Είκοσι ένα απομνημονεύματα και μελέτες για το Εικοσιένα (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
986

 

 

του Σπύρου Κακουριώτη

 

Η φράση του Μακρυγιάννη «Δι’ αυτά πολεμήσαμεν» έρχεται στο σκοτισμένο μυαλό που αντικρίζει την «ολόμαυρη ράχη» της καμένης πατρίδας… Ίσως, σκέφτεται μέσα στην παραζάλη του, για να σωθεί όχι μονάχα η χώρα μα ο πλανήτης ολόκληρος, να απαιτείται μια ανάλογη κοινωνική αναμόχλευση, όπως αυτή που έφερε τη Ρούμελη και τον Μοριά, πριν από 200 χρόνια, από την τυραννία στην ελευθερία. Μια επανάσταση σαν κι αυτή που μελετάνε τα βιβλία …

 

Πέτρος Πιζάνιας, Η Ελληνική Επανάσταση, 1821-1830, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

«Αμιγώς επαναστατικό γεγονός, με την επιστημονική σημασία του όρου», χαρακτηρίζει το 1821 ο συγγραφέας, στην ανά χείρας μελέτη του, όπου αναλύει τους μηχανισμούς που επέτρεψαν στους Έλληνες και τις Ελληνίδες να καταλύσουν την οθωμανική δεσποτεία στους ιστορικούς τόπους τους, χτίζοντας την πολιτική ελευθερία και την ανεξαρτησία τους, μετατρεπόμενοι από αγωνιζόμενους ραγιάδες σε πολίτες του εθνικού τους κράτους, προβαίνοντας δηλαδή σε μια «πολιτική πράξη υψηλής δημιουργίας». Στον παρόντα τόμο, ο οποίος αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια του έργου του Η ιστορία των Νέων Ελλήνων. Από το 1400 έως το 1820 (Εστία, 2015), αναλύει τις ιστορικές δυναμικές που οδήγησαν στην Επανάσταση, τον επαναστατικό πόλεμο και την πολιτική του σημασία, την εγκαθίδρυση της πολιτικής ελευθερίας, της ισότητας και της λαϊκής κυριαρχίας, τις ιδεολογικές συνιστώσες του Αγώνα, την κοινωνική σύνθεση των ηγεσιών και των λαϊκών μαχητών, τη στρατηγική που ακολούθησαν οι ελληνικές ηγεσίες έναντι των ευρωπαϊκών δυνάμεων, εκμεταλλευόμενες τις γεωπολιτικές τους αντιθέσεις, και, αντίστροφα, τη μεθοδική αντίδραση του οθωμανικού κράτους και την απάντηση των επαναστατών. Με βάση εκτεταμένη αρχειακή έρευνα, ο Πέτρος Πιζάνιας συνθέτει μια περιεκτική κοινωνική ιστορία της Επανάστασης, από την οποία, όμως, δεν απουσιάζουν ούτε η πολιτική ούτε η ιδεολογική διάσταση, η οποία είχε ευρύτερη απήχηση, σε ολόκληρη την Ευρώπη και τη Μεσόγειο, προσφέροντας στον αναγνώστη μια από τις πληρέστερες και διεισδυτικότερες μονογραφίες απ’ όσες έχουν εκδοθεί μέχρι τώρα με την ευκαιρία της επετείου. Η ιστορική αφήγηση πλαισιώνεται από ένθετα αποσπάσματα κειμένων της εποχής, τα οποία επιτρέπουν στον αναγνώστη να αντιληφθεί ευχερέστερα το πνεύμα των αγωνιστών, τόσο των ανωνύμων όσο και των ηγετών.

 

Δημήτρης Παπανικολόπουλος, Το 1821 ως επανάσταση, ΕΝΑ

Γιατί ξέσπασε και γιατί πέτυχε η Επανάσταση του 1821; Αυτά είναι τα δύο, σαφώς διακριτά, ερωτήματα στα οποία επιδιώκει να απαντήσει ο συγγραφέας στη μελέτη του αυτή, θέλοντας, πρώτα απ’ όλα, να εντάξει την Ελληνική Επανάσταση στη διεθνή θεωρητική συζήτηση περί επαναστάσεων. Παρουσιάζοντας ένα θεωρητικό πλαίσιο το οποίο εδράζεται στην πολιτική επιστήμη και την ιστορική κοινωνιολογία (B. Moore, Th. Skocpol, Ch. Tilly, J. Goldstone κ.ά.), επιχειρεί στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει τα αναλυτικά εργαλεία της θεωρίας των επαναστάσεων και των κοινωνικών κινημάτων για να εξετάσει τις προϋποθέσεις της Επανάστασης. Αναπλαισιώνοντας, με αυτόν τον τρόπο, τα ερμηνευτικά σχήματα των ιστορικών της τελευταίας πεντηκονταετίας, αναφέρεται στην εξασθένηση του οθωμανικού κράτους, στον ρόλο της οικονομικής ενίσχυσης των ελληνόφωνων ελίτ, της δημογραφικής μεταβολής, του διεθνούς πλαισίου και όλων εκείνων των παραγόντων που δημιούργησαν τις πολιτικές ευκαιρίες για την Επανάσταση. Στη συνέχεια, στρέφεται στο δεύτερο ερώτημα, που αφορά τους λόγους για τους οποίους οι έλληνες επαναστάτες κατάφεραν να βγουν νικητές από αυτόν τον αγώνα. Εδώ ο συγγραφέας προσδιορίζει μια σειρά μεταβλητών, αντλώντας και πάλι από τις κατηγοριοποιήσεις της θεωρίας των κοινωνικών κινημάτων και των επαναστάσεων, όπως είναι οι ευκαιρίες που εκμεταλλεύτηκαν οι επαναστάτες, οι απειλές που τους κινητοποιούσαν, οι ταυτοτικές παράμετροι της δράσης τους, ο λόγος και τα συναισθήματά τους, η οργάνωση και η ηγεσία τους, οι πόροι και το ρεπερτόριο δράσης που χρησιμοποίησαν. Κάθε μια από αυτές  τις μεταβλητές μελετάται ξεχωριστά, καθώς αναφέρονται σε διαφορετικά επίπεδα δράσης, όμως ο συγγραφέας επισημαίνει πως αν μία από αυτές έλειπε, είναι πολύ αμφίβολο ότι το αποτέλεσμα του Αγώνα θα ήταν θετικό.

