Είκοσι ένα -και δύο ακόμη- βιβλία για το Εικοσιένα [5ο] (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
1390

 

του Σπύρου Κακουριώτη

 

Καθώς πλησιάζουμε προς το τέλος του ιωβηλαίου του 1821 (μόνο και μόνο για να εισέλθουμε σε ένα ακόμη, την εκατονταετηρίδα της Μικρασιατικής Καταστροφής), το τοπίο της σχετικής εκδοτικής παραγωγής ξεκαθαρίζει. Λίγα, αλλά σπουδαία, είναι τα βιβλία που αναμένονται μέσα στις επόμενες μέρες (όπως “Η ελληνική επανάσταση” του Μαρκ Μαζάουερ από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια) ή μήνες. Δεν είναι, λοιπόν, ακόμη η ώρα των απολογισμών. Μέχρι να έρθει, μπορούμε να εγκύψουμε στα σημαντικά βιβλία που παρουσιάζουμε στη συνέχεια – κάποια από τα οποία ανήκουν στα σημαντικότερα που εκδόθηκαν μέσα στο 2021.

 

Α. Σφοίνη, Χ. Λούκος, Β. Σαράφης (επιμ.), Επαναστάσεις (1776-1830), ΕΜΝΕ – Μνήμων

Στην ιστορία της «εποχής των επαναστάσεων», της περιόδου μετασχηματισμού της ανθρωπότητας που ορίζεται, αφενός, από τη Γαλλική Επανάσταση (1789) και, αφετέρου, από τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848, επικεντρώνεται ο ανά χείρας συλλογικός τόμος, ο οποίος περιλαμβάνει 16 κείμενα διεθνούς φήμης ιστορικών. Αρχικός στόχος της έκδοσης είναι να παρακολουθήσει τις σύγχρονες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις για το ζήτημα των επαναστάσεων στην Ευρώπη και την Αμερική, της απελευθερωτικής και κοινωνικής τους διάστασης, μέσα από τις οποίες πραγματοποιήθηκε η είσοδος των κοινωνιών στη νεωτερικότητα και η δημιουργία των σύγχρονων εθνών κρατών. Παράλληλα, τα κείμενα αυτά αποτελούν και μια πανοραμική σκιαγράφηση του πλαισίου εντός του οποίου εκτυλίχθηκε το «παγκόσμιο γεγονός» της Ελληνικής Επανάστασης, για την εξέλιξη της οποίας και τις εσωτερικές της συγκρούσεις γράφει ο ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος, στο επίμετρο του παρόντος τόμου. Οι θεματικές που απασχολούν τους συγγραφείς αφορούν σε μεγάλο βαθμό τη Γαλλική Επανάσταση, και ειδικά το νέο διανοητικό και ιστοριογραφικό κλίμα που διαμορφώθηκε μετά τη δισεκατονταετηρίδα της και την αντιπαράθεση της μαρξιστικής σχολής με την «αναθεωρητική βουλγάτα». Η κοινωνική ιστορία της Επανάστασης, ο Αντιδιαφωτισμός, ο «αποχριστιανισμός» και η Τρομοκρατία, η παγκόσμια απήχηση της Επανάστασης είναι μερικές από αυτές τις θεματικές. Στη συνέχεια εξετάζονται ο καρμποναρισμός και οι ιταλικές εξεγέρσεις, οι επαναστάσεις στην Ισπανία της δεκαετίας του 1820, η σερβική εξέγερση στα Βαλκάνια (1804-1813), αλλά και οι οθωμανικές αντιδράσεις στην Ελληνική Επανάσταση. Επιπλέον, προσεγγίζονται η Αμερικανική Επανάσταση και τα διάφορα κινήματα για την ανεξαρτησία της αμερικανικής ηπείρου. Το έργο ολοκληρώνεται με ένα κείμενο για τον διεθνικό χαρακτήρα των επαναστάσεων του 1830, στο πλαίσιο μιας γενικής πάλης μεταξύ απολυταρχισμού και φιλελευθερισμού στην Ευρώπη. Η «επετειακή», τρόπον τινά, αυτή έκδοση της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού αποτελεί μια εξαιρετικά πλούσια εισαγωγή (και) για την προσέγγιση της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Αριστείδης Χατζής, Ο ενδοξότερος αγώνας: Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, Παπαδόπουλος

«The best and noblest cause that exists»: Με αυτά τα λόγια μιλά για τον αγώνα των Ελλήνων η Μαίρη Σέλλεϊ, σε επιστολή της προς τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ένα σχεδόν χρόνο μετά τον θάνατο του Μπάιρον στο Μεσολόγγι. Επιλέγοντας αυτόν τον χαρακτηρισμό («ενδοξότερος αγώνας»), ο συγγραφέας αποκαλύπτει στον υποψιασμένο αναγνώστη τον βασικό πρωταγωνιστή του, εκείνον μέσα από τη ματιά του οποίου θα ξετυλιχτεί η αφήγηση του: τον «πολιτικό νου» της Επανάστασης, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Μέσα από τη διαδρομή και τη δράση του, ο Αριστείδης Χατζής επιχειρεί να προσεγγίσει τα κεντρικά του ερωτήματα, που δεν είναι άλλα από την κατανόηση του φιλελεύθερου και δημοκρατικού χαρακτήρα της Επανάστασης του 1821. Αναδεικνύει γι’ αυτό τη συμβολή του Μαυροκορδάτου στην εγκαθίδρυση δημοκρατικών θεσμών και στον διεθνοπολιτικό αναπροσανατολισμό των επαναστατημένων Ελλήνων. Παρά τον πρωταγωνιστικό ρόλο που του επιφυλάσσει, ο συγγραφέας δεν συνθέτει μια βιογραφία του. Ο στόχος του είναι ευρύτερος: Να αφηγηθεί μια εξαντλητικά τεκμηριωμένη ιστορία της Επανάστασης, με τρόπο τέτοιο που να απευθύνεται στον μέσο αναγνώστη και να τον γοητεύει, ενώ παράλληλα δεν θα αφήνει αδιάφορο τον εξειδικευμένο ιστορικό. Εντάσσοντας αποφασιστικά το έργο του αυτό στη δημόσια ιστορία, δεν κρύβει τον θαυμασμό του για τους βρετανούς ιστορικούς που έχουν την ικανότητα να απευθύνονται με το έργο τους στο ευρύ κοινό, χωρίς υποχωρήσεις ως προς την εγκυρότητα ή την τεκμηρίωσή του. Χάρη στην αφηγηματική του δεινότητα, στην εύστοχη οργάνωση της δομής της αφήγησης, των 21 κεφαλαίων και των 50 «ιντερλούδιων» με κείμενα της εποχής, που διακόπτουν την αφήγηση συμπληρώνοντάς την, ο Αριστείδης Χατζής, πιστεύω, είναι ένας από τους λίγους πανεπιστημιακούς που καταφέρνει να συνεπάρει τον αναγνώστη του. Ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι ο ίδιος προέρχεται από άλλο επιστημονικό πεδίο, αυτό της Φιλοσοφίας του Δικαίου, και αντιμετωπίζει τα εργαλεία του ιστορικού, τα οποία κατέχει, με μια φρέσκια ματιά. Η αφήγηση όσων προηγήθηκαν, αλλά και όσων ακολούθησαν τον ξεσηκωμό του 1821, ολοκληρώνεται στις αρχές του 1823, όταν ξεκινά η Β’ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος. Η Επανάσταση έχει εδραιωθεί. Η επόμενη φάση της, αυτή της οικοδόμησης κράτους, μέσα από τις ωδίνες των εμφύλιων συγκρούσεων και της οθωμανικής αντίδρασης, θα αποτελέσει τον δεύτερο τόμο της εξιστόρησης που, όπως και ο πρώτος, αποτελεί μια αυτόνομη αφηγηματική ενότητα.

