έκανε ελάχιστα ή καθόλου για την κατάργηση του ρατσισμού. Με αυτόν τον τρόπο αφαίρεσε το πιο προφανές… εμπόδιο στην Ένωση», όμως, συγχρόνως, «εγκαινίασε μια μακρά περίοδο βίαιων φυλετικών διακρίσεων, που διαρκεί ως τις μέρες μας».

Αυτούς τους ιδεολογικούς προβληματισμούς επεξεργάζεται λογοτεχνικά ο Warren στον “Αγριότοπο” όταν, για παράδειγμα, γράφει:

«”Ναι”, είπε ο άντρας, “αυτός που λέει ότι σου έσωσε τη ζωή. Βέβαια, μπορεί τώρα να είσαι εσύ δικός του και όχι αυτός δικός σου. Ήταν αφάνταστα τρομαγμένος εκείνος ο μαύρος. Δεν ήθελε να σ’ αποχωριστεί, κι ας είχες λιποθυμήσει. Έκανε λες κι ήσουν η μόνη εγγύηση για τη ζωή του, ή κάτι τέτοιο. Όπως και να’ χει, θέλω να ξέρεις πως τον φροντίσαμε και τον ταΐσαμε. Ο φουκαράς ο μαύρος…μ’ όλα αυτά που συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες. Τους βγάζουν απ΄ τα σπίτια τους και τα καίνε, τους βασανίζουν και τους σκοτώνουν, και…”»

Σε ότι αφορά τις λογοτεχνικές αρετές του κειμένου, είναι αξιοθαύμαστη η ενσυναίσθηση του συγγραφέα και η ικανότητά του να εξετάζει τα πράγματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Υφολογικά, η γλώσσα του Warren στον “Αγριότοπο”, την οποία αναδεικνύει η εξαιρετικά προσεγμένη μετάφραση, παραπέμπει σε έναν λίγο πιο γειωμένο William Faulkner∙ παλαντζάρει ανάμεσα στον μακροπερίοδο συνειρμικό λόγο και στην ρεαλιστική αμεσότητα. Η αναφορά δεν γίνεται τυχαία. Ο “Αγριότοπος” αξιώνει μια θέση πλάι στα κορυφαία αμερικανικά μυθιστορήματα με καμβά τον Εμφύλιο: “Το κόκκινο σημάδι του θάρρους” του Stephen Crane (1895), το “ Σαρτόρις” του Faulkner (1929) και τη “Στρατιά” του E.L. Doctorow (2005).

 

Robert Penn Warren, Αγριότοπος, μτφρ. Άννα Μαραγκάκη, Εκδόσεις Πόλις, 2023

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΆρις Γεωργίου (2) : Όταν η φωτογραφία αγκάλιασε την τζαζ (του Γιάννη Μουγγολιά)
Επόμενο άρθρο“…δύο ίδιες απαντήσεις σε τουλάχιστον τρεις διαφορετικές ερωτήσεις” (της Καλλιρρόης Παρούση)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