 

Θ. Βερέμης – Α. Κλάψης (επιμ.), 1821: Η Επανάσταση των Ελλήνων, Ελληνικά Γράμματα

Μέσα από δεκαέξι κείμενα, γραμμένα από ισάριθμους πανεπιστημιακούς καθηγητές και ιστορικούς ερευνητές, ο ανά χείρας συλλογικός τόμος επιχειρεί να ερμηνεύσει, να αναδείξει και να θέσει νέους προβληματισμούς γύρω από ζητήματα του Αγώνα, άλλα γνωστά και άλλα λιγότερο προβεβλημένα, με στόχο να δώσει στον αναγνώστη, με τρόπο ευσύνοπτο αλλά διεισδυτικό, το πανόραμα των εξελίξεων που σχετίζονται με την Ελληνική Επανάσταση. Οι θεματικές οι οποίες παρουσιάζονται εκκινούν από την προετοιμασία της Επανάστασης μέσα στους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας (Θάνος Βερέμης, Βάσω Σειρηνίδου), τη σχέση της ελληνικής με τις επαναστάσεις της ίδιας εποχής (Μαρία Ευθυμίου), την προετοιμασία της από τη Φιλική Εταιρεία (Ελπίδα Βόγλη), την εξέλιξη του πολέμου σε ξηρά και θάλασσα (Δημήτρης Μαλέσης, Αναστάσιος Δημητρακόπουλος), τις εμφύλιες συγκρούσεις (Νικόλαος Μισολίδης) αλλά και την εκστρατεία του Ιμπραήμ (Σπυρίδων Πλουμίδης), ενώ εξετάζουν παράλληλα το φιλελληνικό κίνημα και την επίδρασή του στην έκβαση του Αγώνα (Παναγιώτα Παναρίτη), τις παράλληλες εξελίξεις στη διπλωματική κονίστρα της Ευρώπης (Αντώνης Κλάψης, Θανάσης Χρήστου), τις αντιλήψεις των πρωταγωνιστών της Επανάστασης για το κράτος, όπως αποτυπώνονται στα συνταγματικά κείμενα του Αγώνα (Σπύρος Βλαχόπουλος), αλλά και την πολιτική του πρώτου κυβερνήτη (Χρήστος Χρηστίδης, Μανόλης Κούμας). Ο τόμος ολοκληρώνεται με δύο θεματικές που «παραδοσιακά» στριμώχνονται πάντα στο τέλος: τον ρόλο των γυναικών στην Ελληνική Επανάσταση (Αννίτα Πρασσά) και την αποτύπωσή της στις εικαστικές τέχνες (Δημήτρης Παυλόπουλος).

 

Τάσος Σακελλαρόπουλος – Μαρία Δημητριάδου (επιμ.), 1821 Πριν και Μετά, Μουσείο Μπενάκη

Ένας κατάλογος 1.218 σελίδων, στις οποίες αποτυπώνονται περισσότερα από 1.200 αντικείμενα, ιστορικά τεκμήρια, κειμήλια και έργα τέχνης, τα οποία παρουσιάζονται στη μεγάλη ομώνυμη έκθεση του Μουσείου Μπενάκη, η οποία αφηγείται εκατό χρόνια ιστορίας του νεότερου ελληνισμού, από το 1770 μέχρι το 1870. Η έκθεση ξεκινά με την ηθική και οικονομική προετοιμασία της απελευθέρωσης, κορυφώνεται με την Επανάσταση του 1821 και ολοκληρώνεται με την εγκαθίδρυση και την ανάπτυξη του ελληνικού κράτους, από την άφιξη του Όθωνα μέχρι τη διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου. Την ίδια διάρθρωση ακολουθούν και τα κείμενα των ιστορικών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο. Μετά το εισαγωγικό κείμενο των δύο επιμελητών («1821 Πριν και Μετά: Έλληνες και Ελλάδα, Επανάσταση και κράτος»), για «Τα χρόνια των προσδοκιών» γράφει ο Δημήτρης Δημητρόπουλος, για «Τα χρόνια του Αγώνα» οι Άννα Αθανασούλη, Βαγγέλης Σαράφης και Μιχάλης Φέστας, ενώ η Λίνα Λούβη παρουσιάζει «Τα χρόνια της εφαρμογής». Την ιστορική ανάλυση συμπληρώνει η Χάρις Κανελλοπούλου, εξετάζοντας «Το “πριν” και το “μετά” της Ελληνικής Επανάστασης μέσα από την καλλιτεχνική έκφραση». Πέραν των ιστορικών κειμένων, ο μνημειώδης αυτός κατάλογος παρουσιάζει πολυτελή τεκμήρια και ίχνη της καθημερινότητας της προεπαναστατικής περιόδου, κειμήλια πολέμου των χρόνων της Επανάστασης, αλλά και γραπτές μαρτυρίες της κάθε είδους διοίκησης των Ελλήνων, μαζί με έργα αστικής και λαϊκής τέχνης των πρώτων δεκαετιών του νέου κράτους, σε συνδυασμό με έργα τέχνης του 19ου, του 20ού και του 21ου αιώνα, τα οποία μαρτυρούν τον απόηχο και την πρόσληψη της Επανάστασης.

 

Άλκης Ρήγος, 1821: Μια επανάσταση «νεανικού θράσους και φαντασίας», Παπαζήσης

Τους όρους και τις προϋποθέσεις των επαναστατικών διεργασιών που οδήγησαν τόσο στην έκρηξη όσο και στην κατάληξη της Επανάστασης, πέραν των στερεοτυπικών μυθευμάτων και της επίσημης επετειακής ρητορείας επιχειρεί να ανιχνεύσει με την ολιγοσέλιδη αυτή συμβολή του ο καθηγητής Άλκης Ρήγος. Ταυτόχρονα, η συμβολή αυτή αποτελεί και μια απόπειρα υπέρβασης μυθευμάτων που συνεχίζουν να αναπαράγονται μέσα από μια ελληνοκεντρική και ελληνοχριστιανική πρόσληψη του ιστορικού γίγνεσθαι, άχρονη, χωρίς αντιφάσεις, χωρίς κοινωνικο-οικονομικά και ιδεολογικά αίτια, χωρίς διεθνοπολιτικές επιδράσεις. Ο συγγραφέας, αντιθέτως, εστιάζει τις ερευνητικές του αναζητήσεις σε μια γενικότερη ανάλυση των κοινωνικο-πολιτικών προταγμάτων της Επανάστασης, των εκπαιδευτικών της αναζητήσεων και στο, σε μεγάλο βαθμό υποτιμημένο, τεράστιο φιλελληνικό κίνημα, επικαιροποιημένες μέσα από τις σελίδες της ανά χείρας έκδοσης. Οι τρεις θεματικές γύρω από τις οποίες κινείται η ανάλυση του συγγραφέα συμπληρώνονται και υποστηρίζονται από τα κείμενα που δημοσιεύονται στο Παράρτημα: την απάντηση του προέδρου της Αϊτής, της πρώτης χώρας που αναγνώρισε την επαναστατημένη Ελλάδα, του Ζαν Πιερ Μπουαγιέ, στον Αδαμάντιο Κοραή και τους υπόλοιπους Έλληνες του κύκλου του· μια αναφορά σε έναν ξεχασμένο φιλέλληνα, τον «ελευθέριο» στρατηγό Ροζαρόλ από τη Νάπολη, που πέθανε από τύφο τον Δεκέμβρη του 1825 στην Πελοπόννησο· καθώς και δύο κείμενα «πολεμικής», τα «Τυφλωσον, Κύριε, τον λαόν σου», από το μακρινό 2007 και τις εκκλησιαστικές παρεμβάσεις για το ’21, και «Ας μην κρατήσουν … τέτοιοι χοροί», για τις προετοιμασίες των εορτασμών της δισεκατονταετηρίδας.