 

Ν. Καστρίτη – Ρ. Κατσιμάρδου (επιμ.), ΕΠΑΝΑCYΣΤΑΣΗ ’21, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος

Ο ανά χείρας πολυσέλιδος και καλαίσθητος κατάλογος αποτελεί την έκδοση που συνοδεύει το επετειακό πρόγραμμα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου «ΕΠΑΝΑCYΣΤΑΣΗ ’21», το οποίο, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, εξακτινώνεται με εκθέσεις και εκδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, με επίκεντρο το ιστορικό κτίριο της Παλαιάς Βουλής. Έτσι, στις 623 σελίδες του καταλόγου, που σχεδίασε ο Δημήτρης Παπάζογλου, δεν περιλαμβάνονται μόνο τα αντικείμενα μιας έκθεσης αλλά ένας πλούσια εικονογραφημένος κατάλογος 607 λημμάτων με κειμήλια και αρχειακό υλικό από τις συλλογές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου. Με τον τρόπο αυτό, στις σελίδες του δεν παρουσιάζονται κείμενα που αφορούν μόνο το ιστορικό γεγονός της Επανάστασης αλλά κείμενα τα οποία, με αφορμή αυτό, «επανασυστήνουν» το ηλικίας 137 ετών Μουσείο στο σημερινό κοινό, με οπτική και επιστημονική γλώσσα προσιτή στις ανάγκες του. Παράλληλα, τα κείμενα του τόμου αφηγούνται την Επανάσταση του 1821 μέσα από το υπόβαθρο και την προετοιμασία της· μέσα από τους ανθρώπους και τα γεγονότα της· μέσα από τον αγώνα στη θάλασσα· την κοινωνία σε πόλεμο· την προβολή και την ακτινοβολία της· την πολιτική και τη διπλωματία της· αλλά και τις συνέπειες και τη μνήμη της. Έτσι, μια αφήγηση που ξεκινά από την αμερικανική ανεξαρτησία και την εποχή των επαναστάσεων και κορυφώνεται με τον Αγώνα σε στεριά και θάλασσα, ολοκληρώνεται με τη συγκρότηση κράτους αλλά και του ίδιου του Μουσείου, ως φορέα της θεσμικής μνήμης… Τα εισαγωγικά κείμενα των εκάστοτε ενοτήτων είναι γραμμένα από έγκριτους ιστορικούς και πανεπιστημιακούς δασκάλους, ενώ τα επιμέρους κείμενα και η τεκμηρίωση των εκθεμάτων ανήκουν στους επιμελητές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

 

Roderick Beaton, Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 και η παγκόσμια σημασία της, Αιώρα

Τη θέση της Ελληνικής Επανάστασης μέσα σε αυτό που ο Χομπσμπάουμ αποκάλεσε «εποχή των επαναστάσεων», τον αιώνα που ξεκινά με την Αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και ολοκληρώνεται με την ενοποίηση της Γερμανίας και της Ιταλίας, τη δεκαετία του 1860, αλλά και τη διεθνή σημασία της, ανιχνεύει ο Ρόντρικ Μπίτον, διαπρεπής φιλόλογος και τέως κάτοχος της έδρας Κοραή στο King’s College του Λονδίνου, στη διάλεξη που έδωσε τον Νοέμβριο του 2020 στη Βρετανική Σχολή Αθηνών και κυκλοφόρησε σε επεξεργασμένη, έντυπη μορφή. Για τον Μπίτον, η Ελληνική Επανάσταση αποτέλεσε σημείο καμπής σε αυτόν τον αιώνα των επαναστάσεων, καθώς, όπως λέει, αποτέλεσε την πρώτη ευρωπαϊκή επανάσταση που είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση ενός έθνους κράτους, όπως ακριβώς συνέβη στην αμερικανική ήπειρο, νωρίτερα στις ΗΠΑ και την Αϊτή και, την ίδια περίοδο, με την αποτίναξη του ισπανικού ζυγού από τις λατινοαμερικανικές επαναστάσεις. Η αφήγηση αυτή, κατά περίεργο τρόπο, αποσιωπά τη Γαλλική Επανάσταση και συνακόλουθα βάζει εντελώς στην άκρη την επίδρασή της στην Ελληνική, πιθανόν σε μια προσπάθεια να αναβαθμίσει ακόμη περισσότερο τον ρόλο του Μαυροκορδάτου και των άλλων «εκσυγχρονιστών» (κατά τη γνωστή αντίληψη του συγγραφέα, και όχι μόνον) και, ιδιαίτερα, της πρόσδεσής τους στο βρετανικό άρμα. Έχοντας φιλοτεχνήσει αυτό το τοπίο, τοποθετεί εκεί τους φιλέλληνες, το διεθνές φιλελληνικό κίνημα και τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του, που ποτέ δεν τονίζεται αρκετά ο προοδευτικός ρόλος που διαδραματίζει όχι μονάχα απέναντι στην Ελλάδα αλλά και σε σχέση με την εσωτερική πολιτική των χωρών στις οποίες αναπτύσσεται. Τέλος, και απόρροια όσων προαναφέρθηκαν, η διεθνής πτυχή της Επανάστασης κορυφώνεται με την ένοπλη επέμβαση των τριών Δυνάμεων και την επιβολή της ανεξαρτησίας, έναν προάγγελο των κατοπινών ανθρωπιστικών επεμβάσεων. Το βιβλίο κυκλοφορεί επίσης και σε αγγλική έκδοση, με τον τίτλο The Greek Revolution of 1821 and its Global Significance.

 

Ανδρέας Λυμπεράτος (επιμ.), Βαλκανικές αναγνώσεις του 1821, Μέλισσα

Αν η Επανάσταση του 1821 ήταν ένα γεγονός με παγκόσμια σημασία, υπήρξε ταυτόχρονα και πριν απ’ όλα ένα «βαλκανικό γεγονός»· μια εξέγερση που ξέσπασε σε βαλκανικό πλαίσιο, με βλέψεις να συμπαρασύρει τους άλλους ορθόδοξους πληθυσμούς, που ολοκληρώθηκε ως επανάσταση, σχεδόν αποκλειστικά ελληνική. Τις προσλήψεις αυτής της επανάστασης, της πρώτης που οδήγησε στην οριστική απόσχιση από την Αυτοκρατορία, από τις μεταοθωμανικές κοινωνίες στον βαλκανικό χώρο, τη σημασία της για τη συγκρότηση και αναπαραγωγή ιδεών για την εθνική ή βαλκανική τους φυσιογνωμία και για τις μεταξύ τους σχέσεις, επιδιώκει να μελετήσει ο παρών τόμος, στον οποίο περιλαμβάνονται πέντε κείμενα ιστορικών που ειδικεύονται στη μελέτη των όμορων βαλκανικών κοινωνιών. Ο επιμελητής του τόμου, εκτός από την εκτενή εισαγωγή, πραγματεύεται τις αναγνώσεις του 1821 στη σερβική και στη βουλγαρική γραμματεία· ο Γιώργος Μανιός αναφέρεται στις ρουμανικές αναγνώσεις του ’21, ενώ ο Ηλίας Σκουλίδας εξετάζει την αλβανική ιστοριογραφία και τον τρόπο που αντιμετωπίζει τον Μωχάμεντ Άλι· τέλος, ο Αντώνης Χατζηκυριάκου μελετά τη θέση της Ελληνικής Επανάστασης στην τουρκική ιστοριογραφία και, μέσα από αυτήν, την πραγμάτευση του οθωμανικού παρελθόντος από τον κεμαλισμό στα πρώτα χρόνια του νέου κράτους. Στόχος και των πέντε μελετημάτων είναι η επικέντρωση στους όρους υπό τους οποίους συγκροτούνται οι αναπαραστάσεις του 1821 στη βαλκανική ιστοριογραφία και η σημασία που έχουν για τις διαβαλκανικές σχέσεις, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους αυτές οι αναγνώσεις επικοινωνούν με τις αντίστοιχες ελληνικές και τον βαθμό στον οποίο οι όροι συγκρότησής τους διαφέρουν ή παραμένουν κοινοί.