 

Νίκος Μαυρέλος κ.ά. (επιμ.), Ο πρώιμος Διαφωτισμός στην εποχή των πρώτων Μαυροκορδάτων: Αλέξανδρος ο εξ απορρήτων και Νικόλαος, Gutenberg

Στα τέλη του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα μεταφέρει τον αναγνώστη ο συλλογικός αυτός τόμος, προϊόν διεθνούς συνεδρίου με θέμα τη ζωή και το έργο των δύο πρώτων θεμελιωτών της φαναριώτικης οικογένειας των Μαυροκορδάτων, του Αλέξανδρου (1641-1709), ιατρού και διπλωμάτη, του λεγόμενου «εξ απορρήτων», και του γιου του Νικόλαου (1670-1730), ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας και μέγα διερμηνέα της Πύλης. Οι δύο λόγιοι και διπλωμάτες, εκτός από την παρουσία τους στο προσκήνιο των πολιτικών γεγονότων στην Ευρώπη, κατείχαν σημαντική θέση στη λεγόμενη «δημοκρατία των γραμμάτων» της εποχής τους, προσφέροντας έργο που συνέβαλε με καθοριστικό τρόπο, σε αυτό το πρώιμο στάδιο, στη διαμόρφωση του νεοελληνικού αφηγηματικού πεζού λόγου, τόσο του μυθοπλαστικού/λογοτεχνικού όσο και του ιστορικού ή φιλοσοφικού. Οι 18 ανακοινώσεις που δημοσιεύονται στον συλλογικό αυτό τόμο διερευνούν τη ζωή και τη δράση τους εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τον ρόλο τους στη διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης, καθώς και τη συμβολή τους στην εισαγωγή στη νεοελληνική σκέψη της νεωτερικής ιδεολογίας και στην προώθηση των ιδεών του ακόμα διαμορφούμενου ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, υιοθετώντας ως αναλυτική κατηγορία την έννοια του «Πρώιμου Διαφωτισμού», την οποία αναλύει εισαγωγικά, στο κείμενό του ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης.

 

Άγγελος Δεληβορριάς, Ο ελληνικός πολιτισμός της προεπαναστατικής περιόδου ως βασικός συντελεστής του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, Μουσείο Μπενάκη

Στη σύντομη αυτή μελέτη, που αποτελεί επεξεργασμένη μορφή πανηγυρικής ομιλίας του στην Ακαδημία Αθηνών, τον Μάρτιο του 2017, ο επί τεσσαρακονταετία διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Άγγελος Δεληβορριάς (1937-2018) διερευνά και αναδεικνύει το πανόραμα των παραγόντων που συγκρότησαν και καλλιέργησαν τις εσωτερικές αντιστάσεις του ελληνισμού κατά τους αιώνες της οθωμανικής και της βενετικής κυριαρχίας, αλλά και διαμόρφωσαν την ιδιοπροσωπία του, «υποδαυλίζοντας την επαναστατική του ετοιμότητα». Στο ολιγοσέλιδο αυτό μελέτημα, ο συγγραφέας εκκινεί από τους υλικούς όρους της ζωής των ανθρώπων (την αγροτική παραγωγή, το εμπόριο, τη ναυτιλία…) για να οδηγήσει τον αναγνώστη του σε ένα ταξίδι στις ποικίλες εκφάνσεις του πολιτισμού των αιώνων της ξένης κυριαρχίας, από το δημοτικό τραγούδι, τη λαϊκή μουσική και την εκκλησιαστική τέχνη μέχρι τη λαϊκή αρχιτεκτονική, την κεραμική, την κεντητική, την αργυροχοΐα, τη λαϊκή ενδυμασία κ.λπ., προκειμένου να αποτυπώσει το πολιτιστικό σύστημα που οδήγησε στην επαναστατική έκρηξη του 1821. Για τον συγγραφέα, τα έργα του πολιτισμού εκλαμβάνονται ως ενεργοί και εύγλωττοι συντελεστές του ιστορικού γίγνεσθαι. Η συνεκτική αυτή σύλληψη ιστορίας και πολιτισμού, τονίζει στον πρόλογό του ο Γιώργης Μαγγίνης, επιστημονικός διευθυντής του Μουσείου, «και, κυρίως, η εφαρμογή της στο παιδευτικό όραμα του διευρυμένου Μουσείου Μπενάκη, αποτελούν τη σημαντικότερη κληρονομιά του». Η μελέτη του Άγγελου Δεληβορριά, που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Αρβανιτάκης, συνοδεύεται από πλούσιο εικονογραφικό υλικό και εκτεταμένη βιβλιογραφία.

 

Πέτρος Θέμελης, Καραβοκύρηδες και ακρόπρωρα του 1821, Καπόν

Γέννημα του νέου οικονομικού και κοινωνικού κλίματος των χρόνων από τα μέσα του 18ου έως τις αρχές του 19ου αιώνα, το ακρόπρωρο έγινε το σύμβολο του πλούτου και της ισχύος που συγκέντρωναν στα χέρια τους οι έλληνες καραβοκύρηδες. Προσωποποιημένη ψυχή του καραβιού που διώχνει το κακό, προστατεύει το πλήρωμα, φέρνει πλούτο και χαρίζει νίκες σε ώρα πολέμου, το ακρόπρωρο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον ναυτικό αγώνα της Ανεξαρτησίας. Εικονίζοντας θεϊκές, μυθικές ή ιστορικές ηρωικές μορφές, συμβολίζουν την «αναβίωση» του ελληνισμού της αρχαιότητας, όπως την φαντάστηκαν οι δυτικοί λόγιοι και οι νεοέλληνες διαφωτιστές, αλλά και την ίδια την απελευθέρωση από τον οθωμανό δυνάστη, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα ακρόπρωρα παριστάνουν μορφές κοινών θνητών, ολόσωμες γυναικείες μορφές ή μπούστα. Κάνοντας μια μικρή παράκαμψη από τα κυρίως επιστημονικά του ενδιαφέροντα, ο αρχαιολόγος Πέτρος Θέμελης, εξετάζοντας τα λίγα σωζόμενα ακρόπρωρα και τις ομάδες τους (υδραίικη, σπετσιώτικη και γαλαξειδιώτικη), μαζί με τις γραπτές πηγές και τις απεικονίσεις τους στην τέχνη, προσφέρει στον αναγνώστη μια πλούσια εικονογραφημένη και περιεκτική μελέτη του νεοελληνικού ακρόπρωρου, εντάσσοντάς το στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής και νεοελληνικής ναυτιλίας, καθώς και της νεοελληνικής αλλά και ευρωπαϊκής τέχνης. Τα ακρόπρωρα έπεσαν σε αχρησία όταν πλέον επικράτησαν τα σιδερένια ατμοκίνητα πλοία, ωστόσο, οι «φιγούρες», όπως τα αποκαλούσαν οι ναυτικοί, επέζησαν μέχρι σήμερα και αποτελούν ζωντανή μαρτυρία του λαϊκού πολιτισμού.