 

Νίκος Ροτζώκος, Οργανώνοντας την Επανάσταση του 1821, ΕΑΠ

H Φιλική Εταιρεία, η μυστική οργάνωση που βρισκόταν πίσω από την προετοιμασία της Επανάστασης, αναδύθηκε από τα εμπορικά και λόγια δίκτυα της ελληνικής διασποράς το 1814, στα πρότυπα των μυστικών επαναστατικών οργανώσεων που γέννησε η ναπολεόντεια εποχή. Μέχρι το 1817, η Εταιρεία αποτελούσε μια ολιγομελή οργάνωση, που μέσα στα επόμενα τρία χρόνια μετατράπηκε σε ένα εκτεταμένο συνωμοτικό δίκτυο και μπόρεσε να εντάξει στο επαναστατικό της σχέδιο μεγάλο μέρος των ηγετικών ομάδων του ελλαδικού χώρου και της διασποράς. Το πώς μπόρεσε να πραγματοποιηθεί αυτός ο μετασχηματισμός και να τεθεί, έτσι, σε λειτουργία ο μηχανισμός της εξέγερσης, αποτελεί το βασικό ερώτημα της μελέτης. Η κεντρική υπόθεση του συγγραφέα είναι πως η αναβάθμιση της οργάνωσης συνδέεται με τη διείσδυσή της στα εποπτευόμενα από τον Καποδίστρια δίκτυα της ρωσικής διπλωματίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Βασικό ρόλο σε αυτή τη σύνδεση διαδραματίζει ο έμπειρος επαναστάτης και σύντροφος του Ρήγα, ο Χριστόφορος Περραιβός. Η Φιλική Εταιρεία αξιοποίησε τη συνωμοτική τεχνογνωσία ανθρώπων όπως ο Περραιβός, που υπηρετούσαν αυτά τα αυτοκρατορικά δίκτυα, καθώς και τις διασυνδέσεις τους με τις τοπικές ηγετικές ομάδες, για τη διάδοση του δικού της επαναστατικού σχεδίου και τη δέσμευση των τοπικών πολιτικών, στρατιωτικών και εκκλησιαστικών παραγόντων στην προοπτική του γενικού ξεσηκωμού. Έτσι, η διαδρομή του Περραιβού στο ελληνικό εθνικό κίνημα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για την «εμβόλιμη», όπως την χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, ανάδυση της επαναστατικής οργάνωσης. Εξετάζοντας αναλυτικά τη συμμετοχή του Περραιβού σε λόγιους κύκλους που καλλιεργούσαν την ιδέα του ελληνικού πατριωτισμού, αλλά και σε γαλλικά, ρωσικά και ελληνικά συνωμοτικά δίκτυα, όπως αυτά του Καποδίστρια και, από το 1817, των Φιλικών, ο συγγραφέας αναδεικνύει τον τρόπο ανάπτυξης της Εταιρείας στις παρυφές της ρωσικής μυστικής διπλωματίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

 

Δ. Παπασταματίου – Φ. Κοτζαγεώργης, Στις παρυφές της Επανάστασης, ΕΑΠ

Ποια ήταν η μοίρα της Επανάστασης εκεί που δεν έγινε επανάσταση; Μολονότι για λόγους ευεξήγητους η Επανάσταση του 1821 περιορίστηκε στον Μοριά, τη Ρούμελη και τα κοντινά νησιά, εξεγέρσεις σημειώθηκαν, χωρίς επιτυχία, και σε άλλες περιοχές όπου κατοικούσαν ελληνόφωνοι, όπως η Κρήτη, η Σάμος, η Ήπειρος και η Μακεδονία. Σε αυτήν την τελευταία, το κίνημα του Εμμανουήλ Παπά στη Χαλκιδική, ο ξεσηκωμός στη Νάουσα και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των αρματολών του Ολύμπου υπήρξαν οι κυριότεροι πόλοι, που γνώρισαν απηνή καταστολή εκ μέρους των οθωμανικών αρχών. Οι συγγραφείς της ανά χείρας μελέτης «ξαναδιαβάζουν» ένα ήδη γνωστό υλικό, αυτό του αρχείου του ιεροδικείου της Θεσσαλονίκης, εγγράφοντάς το σε ένα νέο ιστοριογραφικό πλαίσιο και θέτοντάς του νέα ερευνητικά ερωτήματα. Με αυτόν τον τρόπο, επιτρέπουν στον αναγνώστη να διαβάσει την επανάσταση της Χαλκιδικής μέσα από τα μάτια των Οθωμανών, αξιοποιώντας έγγραφα που δεν είχαν θεωρηθεί σημαντικά από προηγούμενους μελετητές. Αρχικά εξετάζεται το ιστορικό πλαίσιο, το οποίο αρθρώνεται γύρω από δύο θεματικές: την πόλη της Θεσσαλονίκης και το ιεροδικείο της. Στη συνέχεια μελετάται η επαναστατική συγκυρία, τόσο τα ίδια τα γεγονότα όσο και οι συνέπειές τους: ποινικά μέτρα, πολιτικές αποκατάστασης της κανονικότητας, δημεύσεις περιουσιών και όπλων κ.ά. Τέλος, η μελέτη εστιάζει στον οθωμανικό στρατό, με άξονες το προσωπικό του σε ξηρά και θάλασσα και την τροφοδοσία του σε βορρά και νότο, συνεξετάζοντας το ζήτημα της φορολογίας. Έτσι, οι δύο ιστορικοί αντιμετωπίζουν με μια νέα ματιά το υλικό τους, αξιοποιώντας το και εντάσσοντάς το στο ευρύτερο οθωμανικό πλαίσιο, θέτοντας καινούργια και γόνιμα ερευνητικά ερωτήματα.

 

Γιώργος Μαργαρίτης, Η υπεράσπιση της ελεύθερης Ελλάδας, 1825-1827, Διόπτρα

Έχοντας εξετάσει στο προηγούμενο βιβλίο του, Ενάντια σε φρούρια και τείχη (Διόπτρα, 2020), την Ελληνική Επανάσταση έως την άλωση της Τριπολιτσάς, τη φάση, δηλαδή, της καταστροφής της οθωμανικής εξουσίας (και κοινωνίας) στον Μοριά και τη Ρούμελη, στον παρόντα, οιονεί δεύτερο τόμο, ο γνωστός ιστορικός εξετάζει την επόμενη φάση της Επανάστασης, εκείνη της συγκρότησης των επαναστατημένων σε «έθνος» και του απελευθερωμένου εδάφους σε «πατρίδα», κάτω από τη στρατιωτική πίεση του εχθρού – στη συγκεκριμένη περίπτωση δυνάμεων που, αν και απείχαν αρκετά από τον δυτικό τρόπο συγκρότησης, δανείζονταν πολλά στοιχεία από αυτόν. Οι δυνάμεις του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και του Κιουταχή στη Στερεά, στο Μεσολόγγι και στην Αθήνα, έθεσαν τους επαναστατημένους μπροστά σε υπαρξιακά διλήμματα, επιβάλλοντας με τις επιχειρήσεις τους τη συνένωση των μέχρι χθες συγκρουόμενων εχθρικών παρατάξεων και συνασπισμών. Η ελεύθερη επικράτεια που είχαν συγκροτήσει οι επαναστάτες δεν μπορούσε πλέον να γίνεται αντιληπτή ως πεδίο σύγκρουσης εσωτερικών συμφερόντων. Κατά την κρίσιμη διετία 1825-1827, στην οποία εστιάζει τη μελέτη του ο συγγραφέας, η επικράτεια οργανώθηκε σε πατρίδα, το επαναστατικό χάος σε οργανωμένη κοινωνία, η αναρχία σε κράτος. Στην αφήγησή του ο συγγραφέας αφιερώνει ένα αρχικό τμήμα στη θεσμική συγκρότηση της ελεύθερης επικράτειας μετά την πτώση της Τριπολιτσάς, τις πολεμικές συγκρούσεις και τους εμφυλίους, ενώ στη συνέχεια εστιάζει στην Αίγυπτο και την εισβολή στον Μοριά, στην πολιορκία και την πτώση του Μεσολογγίου. Η αφήγηση, που εστιάζει με λεπτομέρειες στις υλικές συνθήκες του πολέμου, ιδιαίτερα εκείνες που χαρακτήρισαν τον πόλεμο στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, κορυφώνεται με την πολιορκία της Ακρόπολης και τον θάνατο του Καραϊσκάκη.

 

Şükrü Ilıcak (επιμ.), Those Infidel Greeks. The Greek War of Independence through Ottoman Archival Documents, Brill

Η στροφή προς τη μελέτη της οθωμανικής οπτικής και στάσης απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση, κυρίως μέσα από την έρευνα δυσπρόσιτου μέχρι τώρα, λόγω γλώσσας και γραφής, αρχειακού υλικού, θα είναι το μεγάλο κέρδος που κληρονομεί η επέτειος των 200 χρόνων στην επιστημονική έρευνα. Την κορωνίδα των σχετικών δημοσιεύσεων αποτελεί, μέχρι στιγμής, το μνημειώδες δίτομο έργο «Αυτοί οι άπιστοι Έλληνες»: Η Ελληνική Επανάσταση μέσα από τα Οθωμανικά Αρχεία, που κυκλοφόρησε στα αγγλικά, προκειμένου να απευθυνθεί στο διεθνές αναγνωστικό κοινό. Υπό την εποπτεία του ιστορικού Σουκρού Ιλιτζάκ, μια ομάδα νέων ερευνητών, οι περισσότεροι των οποίων διδάσκουν σε τουρκικά πανεπιστήμια, έσκυψε πάνω από οθωμανικά αρχεία τα οποία μέχρι σήμερα δεν είχαν μελετηθεί. Μέσα από τη μελέτη τους, επιχείρησαν να μελετήσουν την αντίδραση της Υψηλής Πύλης στο ξέσπασμα των τοπικών εξεγέρσεων του 1821, αλλά και το πώς αντιλήφθηκαν οι Οθωμανοί την πραγματικότητα και πώς δρομολόγησαν την αντίδρασή τους απέναντι στους «άπιστους Έλληνες». Η έκδοση, που υπερβαίνει τις 1.600 σελίδες, περιλαμβάνει 700 έγγραφα μεταγραμμένα από τα οθωμανικά τουρκικά, μεταφρασμένα και εκτενώς σχολιασμένα. Πρόκειται για επιστολές που βρίσκονται στα Οθωμανικά Αρχεία της Ιστανμπούλ, και συγκεκριμένα στα Μητρώα Ayniyat, τα οποία τηρούσε το γραφείο του Μεγάλου Βεζίρη, οι οποίες χρονολογούνται από τον Ιούνιο του 1821 έως το 1826, με σημαντικά κενά όσον αφορά το έτος 1824. Η έκδοση του έργου αυτού από τον εκδοτικό οίκο Brill έγινε δυνατή χάρη στην υποστήριξη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη, το οποίο, επιπλέον, εξασφάλισε τα πνευματικά δικαιώματα του έργου, διασφαλίζοντας έτσι την ελεύθερη ηλεκτρονική πρόσβαση σε όλους τους ενδιαφερόμενους.

 

Τερέζα Πεσμαζόγλου (επιμ.), Ανδρέας Μιαούλης: Αρχειακά τεκμήρια, Μουσείο Μπενάκη

Τεκμήρια από το αρχείο του Ανδρέα Μιαούλη, που διασώθηκαν ύστερα από τον θάνατό του και φυλάσσονταν στο προσωπικό αρχείο του δισέγγονού του, διπλωμάτη και πολιτικού Γεωργίου Ι. Πεσμαζόγλου (1889-1984), περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο. Πρόκειται για 269 ανέκδοτα στην πλειονότητά τους τεκμήρια, τα οποία εκδίδονται συνοδευόμενα από εκτενή εισαγωγή της επιμελήτριας, πλούσιο σχολιασμό και αναλυτικά ευρετήρια, που τα εντάσσουν στο ιστορικό τους πλαίσιο, αποτυπώνοντας το γενικότερο κλίμα της εποχής. Τα έγγραφα καλύπτουν τη χρονική περίοδο από το 1813 μέχρι το 1841, ένα χρονικό άνυσμα που ξεκινά από τα προεπαναστατικά χρόνια και την περίοδο του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, για να φτάσουν μέχρι την περίοδο διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια και τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Στο υλικό που δημοσιεύεται στον τόμο περιλαμβάνονται υπηρεσιακά έγγραφα σχετικά με κομβικά γεγονότα της Επανάστασης, αλλά και επιστολές από και προς αξιωματούχους και συναγωνιστές του Ανδρέα Μιαούλη, μεταξύ των οποίων σημαντικές μορφές του Αγώνα ή του ελεύθερου πολιτικοκοινωνικού βίου, όπως οι Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Λάζαρος και Γεώργιος Κουντουριώτης, Αυγουστίνος και Βιάρος Καποδίστριας, Λυκούργος Λογοθέτης, Αντώνιος Κριεζής, Φίλιππος Ιωάννου, Δούκισσα της Πλακεντίας, αλλά και λιγότερο γνωστά πρόσωπα, όπως ο Αγγελής Γάτσος, ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος ή ο Εγιούπ Αγάς. Μια ακόμη ενότητα συγκροτεί η αλληλογραφία του με τους γιους του Ιωάννη και Αντώνιο, κυρίως όμως με τον πρωτότοκο Δημήτριο, αφού στην τελευταία αποτυπώνεται ανάγλυφα ο χαρακτήρας και η ένταση της σχέσης μεταξύ τους. Η συνύπαρξη εγγράφων ιδιωτικού και δημόσιου χαρακτήρα επιτρέπει την παράλληλη παρακολούθηση πολιτικών και πολεμικών κατορθωμάτων, αλλά και πατρικές ανησυχίες, επιχειρηματικές επιλογές και οικογενειακές διενέξεις, επιτρέποντας μια σφαιρική προσέγγιση του ιστορικού προσώπου και της δράσης του.