 

Δημήτριος Γιαννακόπουλος, Η εξεγειρόμενη Ευρώπη του 1820-21, Επίκεντρο

Η Ελληνική Επανάσταση εντάσσεται σε έναν επαναστατικό κύκλο που πυροδότησαν οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι σε ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη (αλλά και τη Νότια Αμερική), επαναστάσεων φιλελεύθερου χαρακτήρα, που συντάραξαν, έστω πρόσκαιρα, την Ευρώπη της Παλινόρθωσης. Στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία, επαναστατικά κινήματα, προερχόμενα από τις τάξεις του στρατού ή τις ομάδες των καρμπονάρων, επιδίωξαν να επιβάλουν στους μονάρχες την υιοθέτηση συντάγματος. Συνασπισμένες οι συντηρητικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, κατέστειλαν τις επαναστατικές απόπειρες, επαναφέροντας την τάξη που είχε συμφωνηθεί στο Συνέδριο της Βιέννης. Η Ελληνική Επανάσταση, μολονότι αρκετοί από τους ευρωπαίους επαναστάτες πήραν τον δρόμο για την Ελλάδα, προκειμένου να συνεχίσουν εκεί τον αγώνα για την ελευθερία, όπως ο Σανταρόζα, δεν γνώρισε τη μοίρα των άλλων επαναστάσεων· το μόνο θύμα της συνασπισμένης ευρωπαϊκής αντίδρασης ήταν η Φιλική Εταιρεία και οι αδελφοί Υψηλάντη, που ακολουθούσαν τα χνάρια των ευρωπαϊκών επαναστάσεων. Οι άλλοι ηγέτες της Επανάστασης αποσιώπησαν από πολύ νωρίς τον ρόλο της Φιλικής και οτιδήποτε θα μπορούσε να θυμίζει καρμποναρισμό, προτάσσοντας αποτελεσματικά τον αγώνα ενός χριστιανικού λαού εναντίον του μουσουλμάνου τυράννου. Ο συγγραφέας εξετάζει τον ευρωπαϊκό επαναστατικό κύκλο της δεκαετίας του 1820 και βλέπει συγκριτικά τη θέση της Ελληνικής Επανάστασης μέσα σε αυτόν. Αφού αναλύσει το διεθνές ιδεολογικό κλίμα στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης, εξετάζει τα νοτιοευρωπαϊκά επαναστατικά κινήματα, ενώ στη συνέχεια αναλύει τη σχέση των πρόδρομων ελληνικών επαναστατικών εταιρειών με αυτά και εξετάζει την Ελληνική Επανάσταση στη συγκυρία των ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1820-21. Τέλος, μελετά την πρόσληψη των επαναστάσεων αυτών από τους έλληνες επαναστάτες, λόγιους, κληρικούς και αγωνιστές, όπως απο­τυ­πώ­νε­ται στις ιστο­ρί­ες και τα απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα που μας άφησαν.

 

Σωτήρης Ριζάς, Οι μεγάλες δυνάμεις και η Επανάσταση, Μεταίχμιο

Αν η κατάληξη της Ελληνικής Επανάστασης προσδιορίστηκε από τις εξελίξεις στα πεδία των μαχών, εξίσου καθορίστηκε και στο πεδίο της ευρωπαϊκής διπλωματίας –για την ακρίβεια, οι εξελίξεις στα δύο αυτά πεδία υπήρξαν αλληλοτροφοδοτούμενες. Χωρίς την ευρωπαϊκή στρατιωτική συνδρομή και τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, η Επανάσταση θα είχε καταπνιγεί από τις υπέρτερες αιγυπτιακές δυνάμεις. Αν όμως η Επανάσταση δεν είχε διασφαλίσει την Πελοπόννησο και τα νησιά χάρη στις στρατιωτικές της επιτυχίες κατά το πρώτο διάστημα, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν θα κινητοποιούνταν με τον ίδιο τρόπο και δεν θα πίεζε για τη μεταστροφή της πολιτικής των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι στο ελληνικό ζήτημα. Επιπλέον, οι αντιθέσεις που ήδη υπήρχαν ανάμεσα στις Δυνάμεις δεν θα έκαναν την εμφάνισή τους με τον ίδιο τρόπο, ούτε θα σημειώνονταν οι διπλωματικές μετατοπίσεις που σημειώθηκαν. Με αυτή την έννοια, η Επανάσταση υπήρξε ο καταλύτης για σημαντικές αλλαγές στη μεταναπολεόντεια διευθέτηση των ευρωπαϊκών πραγμάτων, που οδήγησε στην αποσκίρτηση της Ρωσίας από την Ιερά Συμμαχία. Αυτές τις εξελίξεις στο ευρωπαϊκό διπλωματικό πεδίο εξετάζει ο Σωτήρης Ριζάς στην παρούσα μελέτη του, ξεκινώντας από την απόλυτη καταδίκη της ελληνικής εξέγερσης στο συνέδριο του Λάιμπαχ το 1821, για να φτάσει στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, το 1827, που σηματοδοτούσε και την αναγνώριση του νεοπαγούς κράτους από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις, εγγράφοντας, για μια ακόμα φορά, την Ελληνική Επανάσταση ως ένα γεγονός της ευρωπαϊκής ιστορίας.