 

Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ίδρυμα της Βουλής

Μία από τις πρωιμότερες ιστοριογραφικές δοκιμές σχετικά με τον Αγώνα και την προετοιμασία του αποτελεί το ανά χείρας έργο του κωνσταντινουπολίτη Ιωάννη Βασιλειάδη (1798/99-1874), νεαρού λογίου που με το ξέσπασμα της Επανάστασης το 1821 και τα αντίποινα κατά των Ρωμιών της Πόλης κατέφυγε στον Μοριά, για να υπηρετήσει ως γραμματέας πλάι στον Δημήτριο Υψηλάντη. Από αυτή τη θέση και έχοντας αλλάξει το όνομά του σε Φιλήμων, θα ακολουθήσει τον πρίγκιπα και υψηλόβαθμο εκπρόσωπο της Φιλικής καθ’ όλη τη διάρκεια του ξεσηκωμού. Από αυτή την προνομιακή θέση, ο Φιλήμων αρχίζει να κάνει τα πρώτα του βήματα στην ιστοριογραφία και, ταυτόχρονα, να εκδηλώνει το έντονο ενδιαφέρον του για την πολιτική, υπερασπιζόμενος τον Υψηλάντη στις διαμάχες του με τον Μαυροκορδάτο και τους προύχοντες του Μοριά. Παράλληλα, συγγράφει διάφορες ιστορικές πραγματείες σχετικά με την Επανάσταση. Μετά το τέλος των μαχών και τη δολοφονία του Καποδίστρια, θα εγκατασταθεί στο Ναύπλιο και θα ασχοληθεί συστηματικά με τη δημοσιογραφία, εκδίδοντας την εφημερίδα Χρόνος. Το Δοκίμιον θα εκδοθεί το 1834, με στόχο να αποτελέσει τον εισαγωγικό τόμο σε μια πολύτομη ιστοριογραφική αφήγηση της Επανάστασης του 1821. Σε αυτό επιχειρεί να δώσει μια συνολική εικόνα της οργάνωσης και της λειτουργίας της Φιλικής Εταιρείας, των αντιθέσεων στο εσωτερικό της και των δραστηριοτήτων της· παράλληλα όμως προσφέρει και μια συνεκτική αφήγηση της διαδρομής του ελληνισμού από την Άλωση έως την Επανάσταση – και είναι ο πρώτος που κάνει κάτι τέτοιο στην ελληνική γλώσσα. Την παρούσα έκδοση του Δοκιμίου, που εντάσσεται στη σειρά «Κείμενα μνήμης», επιμελήθηκε επιστημονικά, προτάσσοντας μακροσκελή εισαγωγή και εκτενή σχολιασμό, ο ιστορικός Κώστας Λάππας.

 

Νικόλαος Κασομούλης, Με το σπαθί εις το χέρι και με το ντουφέκι, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

«Έχουμε μεγαλώσει ακούγοντας για το Μεσολόγγι· ωστόσο για τους περισσότερους η λέξη βγάζει, άμα τη χτυπάς, τον κούφιο ήχο των ρητορικών λόγων. Αυτό το κενό ο Κασομούλης το γεμίζει με γεγονότα χειροπιαστά». Έτσι χαρακτηρίζει ο Αλέξης Πολίτης την αφήγηση του αγωνιστή για το πολιορκημένο Μεσολόγγι, στο πολυσέλιδο δοκίμιό του με τίτλο «Η προσωπική εμπειρία ως Ιστορία», το οποίο συνοδεύει το σχετικό απόσπασμα από τα Ενθυμήματα στρατιωτικά, που περιλαμβάνεται στον ανά χείρας τόμο της σειράς «Παλαιά κείμενα, νέες αναγνώσεις». Ο Κασομούλης αφηγείται εδώ ένα από τα κεντρικότερα γεγονότα της Επανάστασης, την δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, που έληξε με την ηρωική Έξοδο της φρουράς, στην οποία έλαβε μέρος και ο ίδιος, έχοντας εγκατασταθεί στο Μεσολόγγι από το 1823, πλάι στον αρματολό του Ασπροποτάμου Νικόλαο Στουρνάρη. Η αφήγηση των όσων έζησε μέσα στην πολιορκημένη πόλη αποτελεί ένα από τα πρωιμότερα απομνημονεύματα αγωνιστή, καθώς άρχισε να τα συντάσσει τον Νοέμβριο του 1832, επιτρέποντας έτσι στην προσωπική εμπειρία να αποτυπωθεί με τον αμεσότερο τρόπο. Το αγωνιστικό ήθος και οι αρνητικές συμπεριφορές, η καθημερινότητα και οι συγκρούσεις, οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους Σουλιώτες και τους Ρουμελιώτες, οι κανονιές και οι αδιάκοπες επισκευές του τείχους, όλα βρίσκουν τη θέση τους στη ζωντανή αφήγηση του Κασομούλη, στην οποία επιχειρεί να παρουσιάσει αντικειμενικά και ψύχραιμα πρόσωπα και πράγματα. Το επιλογικό δοκίμιο του Αλέξη Πολίτη επιδιώκει να φωτίσει πτυχές της αφήγησης και της ιδεολογίας του κειμένου, σχολιάζοντας και συμπληρώνοντας τα περιστατικά, παρουσιάζοντας τον τόπο του δράματος και εστιάζοντας στο κεντρικό διακύβευμα: τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες αναπτύχθηκε η νεωτερική αίσθηση του συλλογικού «εμείς».

 

Bernd Sösemann, Η Ελληνική Επανάσταση και οι ευρωπαίοι φιλέλληνες, University Studio Press

O γερμανικός και ειδικότερα ο βερολινέζικος φιλελληνισμός αποτελεί το αντικείμενο της μελέτης του ιστορικού και ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, Μπερντ Ζέζεμαν. Σε αυτήν αναδεικνύονται τα σύνθετα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του φιλελληνικού κινήματος και ο καθοριστικός ρόλος της Ελληνικής Επανάστασης για τη σύζευξη του κλασικισμού, του ανθρωπισμού, του ρομαντισμού και του φιλελευθερισμού στην Ευρώπη της μεταναπολεόντειας περιόδου και ειδικότερα στον γερμανικό χώρο, ο οποίος βρισκόταν σε μια περίοδο αναζήτησης πολιτικής ανασυγκρότησης. Η φιλελληνική κίνηση, με τις διάφορες εκδηλώσεις συμπάθειας προς τους Έλληνες, η οποία υπήρχε και πριν από την Επανάσταση, ενισχύεται, ιδιαίτερα μετά την έκκληση του καθηγητή της Ιατρικής Chistian Wilhelm Hufeland για βοήθεια προς τους «χριστιανούς αδελφούς» στην Ανατολή. Φιλελληνικά ποιήματα, τραγούδια, φυλλάδια, άρθρα εφημερίδων, φιλελληνικές εταιρείες και σύλλογοι, έρανοι και υλικό ιατρικής βοήθειας είναι μερικές από τις εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς τους μαχόμενους Έλληνες. Ο αγώνας των οποίων συγκίνησε ιδιαίτερα νέους με ή και χωρίς στρατιωτική εκπαίδευση, που προέρχονταν από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, με διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο και επάγγελμα, οι οποίοι βρέθηκαν στον Μοριά και τη Ρούμελη, προκειμένου να ενταχθούν στα ένοπλα σώματα των επαναστατών. Οι επιστολές που έγραφαν σε συγγενείς και φίλους ενθουσίαζαν και παρακινούσαν κι άλλους συμπατριώτες τους να έλθουν στην Ελλάδα. Η γοητεία που ασκούσε σε όλους ο ηρωικός θάνατος για την ελευθερία, από το χέρι του αλλόθρησκου δυνάστη, οι άνισοι αγώνες και οι θυσίες γίνονται δυναμικά σύμβολα, που νοηματοδοτούνται από τη Γερμανία. Τα δύο μέρη που συνθέτουν την ολιγοσέλιδη αυτή έκδοση αποτελούν κεφάλαια από την πρώτη ενότητα του βιβλίου Προσεγγίσεις για την Ελλάδα. Ο φιλελληνισμός και οι γερμανοελληνικές εταιρείες του Βερολίνου (1994) του συγγραφέα.