 

Η. Κολοβός, Μ. Σχαριάτ-Παναχί, Σ. Ιλιτζάκ, Η οργή του σουλτάνου. Αυτόγραφα διατάγματα του Μαχμούτ Β΄ το 1821, ΕΑΠ

Οι μελετητές της Επανάστασης του 1821 στηρίζονται συνήθως στις πηγές και τα αρχειακά τεκμήρια που τους προσφέρονται στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γαλλικά αρχεία, σπανιότερα και στα ρωσικά. Η μαρτυρία των οθωμανικών αρχείων αποτελούσε μονίμως ένα από τα desiderata της ιστορικής έρευνας (τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες), χωρίς, όμως, ανταπόκριση. Το ανά χείρας βιβλίο είναι το αποτέλεσμα της διαμόρφωσης μιας νέας γενιάς οθωμανολόγων, η δουλειά των οποίων στα οθωμανικά αρχεία της περιόδου μάς επιτρέπει, επιτέλους, να έχουμε πρόσβαση και στην οπτική των Οθωμανών για την Επανάσταση. Στις σελίδες του μεταφράζονται από τα οθωμανικά τουρκικά στα ελληνικά τα φιρμάνια που εξέδωσε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ το 1821 σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση, μαζί με τα αυτόγραφα σχόλιά του, με τα οποία δήλωνε τη συμφωνία ή τη διαφωνία του. Τα έγγραφα καλύπτουν μια πλούσια θεματολογία, που αφορά κομβικά γεγονότα του κρίσιμου πρώτου έτους της Επανάστασης, όπως οι ενέργειες για την κινητοποίηση του στρατιωτικού μηχανισμού της αυτοκρατορίας και των μουσουλμάνων υπηκόων του σουλτάνου, η απόφαση που οδήγησε στην καθαίρεση και στον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ κ.ά. Στην πολυσέλιδη εισαγωγή τους, οι τρεις συγγραφείς αναλύουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξέσπασε η Επανάσταση, παρουσιάζοντας τις οθωμανικές προσλήψεις των γεγονότων μέσα από τις αντιδράσεις του σουλτάνου, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η «αποστασία» του ορθόδοξου μιλέτ. Το ανά χείρας έργο έρχεται να προστεθεί σε ένα ευάριθμο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον σώμα της σύγχρονης βιβλιογραφίας για την Επανάσταση, το οποίο προσφέρει πρόσβαση στη ματιά του «Άλλου».

 

Νικόλαος Αναστασόπουλος, Από τη σφαγή της Χίου στην Έξοδο του Μεσολογγίου, Μεταίχμιο

Η συμβατική ρητορική για το 1821 είναι συνήθως γεμάτη ηρωισμούς και θριάμβους, δημιουργώντας μια πρόσοψη πίσω από την οποία κρύβονται πολύ βολικά και ήττες και στρατιωτικές αδυναμίες και λυσσαλέες ενδοελληνικές διαμάχες. Όπως συνήθως, σε μια τέτοια αφήγηση το νικηφόρο αποτέλεσμα συσκοτίζει τις πανωλεθρίες οι οποίες προηγήθηκαν. Σε αυτές στρέφει το βλέμμα ο συγγραφέας της παρούσας μελέτης, επιχειρώντας να αφηγηθεί την Επανάσταση μέσα από τις στρατιωτικές αποτυχίες τής περιόδου 1822-1826. Έτσι, ξεκινώντας από τη σφαγή της Χίου και την καταστροφή της Νάουσας, μελετά τις ήττες στο Πέτα και στο Κεφαλόβρυσο Ευρυτανίας, όπου και σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης, την καταστροφή της Κάσου και των Ψαρών, για να περάσει μετά στην απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και τις απελπισμένες προσπάθειες των επαναστατημένων να συγκεντρώσουν τις διαλυμένες από τους εμφυλίους δυνάμεις τους ώστε να αντισταθούν. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την κατεξοχήν καταστροφή, την πτώση και την συνακόλουθη Έξοδο του Μεσολογγίου, που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Κουντουριώτη και τη διάλυση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Είναι αξιοσημείωτο ότι κάποιες από τις ήττες αυτές, ιδιαίτερα η σφαγή της Χίου και η πτώση του Μεσολογγίου, μεταβλήθηκαν σε πολιτικές νίκες για τους εξεγερμένους, καθώς η αγριότητα που επιδείχθηκε εναντίον αμάχων κινητοποίησε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, η οποία με τη σειρά της άσκησε πίεση στις κυβερνήσεις, προκειμένου να μεταβάλλουν τη στάση τους έναντι της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου, Στη δίνη της Χιακής καταστροφής (1822). Διασταυρούμενες ιστορίες και συλλογική ταυτότητα, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Σε ένα κομβικό για την Επανάσταση και την τύχη της γεγονός, την καταστροφή της Χίου, το 1822, εστιάζει τη σύντομη αυτή μελέτη της η ιστορικός και διευθύντρια του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του ΕΙΕ. Γεγονός που προκάλεσε παγκόσμιο φιλελληνικό ενδιαφέρον και ενδυνάμωσε την υποστήριξη για την Επανάσταση σε Ευρώπη και Αμερική, υπήρξε εξαιρετικά τραυματικό για τους Χιώτες που το βίωσαν, καθώς προκάλεσε ένα μεγάλο προσφυγικό κύμα προς τα απελευθερωμένα εδάφη, αλλά και προς την Ευρώπη, όπου ήταν εγκατεστημένα μέλη εύπορων χιώτικων οικογενειών, συγκροτώντας μια ακμάζουσα επιχειρηματική διασπορά. Εξετάζοντας την καταστροφή της Χίου μέσα από την ιστοριογραφία της αλλά και τις μαρτυρίες που υπάρχουν γι’ αυτή, από Χιώτες που διασώθηκαν, η συγγραφέας, αφού παραθέσει τα βασικά στοιχεία της οικονομίας και της κοινωνίας του νησιού, που του επέτρεψαν, μέσα στον χρόνο, να εξασφαλίσει την προνομιακή θέση την οποία κατείχε, εξιστορεί εν συντομία τα γεγονότα που οδήγησαν στα αντίποινα εκ μέρους του οθωμανικού στρατού, καθώς και τη στάση του ντόπιου πληθυσμού απέναντί τους. Στη συνέχεια, εξετάζει τις διαδρομές Χιωτών από τον εμπορικό και τον αγροτικό κόσμο, που εγκατέλειψαν το νησί, και τη διασταύρωση της πορείας τους με Αμερικανούς προτεστάντες ή άλλους σημαντικούς παράγοντες, όπως ο Κοραής ή οι Χιώτες επιχειρηματίες της διασποράς. Τέλος, επιδιώκει να αντιμετωπίσει το γεγονός ως ζήτημα διαχείρισης και νοηματοδότησης του παρελθόντος, γύρω από το οποίο συγκροτούνται κοινότητες μνήμης, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη καταγραμμένες μαρτυρίες από τον χώρο της χιακής διασποράς, που διασώθηκαν και έφτασαν μέχρις εμάς, όπως η μαρτυρία του Μαθιού Ζ. Καλβοκορέση, που δημοσιεύεται ολόκληρη στο Παράρτημα. Με τον τρόπο αυτό, η παρούσα μελέτη κατορθώνει να εμπλουτίσει την ερμηνευτική οπτική για την καταστροφή της Χίου, η οποία δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως ένα βίαιο εκρηκτικό επεισόδιο της Ελληνικής Επανάστασης αλλά και ως ένα «πολιτισμικό τραύμα» που κλήθηκαν να διαχειριστούν, πολλά χρόνια μετά το γεγονός, οι κοινότητες μνήμης των επιζώντων και της διασποράς.

 

Διονύσης Τζάκης, Η μεταστροφή του Καραϊσκάκη: Από τον κλεφταρματολό στον επαναστάτη, ΕΑΠ

«Όταν θέλω γίνομαι άγγελος και όταν θέλω διάβολος». Αυτή η ρήση που διασώζει ο Παπαρρηγόπουλος, αποδίδοντάς την στον Καραϊσκάκη, αποτελεί το βασικό ερευνητικό ερώτημα της μελέτης του ιστορικού Διονύση Τζάκη, που επιχειρεί να ερμηνεύσει τη μεταμόρφωση του Καραϊσκάκη από διάβολο σε άγγελο τα τελευταία χρόνια της Επανάστασης. Προκειμένου να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, εξετάζει τη δυναμική και σύνθετη διαδικασία μέσα από την οποία η «νέου τύπου επανάσταση» δημιουργεί τους «νέου τύπου επαναστάτες». Έτσι, η μεταστροφή του Καραϊσκάκη εξετάζεται σε συνάρτηση με την απορρύθμιση των σχέσεων και την απαξίωση των πρακτικών που συγκροτούν τον κόσμο των κλεφταρματολών, από τον οποίο προέρχεται, και την κατίσχυση των αρχών της εθνικής ιδεολογίας στη διαχείριση του πολέμου, τις οποίες επιβάλλει η εθνική Διοίκηση και οδηγούν στη διαμόρφωση ενός νέου τύπου στρατού, του άτακτου στρατού της εθνικής Επανάστασης. Έτσι, στις σελίδες της μελέτης εξετάζεται η θέση του Καραϊσκάκη στα δίκτυα σχέσεων των οπλαρχηγών στις ορεινές επαρχίες της Άρτας, μαζί με τους οποίους πολέμησε κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης· η αντιπαράθεσή του με τον Γιαννάκη Ράγκο για την κυριαρχία στον χώρο των Αγράφων· η αναβάθμιση της θέσης του ανάμεσα στους οπλαρχηγούς της Ρούμελης από το 1822 και η αποδιοργάνωση, δύο χρόνια αργότερα, της αρματολικής του ομάδας και των δικτύων κοινωνικοπολιτικής επιρροής του, που τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τη Διοίκηση και στην καταδίκη του ως προδότη· η μεταστροφή του, με την ένταξή του σε νέου τύπου δίκτυα, που ορίζουν έναν νέο κόσμο, η οποία θα τον οδηγήσει στην γενική αρχηγία των στρατευμάτων της Ρούμελης. Τέλος, ο συγγραφέας ολοκληρώνει τη μελέτη του διερευνώντας τις γενικότερες διεργασίες μετασχηματισμού σε εθνικό στρατό των άτακτων σωμάτων της επαναστατικής περιόδου, οι οποίες αποτελούν το ευρύτερο πλαίσιο της μεταστροφής του «διαβόλου» σε «άγγελο».

 

Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του ’21. Συμβολή στην έρευνα, Κουκκίδα

Η Επανάσταση του 1821 είναι γένους αρσενικού… τουλάχιστον αν κρίνουμε από τις αναπαραστάσεις των ηρώων της στην τέχνη, αλλά και στην ιστοριογραφία των πρώτων 150 χρόνων της. Μόνο η Μπουμπουλίνα και η Μαντώ Μαυρογένους διασώζονται στο πάνθεον των επώνυμων ηρώων, το οποίο «κατήντησε να μοιάζει με τις μονές του Αγίου Όρους όπου θηλυκό κανενός είδους δεν εισχωρεί». Πολύ περισσότερο, όπως σημειώνει η συγγραφέας, που θέτει στο στόχαστρό της αυτή τη στάση, οι ιστοριογράφοι του 19ου αιώνα, εξαιτίας της ανδροκρατικής αντίληψης που τους χαρακτήριζε, άφησαν να χαθούν πολύτιμες πληροφορίες για τη συμβολή της Ελληνίδας στον Αγώνα του ’21. Θέλοντας να αναπληρώσει αυτή την έλλειψη, η αυτοδίδακτη ιστορικός επιδιώκει να «απογράψει» και να αποδώσει το όνομά τους σε όλες τις γυναίκες που διέσωσε ο θρύλος, η προφορική παράδοση, η χρονογραφία ή η ιστορία. Στο έργο της αυτό, που είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1995, η Κούλα Ξηραδάκη καταγράφει τις γυναίκες εκείνες που αγωνίστηκαν και δεινοπάθησαν, εκείνες δηλαδή που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ανταποκρίνονται στο (εν πολλοίς ανδρικό) ηρωικό πρότυπο. Ξεκινώντας την καταγραφή της από την επαύριο της Αλώσεως, με την Ελένη Καντακουζηνή και την Μαρούλα της Λήμνου, αποθησαυρίζει τα ονόματα περίπου 70 γυναικών, τη δράση των οποίων εξετάζει, ταξινομώντας τις ανάλογα με τον τόπο καταγωγής και δράσης τους (Σουλιώτισσες, Μακεδόνισσες, Ρουμελιώτισσες, Μοραΐτισσες, νησιώτισσες κ.ά.) Η συγγραφέας παρακολουθεί παράλληλα τα επαναστατικά γεγονότα μέχρι το τέλος του πολέμου, όπου οι γυναίκες μοιράστηκαν και αυτές την τύχη των περισσότερων αγωνιστών, όπως φανερώνουν οι τίτλοι των τελευταίων κεφαλαίων: «Η Αικατερίνη Ιω. Μακρυγιάννη εκλιπαρεί», «Η χήρα Στουρνάρη ζητιανεύει», «Η αρχόντισσα Αυγοπουλήτρα»…

 

Ελένη Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας: Ο άνθρωπος – ο ευρωπαίος διπλωμάτης, 1800-1828, Πατάκης

Περισσότερα από 40 χρόνια μας χωρίζουν από την πρώτη έκδοση του βιβλίου αυτού, το οποίο γνώρισε αλλεπάλληλες επανεκδόσεις –χάρη και στην ιδιότητα της συγγραφέως του ως καθηγήτριας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνωστή για τον έρωτά της για το ερευνητικό της αντικείμενο, η Ελένη Κούκου αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του συγγραφικού της έργου στη μελέτη και την ανάδειξη του βίου και της πολιτείας του Ιωάννη Καποδίστρια. Στο παρόν έργο, που βραβεύτηκε το 1978 από την Ακαδημία Αθηνών, η συγγραφέας ασχολείται με τη διπλωματική και πολιτική δράση του Καποδίστρια στις ευρωπαϊκές αυλές, πριν αναδειχθεί σε κυβερνήτη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Φωτίζοντας πτυχές της ζωής και του έργου του, επιχειρεί να ανατρέψει τις απόψεις εκείνες –κυρίαρχες παλαιότερα– που διαμόρφωναν μια αρνητική εικόνα για την προσωπικότητα και τις πολιτικοδιπλωματικές επιλογές του πρώτου κυβερνήτη. Βασισμένη σε εκτεταμένη έρευνα στο αρχείο Καποδίστρια, καθώς και σε αρχεία άλλων χωρών (ανέκδοτο υλικό από τα οποία παρατίθεται στο Παράρτημα), η ιστορικός συγκροτεί μια έγκυρη πολιτική βιογραφία του –αν και αρκετά παραδοσιακή στα ερωτήματά της και, σε σημεία, υπερβολική στην διάθεσή της για «αποκατάσταση» του Καποδίστρια: δύσκολα θα χαρακτήριζε κανείς τον υπουργό Εξωτερικών του τσάρου «αγωνιστή των δημοκρατικών ιδεών»…