 

Θάνος Βερέμης, 1453-1821: Από την Τουρκοκρατία στην Παλιγγενεσία, Παπαδόπουλος

Τέσσερις αιώνες μέσα σε 100 σελίδες επιχειρεί να χωρέσει ο συγγραφέας σε αυτή τη «Μικρή Εισαγωγή» του στις εξελίξεις, τους μηχανισμούς και τα γεγονότα που οδήγησαν στην Επανάσταση του 1821. Ο γνωστός ιστορικός επισκοπεί την περίοδο της οθωμανικής και της ενετικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο, εκκινώντας από την πρώτη άλωση της βυζαντινής πρωτεύουσας, το 1204, από τους Λατίνους της Δ’ Σταυροφορίας και την ανακατάληψή της, 50 χρόνια αργότερα, τον αιώνα της οθωμανικής επέκτασης στα Βαλκάνια και τις απελπισμένες απόπειρες σωτηρίας του Βυζαντίου μέσω της ένωσης των Εκκλησιών. Αναφέρεται συνοπτικά στη διοικητική, δημοσιονομική, κοινωνική και οικονομική δομή του οθωμανικού κράτους, στην κοινοτική οργάνωση και τη διοίκηση των θρησκευτικών κοινοτήτων, των μιλετιών, για να παρακολουθήσει στη συνέχεια την κορύφωση της εξάπλωσης των Οθωμανών στη βόρεια Βαλκανική και την εκδίωξη των Ενετών από την Κύπρο και την Κρήτη. Τέλος, εξετάζει την παρακμή της Αυτοκρατορίας και τους διαρκείς ρωσοτουρκικούς πολέμους, τη σταδιακή «ιδιωτικοποίηση» της κρατικής εξουσίας και την ανάδυση των νέων ελίτ, του χρήματος ή της βίας, αλλά και τις ποικίλες εξεγέρσεις στον ελλαδικό χώρο που προηγήθηκαν της Επανάστασης. Οι ιδέες του Διαφωτισμού και οι Φαναριώτες, η ελληνόφωνη εκπαίδευση, που προηγήθηκαν της Επανάστασης, αλλά και οι αντιλήψεις των επαναστατών για το έθνος-κράτος και για το ποιος είναι έλληνας πολίτης, για την ισχύ και την εξουσία της διοίκησης, της κεντρικής και των κατά τόπους, καθώς και το διπλωματικό τοπίο στην Ευρώπη μετά την ήττα του Ναπολέοντα είναι τα θέματα τα οποία πραγματεύεται και τα οποία διαμόρφωσαν το έδαφος από το οποίο ξεπήδησε η Επανάσταση πριν από δύο αιώνες…

 

Ανάργυρος Φαγκρίδας, Σούλι, το ορμητήριο του προεπαναστατικού αγώνα, Γκοβόστης

Το Σούλι και οι Σουλιώτες κατέχουν κομβική θέση σε εκείνες τις αφηγήσεις που επιχειρούν να εντάξουν τις κατά καιρούς εξεγέρσεις πληθυσμών που κατοικούσαν στον ελλαδικό χώρο σε ένα συνεχές το οποίο απολήγει, σχεδόν νομοτελειακά, στην Ελληνική Επανάσταση. Αλβανόφωνοι ορεσίβιοι, διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο στην οικονομία της βίας στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου. Εγκατεστημένοι από τις αρχές του 17ου αιώνα στα τέσσερα χωριά του Σουλίου, σε μια δυσπρόσιτη ορεινή περιοχή ανατολικά των πηγών του Αχέροντα, επεκτάθηκαν σταδιακά σε επάλληλους κύκλους, πρώτα στο Επταχώρι και στη συνέχεια σε μια μεγάλη έκταση, μεταξύ Μαργαριτίου, Φιλιππιάδας και Ιωαννίνων, που περιλάμβανε 66 χωριά, «υποταγέντα και φορολογούμενα» από τους Σουλιώτες. Στην ανά χείρας μελέτη, ο συγγραφέας αναφέρεται εκτενώς στο γεωγραφικό περίγραμμα του χώρου του Τετραχωρίου (τα τέσσερα αρχικά χωριά) και της περιοχής επέκτασης των Σουλιωτών, εξετάζοντας το ανάγλυφο της περιοχής, τους δρόμους πρόσβασης κ.λπ. Στη συνέχεια, αναφέρεται στη χωροταξία και τους κατοίκους του Τετραχωρίου, την καθημερινή τους ζωή, την κοινωνική οργάνωση, την οικονομία και τη φορολογία κ.λπ. Παράλληλα, αναφέρεται εκτενώς στην καταγωγή και τη γλώσσα των Σουλιωτών, με εμφανή την έγνοια να μην επιτρέψει να αμφισβητηθεί η «ελληνικότητα» των ορεινών αυτών πληθυσμών. Στη συνέχεια εξετάζει τους διαδοχικούς πολέμους του τέλους του 18ου αιώνα με τον Αλή Πασά, την πτώση του Σουλίου και την εκκένωση του πληθυσμού του προς τα Επτάνησα. Τέλος, αναφέρεται στα γεγονότα του 1820, με την επιστροφή των Σουλιωτών και τη συμμαχία τους με τον Αλή Πασά, καθώς και τη συμμετοχή τους στην Ελληνική Επανάσταση και την εγκατάστασή τους στο ανεξάρτητο κράτος μετά το τέλος του πολέμου.

 

Παύλος Κουτούζης, Τα μικρά της Επανάστασης, Διόπτρα

Διακόσια αυτοτελή κείμενα, γραμμένα για να εκφωνηθούν στο ραδιόφωνο, στην καθημερινή, διάρκειας ενός λεπτού, εκπομπή του συγγραφέα στον Αθήνα 9.84, αποτελούν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρακτική δημόσιας ιστορίας, που αναδύεται με αφορμή το επετειακό έτος για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821. Ιστορικός, με ειδίκευση στη βυζαντινή περίοδο, αλλά και θεολόγος, με σπουδές παιδαγωγικών και κοινωνικής ανθρωπολογίας, ο συγγραφέας είναι εκπαιδευτικός, συντονιστής προγραμμάτων με θέμα την Ιστορία. Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο επιχειρούν να αφηγηθούν την Επανάσταση του 1821 στην εξέλιξή της, από τα προεπαναστατικά χρόνια μέχρι την έξωση του Όθωνα, δίνοντας έμφαση σε άγνωστα περιστατικά ή ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, από εκείνες που η σύγχρονη ακαδημαϊκή ιστορική αφήγηση συχνά παραβλέπει. Έτσι, μολονότι χρησιμοποιεί υποδειγματικά ένα σύγχρονο όχημα, αυτό της δημόσιας ιστορίας, η ίδια η ιστορική αφήγηση βρίσκεται πιο κοντά στην παραδοσιακή ακαδημαϊκή ιστορία. Αυτό δεν κάνει το κείμενο λιγότερο ελκυστικό για τον αναγνώστη του· αντιθέτως, χάρη στην εύληπτη και κάποτε παιγνιώδη γλώσσα που χρησιμοποιεί, προσφέρει μια αφήγηση που βρίσκεται διαρκώς σε επαφή με τις πηγές, ξεδιπλώνοντας για τον ακροατή και τώρα αναγνώστη λιγότερο γνωστές ή άγνωστες πτυχές της επαναστατικής και μετεπαναστατικής περιόδου. Πρωταγωνιστές τους μορφές αγωνιστών, πασίγνωστων ή λιγότερο γνωστών· οι μηχανισμοί της κοινωνικής μεταβολής εργάζονται στο παρασκήνιο – πώς να χωρέσουν, άλλωστε, σε ενός λεπτού αφήγηση;

 

Γιώργος Καραμπελιάς, 1821-2021: Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση; Εναλλακτικές Εκδόσεις

Στο παρόν δοκίμιο, ο συγγραφέας επιχειρεί μια επισκόπηση του εθνικού βίου των τελευταίων διακοσίων χρόνων, από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης μέχρι τις μέρες μας. Σε αυτή την κατεύθυνση, συγκροτεί ένα ερμηνευτικό σχήμα που τέμνει το χρονικό άνυσμα των δύο αιώνων ακριβώς στη μέση, με σημείο τομής το 1922. Σε αυτό το σχήμα, που δεν δείχνει να απέχει από την παραδοσιακή αντίληψη περί ακμής και παρακμής των πολιτισμών, δημοφιλές σε πολλούς ιστορικούς προηγούμενων αιώνων, το πρώτο ήμισυ αντιμετωπίζεται ως «μακρά επανάσταση», το δε δεύτερο ως «μακρύς εμφύλιος» ‒ περίοδοι που αντιστοιχούν στα δύο μέρη του βιβλίου, που ο συγγραφέας ονομάζει «Η Μεγάλη Ιδέα» και «Εμφυλιακός Ιδεασμός», αντίστοιχα. Η αναφορά σε «μακρά ελληνική επανάσταση εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας που αρχίζει από το 1821 και ολοκληρώνεται στα 1919-1920», εννοώντας τον ελληνικό αλυτρωτισμό και την εδαφική επέκταση, παραβλέπει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του κράτους. Καμία επέκταση των εθνικών ορίων δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς τη βούλησή του κράτους, ενώ ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες έδρασαν ένοπλα σώματα, όπως κατά τον ελληνο-βουλγαρικό ανταγωνισμό στη Μακεδονία, υποστηρίζονταν και καθοδηγούνταν από το κράτος. Γι’ αυτό και ο Εθνικός Διχασμός του 1915 υπήρξε μια σύγκρουση κορυφής εντός του κράτους για το ζήτημα των ορίων των αλυτρωτικών διεκδικήσεων και δεν οφειλόταν, όπως και όλες οι μείζονες συγκρούσεις που ακολούθησαν μέχρι το 1949, σε κάποιον «εμφυλιακό ιδεασμό», αλλά σε κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις με ιδιαίτερο, κάθε φορά, περιεχόμενο. Αν κάθε κοινωνική και πολιτική σύγκρουση είναι «εμφύλιος», τότε η μόνη κοινωνική ειρήνη δεν μπορεί παρά να είναι εκείνη του νεκροταφείου…

 

Ευγενία Δρακοπούλου, Εικόνες του Αγώνα των Ελλήνων στην ιστορική ζωγραφική της Ευρώπης, ΕΙΕ

Οι ευρωπαίοι ζωγράφοι και γλύπτες του 19ου αιώνα πραγματεύτηκαν τον Αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους και τα έργα τους αποτέλεσαν ένα από τα σημαντικότερα κανάλια επηρεασμού της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης υπέρ της ελληνικής υπόθεσης. Συνδέθηκαν, έτσι, άρρηκτα με το φιλελληνικό κίνημα, αποτελώντας τμήμα της διεθνούς καλλιτεχνικής διάστασής του. Ο ανά χείρας τόμος αναδεικνύει τον πλούτο με τον οποίο οι ζωγράφοι χειρίστηκαν την ελληνική υπόθεση, αλλά και την επίδραση που είχε το έργο τους στο ευρωπαϊκό κοινό. Ντελακρουά, Χάγιετς, Λιπαρίνι, Κρατζάισεν και άλλοι εκπρόσωποι της ιστορικής ζωγραφικής δημιούργησαν αφηγηματικές σκηνές από τα πολεμικά γεγονότα της Επανάστασης, συχνά κοσμημένα με υπομνήσεις του αρχαιοελληνικού παρελθόντος, στηριγμένα σε στερεότυπα μοτίβα αλλά και πρωτότυπα στοιχεία, προσφέροντας έντονη συγκίνηση στους θεατές τους. H συγγραφέας του έργου, Ευγενία Δρακοπούλου (1959-2021), Διευθύντρια Ερευνών του ΙΙΕ/ΕΙΕ, που δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο, προσεγγίζει την εικονογραφική ιστορία του Αγώνα με μια νέα ματιά. Εντάσσει, αρχικά, τα έργα ζωγραφικής στο ιστορικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο των χωρών τους, στη διάρκεια του Αιώνα των Επαναστάσεων. Επίσης, μέσα από τους ίδιους τους πίνακες, σε συνδυασμό με τις διαθέσιμες γραπτές μαρτυρίες, αναζητά τις ιδεολογικές αντιλήψεις και τις πολιτικές θέσεις των δημιουργών τους, καθώς και τις επιλογές και τους στόχους των παραγγελιοδοτών και των αγοραστών τους. Τέλος, αναδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους τα έργα που μελετά χρωματίζουν την ιστορική επικαιρότητα, αγγίζουν διαχρονικές κοινωνικές δομές και προκαλούν βαθύτερα συναισθήματα, επιτυγχάνοντας έτσι να λειτουργήσουν ως σύμβολα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελευθερίας και μετά το τέλος της Επανάστασης, μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

 

Ελισάβετ Αρσενίου (επιμ.), Ο Νίκος Εγγονόπουλος και η Επανάσταση του 1821, Βιβλιόραμα