 

Γιώργος Γεωργής, Καποδίστριας: Η διακυβέρνηση και η ανατολική πολιτική του, Καστανιώτης

Ο βίος και η πολιτεία του Ιωάννη Καποδίστρια, του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, αποτελεί, ορθά, αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς ο κερκυραίος διπλωμάτης όχι μόνο διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην αναγνώριση της νέας κρατικής οντότητας από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις αλλά συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση των ορίων και της φυσιογνωμίας της. Η μελέτη του καθηγητή Γιώργου Γεωργή, ο οποίος έχει ασχοληθεί συστηματικά με τον Καποδίστρια και την πολιτική του, εκτείνεται στο σύνολο της διακυβέρνησής του, κυρίως όμως επικεντρώνεται στην εξωτερική του πολιτική και, ειδικότερα, στην πρώτη προσπάθεια εγκαθίδρυσης ελληνοτουρκικών σχέσεων. Στις σελίδες του παρατίθενται πολλά νέα στοιχεία για την προσπάθεια του Καποδίστρια να διαμορφώσει φιλικές σχέσεις με την όμορη Οθωμανική Αυτοκρατορία, τις οποίες θεωρούσε «βάσιν προς ειρηνοποίησιν της Ανατολής», αλλά και αναγκαία προϋπόθεση για την πρόοδο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Έτσι, στη μελέτη του ο Γιώργος Γεωργής εξετάζει πτυχές της εξωτερικής πολιτικής όπως το ζήτημα της επαναδραστηριοποίησης του προξενικού δικτύου στην Ελλάδα, οι προσπάθειες για προξενική αντιπροσώπευση της χώρας στο εξωτερικό και, γενικότερα, για την πλήρη διπλωματική αναγνώριση του νέου κράτους. Παράλληλα, μελετά τις απόπειρες διαμόρφωσης των σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία με τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται προς τις πρόνοιες των συνθηκών. Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζονται θέματα όπως η οροθεσία του νέου κράτους και η επαναδιαπραγμάτευση των συνόρων, η εκκένωση των μουσουλμάνων και η πώληση των κτημάτων τους, η τύχη των εκατέρωθεν αιχμαλώτων και αγνοουμένων, το καθεστώς των παραμενόντων μουσουλμάνων και των περιουσιών τους κ.ά.

 

Maxime Raybaud, Απομνημονεύματα από την Ελλάδα, Ιστορική Εθνολογική Εταιρεία

Ένα ιδιαίτερα σημαντικό απομνημόνευμα αποτελεί το έργο του Μαξίμ Ραιμπώ, ίσως του πλέον αξιόπιστου γάλλου φιλέλληνα απομνημονευματογράφου. Αξιωματικός του γαλλικού στρατού, έφθασε στο Μεσολόγγι τον Αύγουστο του 1821, με την αποστολή που είχε οργανώσει ο Μαυροκορδάτος. Συμμετείχε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς, στην αποστολή στη Θεσσαλία, αλλά και στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου στο Πέτα, όπου το σώμα των Φιλελλήνων σχεδόν εξολοθρεύθηκε και ο ίδιος διασώθηκε από τύχη. Θα αναλάβει να ανασυγκροτήσει ένα μικρό σώμα από τους επιζώντες Φιλέλληνες, το οποίο και θα οδηγήσει σε αποστολή στο Κρυονέρι. Η προοπτική μιας επ’ αόριστον αχρησίας τον έκανε να επιστρέψει στη Γαλλία το 1823, όπου και θα συγγράψει τους δύο τόμους των απομνημονευμάτων του, και για να απαντήσει, όπως λέει ο ίδιος χωρίς να τον κατονομάζει, στον συμμαχητή του Ολιβιέ Βουτιέ, ο οποίος είχε ήδη εκδώσει τα δικά του, υπερτονίζοντας σε αυτά τον ρόλο που διαδραμάτισε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Ραιμπώ θα επιστρέψει στην Ελλάδα το 1826, για να ακολουθήσει τον Ιωάννη Κωλέττη στην εκστρατεία στην Αταλάντη, κατά τη διάρκεια της οποίας θα πάρει μέρος σε μονομαχία με τον αντίζηλό του, Βουτιέ, από την οποία βγήκαν και οι δύο τραυματισμένοι. Θα επιστρέψει ξανά στη Γαλλία, για να γυρίσει πλέον στην Ελλάδα μαζί με το στρατιωτικό σώμα του Μαιζόν, ενώ το 1831 θα διοριστεί προξενικός υπάλληλος της Γαλλίας στην Άρτα. Στα απομνημονεύματά του καταγράφονται τα γεγονότα των δύο πρώτων ετών της Επανάστασης, ενώ στον ανά χείρας πρώτο τόμο περιγράφεται η άφιξή του στην Ελλάδα και η συμμετοχή του στην πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς.

 

cover_KRITOBOULIDIS_raxi1.3.indd

Κ. Κριτοβουλίδης, Απομνημονεύματα του περί αυτονομίας της Ελλάδος πολέμου των Κρητών, Ίδρυμα της Βουλής

Όταν γίνεται λόγος για το Εικοσιένα, ο νους, όχι άδικα, στρέφεται στον Μοριά, στη Ρούμελη και στα ναυτικά νησιά της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών. Σπανιότερα γίνεται λόγος για τις επαναστατικές κινήσεις στην περιφέρεια του ελληνόφωνου χώρου, ακόμη και για τόπους όπου οι πολεμικές συγκρούσεις συνεχίζονταν σχεδόν μέχρι και την ίδρυση του ελληνικού κράτους, όπως η Κρήτη. Ένας από τους λόγους γι’ αυτή την παρασιώπηση είναι η έλλειψη γραπτών πηγών: ελάχιστοι από τους πρωταγωνιστές του Εικοσιένα στην Κρήτη άφησαν πίσω τους γραπτά απομνημονεύματα, όπως έκανε ο Καλλίνικος Κυριάκος Κριτοβουλίδης. Γεννημένος το 1792 στα Χανιά, σπούδασε στο Ελληνικό Σχολείο της πόλης και στο Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης, με δάσκαλους τους Κωνσταντίνο Κούμα και Κωνσταντίνο Οικονόμου. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819 και με το ξέσπασμα της Επανάστασης επέστρεψε στην Κρήτη, όπου και πολέμησε. Μετά την ουσιαστική καταστολή της Επανάστασης στο νησί, το 1824, πέρασε στην Πελοπόννησο για να αγωνιστεί εκεί. Ανέλαβε διάφορες διοικητικές θέσεις στο νεοσύστατο κράτος και πέθανε στην Αθήνα το 1868. Η διαδρομή του αυτή προσδίδει στα Απομνημονεύματά του τον χαρακτήρα ιστορικοπολιτικού τεκμηρίου με νεωτερικά χαρακτηριστικά, το οποίο προσφέρει μια σφαιρική και διεισδυτική ματιά στην επαναστατημένη κοινωνία της Κρήτης του 1821-1830, αλλά και στις σχέσεις της με την Επανάσταση στον ηπειρωτικό χώρο. Όπως σημειώνει ο διευθυντής της σειράς «Κείμενα Μνήμης», Παντελής Μπουκάλας, με το έργο του αυτό ο Κριτοβουλίδης επιδίωκε να πληροφορήσει, να διαφωτίσει, να αναιρέσει ιστοριογραφικές διηγήσεις για την Κρήτη που είχαν αρχίσει να κυριαρχούν στην ελεύθερη Ελλάδα. Το σημαντικό αυτό τεκμήριο τοποθετεί στο ιστορικό του πλαίσιο, το εξετάζει συγκριτικά με άλλες μαρτυρίες και έργα της εποχής, διερευνά τις σχέσεις της περιφέρειας με το επαναστατικό κέντρο και τις πραγματικότητες της κρητικής κοινωνίας, στην εισαγωγή της, η ιστορικός Ελευθερία Ζέη, υπεύθυνη για την επιστημονική επιμέλεια και τον εκτενή υπομνηματισμό.

 

Wilhelm Traugott Krug, Η αναγέννηση της Ελλάδας και Η τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής υπόθεσης, Ιστορική Εθνολογική Εταιρεία

Δύο φιλελληνικά φυλλάδια του γερμανού φιλοσόφου και καθηγητή του Πανεπιστημίου της Λειψίας Βίλχελμ Τράουγκοτ Κρουγκ (1770-1842), του πρώτου που τάχθηκε υπέρ του ελληνικού Αγώνα στον γερμανόφωνο χώρο, τα οποία κυκλοφόρησαν το μεν την 1η Μαΐου 1821 (και σε δεύτερη εμπλουτισμένη έκδοση, η οποία παρουσιάζεται εδώ, δύο μήνες αργότερα) το δε τον Ιούλιο του 1822, παρουσιάζονται στη «Φιλελληνική σειρά», με απομνημονεύματα και υποστηρικτικά φυλλάδια, που εκδίδει η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. Το πρώτο, που περιγράφεται ως «πανηγυρικός λόγος για τον εορτασμό της Ανάστασης», καθώς γράφτηκε την Κυριακή των Βαΐων του 1821, τάσσεται υπέρ του ελληνικού αγώνα, τονίζοντας ότι η εξουσία του σουλτάνου πάνω στους χριστιανούς υπηκόους του δεν είναι νόμιμη, καθώς ποτέ δεν συνομολογήθηκε ανάμεσά τους κάποια συνθήκη. Το φυλλάδιο είναι αφιερωμένο στους έλληνες μαθητές του, ανάμεσα στους οποίους συναντάμε και τον Κωνσταντίνο Κούμα. Το δεύτερο φυλλάδιο που παρουσιάζεται εδώ, εκδόθηκε ένα χρόνο αργότερα και αφού ο συγγραφέας του είχε αναπτύξει έντονη φιλελληνική δράση, η οποία είχε συναντήσει την αντίδραση της κυβέρνησης της Σαξονίας. Σε αυτό ο γερμανός φιλόσοφος ενημερώνει τους αναγνώστες του για τα νέα δεδομένα του ελληνικού ζητήματος, όπως διαμορφώθηκαν μετά τις πρώτες νίκες των επαναστατών και τη συγκρότηση ανεξάρτητου κράτους που υιοθέτησε σύνταγμα και εξέλεξε την κυβέρνησή του. Χάρη σε αυτή του τη δράση, το όνομα του Κρουγκ έγινε συνώνυμο του φιλελληνισμού στις γερμανικές χώρες, ενώ τα δύο αυτά φυλλάδιά του μεταφράστηκαν πολύ νωρίς και στα ελληνικά.

 

Carl Gerber, Η Ελλάδα και ο αγώνας της, Ιστορική Εθνολογική Εταιρεία

Κρατικός υπάλληλος και διπλωμάτης του κρατιδίου της Έσσης, ο συγγραφέας εξέδωσε αυτό το υποστηρικτικό προς την Ελληνική Επανάσταση φυλλάδιο τον Ιούλιο του 1821, επιχειρώντας μια εκτίμηση σχετικά με τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων, την πιθανή έκβασή του και τις ενδεχόμενες συνέπειές του. Έπειτα από μια σύντομη ιστορική αναδρομή και μια σκιαγράφηση της εικόνας Ελλήνων και Οθωμανών, ο συγγραφέας επιχειρηματολογεί υπέρ της επιλογής του ένοπλου αγώνα –έναντι της διπλωματικής οδού– για τη διεκδίκηση της πλήρους ανεξαρτησίας από το τυραννικό σουλτανικό καθεστώς, θέλοντας έτσι να απαντήσει στις κατηγορίες που χαρακτήριζαν την επανάσταση στασιαστικό κίνημα απέναντι σε μια νόμιμη αρχή. Αφού επιμείνει στην πολιτισμική και θρησκευτική διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και τους Οθωμανούς, που αποκλείει κάθε ενδεχόμενο ειρηνικής διευθέτησης, τονίζει ότι οι Έλληνες αγωνίζονται «για τη σωτηρία ολόκληρης της Ευρώπης» και όχι μονάχα για τη δική τους  Το φυλλάδιο γνώρισε μεγάλη διάδοση και το κείμενό του αναπαρήχθη στις εφημερίδες της εποχής, ενώ το 1822 κυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση, απ’ όπου πραγματοποιήθηκε και η παρούσα μετάφραση.

 

Αναζητήστε τα βιβλία αυτά εδώ ή πατώντας πάνω στον τίτλο

 

Προηγούμενο άρθροΖαν Λυκ Νανσύ – «Διαγώνια φιλία» (του Δημοσθένη Αγραφιώτη)
Επόμενο άρθροΆρης Αλεξάνδρου: τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος (της Δέσποινας Παπαστάθη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