«Ποιητή ιστορικό και καβαφικά ελληνικό, διαφωτιστικό και διασπορικό» χαρακτηρίζει η Ελισάβετ Αρσενίου τον Νίκο Εγγονόπουλο στο εισαγωγικό της κείμενο (με τίτλο: «Ύδρα ή “Πώς δει ιστορίαν συγγράφειν”») στον ανά χείρας συλλογικό τόμο, στον οποίο περιλαμβάνονται ανακοινώσεις από την ομότιτλη ημερίδα που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στόχος της ημερίδας ήταν, με αφορμή το βιβλίο του Κώστα Βούλγαρη Ο Κολοκοτρώνης ωραίος σαν Μπολιβάρ. Ο Νίκος Εγγονόπουλος απέναντι στον μακρυγιαννισμό (Βιβλιόραμα, 2021), να διερευνήσει την κριτική αντιμετώπιση των συμβατικών αφηγήσεων περί Ελληνικής Επανάστασης, από έναν ποιητή και ζωγράφο εν πολλοίς ανεξιχνίαστο, όσον αφορά τον εναλλακτικό πολιτικό και καλλιτεχνικό λόγο που διαμορφώνει στο έργο του. Σύμφωνα με τον Κώστα Βούλγαρη, «αυτή η συζήτηση είναι μια διαδικασία απελευθέρωσης του Εγγονόπουλου από τον “Εγγονόπουλο” σε εισαγωγικά, που διαβάζαμε και βλέπαμε μέχρι τώρα», η οποία μπορεί πλέον να ξεκινήσει, «τώρα που ο Μπολιβάρ και η μέθοδος του Εγγονόπουλου ξεκλειδώθηκαν», αποκαλύπτοντας τον χαρακτήρα του έργου του, ως λαϊκό και πολιτικό. Στον τόμο περιλαμβάνονται κείμενα των Ελισάβετ Αρσενίου («Η κύλιση των ονομάτων στον επαναστατικό Εγγονόπουλο»), Κώστα Βούλγαρη «Νίκος Εγγονόπουλος: ζώον ιστορικόν, ποιητής πολιτικός», Νίκου Θεοτοκά («Όταν οι ιδεολογίες γεννούν τους προγόνους»), Γιάννη Κονταράτου («Το εικαστικό ρεπερτόριο του Εγγονόπουλου»), Νίκου Μαυρέλου («Ροΐδης και Εγγονόπουλος: η λογοτεχνία και το ιστορικό αφήγημα της ελληνικότητας εν μέσω “εμφυλίων”»), Στέφανου Ροζάνη («Ο Εγγονόπουλος του Κώστα Βούλγαρη»), Γιάννη Σταυρακάκη («Ο Νίκος Εγγονόπουλος ως κριτικός του λαϊκισμού, η ελληνική επανάσταση και ο Σιμόν Μπολίβαρ»), Χρήστου Χατζηιωσήφ («Επανάσταση και Εμφύλιος»), Κώστα Χριστόπουλου («Ο Νίκος Εγγονόπουλος και η νεοελληνική σύνθεση»), καθώς και οι χαιρετισμοί των Νικόλαου Τρανού (ΑΣΚΤ) και Μαριάννας Ψύλλα (Πάντειο Πανεπιστήμιο).

 

Αθηνά Κακούρη, Αλφαβητάρι νεοελληνικής ιστορίας, Καπόν

Ένα λεξικό, τα λήμματα του οποίου αφηγούνται την πρώτη πεντηκονταετία του ελεύθερου εθνικού βίου (1821-1862), αποτελεί το Αλφαβητάρι της Αθηνάς Κακούρη, μιας συγγραφέως με μακρά λογοτεχνική πορεία στα ελληνικά γράμματα, αλλά και έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία, καθώς πολλά από τα μυθιστορήματά της έχουν ιστορικό υπόβαθρο, το οποίο μάλιστα αφορά τον ελληνικό 19ο αιώνα. Έχοντας ήδη καταθέσει την προσέγγισή της για την Επανάσταση του 1821 στη μελέτη της 1821: Η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε (Πατάκης, 2013), εδώ ξαναπιάνει το νήμα που οδηγεί από την Επανάσταση στον Καποδίστρια και από εκεί στον Όθωνα, προσφέροντας, μέσα από τα θεματικά λήμματα που συνθέτει, ένα εκλαϊκευμένο πανόραμα του 1821 και όσων ακολούθησαν. Η συγγραφέας δεν κρύβει τις προσωπικές της συμπάθειες, απέναντι στα πρόσωπα τόσο του Καποδίστρια όσο και του Όθωνα. Ωστόσο, η αφηγηματική της δεινότητα, που υποστηρίζεται εύστοχα από την πλούσια και ζωντανή εικονογράφηση, καταφέρνει να συγκροτήσει ένα ανάγνωσμα που αποτυπώνει σε αδρές γραμμές καθεμιά από τις τρεις πρώτες φάσεις εξέλιξης του νεότερου ελληνικού κράτους. Στα λήμματά του, το Αλφαβητάρι εξετάζει θέματα όπως: Τι κερδήθηκε και τι δεν κατορθώθηκε με την Επανάσταση του 1821; Από τους πολιτικούς και τους προύχοντες, τους στρατιωτικούς, την Εκκλησία, ποιοι έχασαν και ποιοι κέρδισαν επί  Όθωνος; Ποιο ήταν το όραμα του βαυαρού βασιλιά για την Ελλάδα και πώς το αντιμετώπισαν οι Έλληνες; Ποιο ρόλο έπαιξαν ο καθολικισμός του Όθωνα και η ατεκνία του βασιλικού ζεύγους στην αστάθεια του πολιτεύματος; κ.λπ.

 

Κ. Μπότσιου – Σ. Ριζάς (επιμ.), 1821: Από την Επανάσταση στο κράτος, Παπαδόπουλος

Τις προσδοκίες των επαναστατημένων Ελλήνων, τόσο εκείνες που πραγματώθηκαν όσο και εκείνες που διαψεύστηκαν, επιχειρεί να διερευνήσει ο ανά χείρας συλλογικός τόμος, εξετάζοντας μια μακρά περίοδο, που εκτείνεται από την ίδρυση του νεαρού βασιλείου μέχρι το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Για τους συγγραφείς του τόμου, η Μεγάλη Ιδέα αποτέλεσε τον «επιταχυντή» μιας σειράς εκσυγχρονιστικών και αναπτυξιακών διαδικασιών, καθώς χωρίς αυτές θα ήταν αδύνατον να υπηρετηθεί η προσδοκία της ενσωμάτωσης ολόκληρου του έθνους μέσω της εδαφικής επέκτασης του κράτους. Έτσι, μια σειρά μετασχηματισμών και προσαρμογών πραγματοποιούνται, τόσο στο θεσμικό επίπεδο και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, η οποία όφειλε να αντισταθμίζει τα ελλείμματα της άμυνας, όσο και σε εκείνο της οικονομίας, της στρατιωτικής προετοιμασίας και της ασφάλειας, της παιδείας, της δημόσιας υγείας. Οι δώδεκα ιστορικοί που συνέγραψαν τα αντίστοιχα κεφάλαια του τόμου εξετάζουν, μέσα από αυτήν την οπτική, μια σειρά συναφών θεμάτων, όπως η ταυτότητα του κράτους (Κ. Κωστής), οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί και η εφαρμογή του κοινοβουλευτισμού (Σ. Ριζάς), η αποστασιοποίηση από τους βαλκάνιους γείτονες και ανταγωνιστές (Κ. Μπότσιου) και η έννοια του Έλληνα (Ε. Βόγλη), ο στρατός και η Μεγάλη Ιδέα (Δ. Μαλέσης), η φορολογία ως μέσο δημιουργίας εθνικής οικονομίας (Α. Συρμαλόγλου, Μ. Ψαλιδόπουλος), η διαμόρφωση της ηγεσίας (Γ. Καλπαδάκης), η επιρροή των Μεγάλων Δυνάμεων (Μ. Κούμας), η αποστολή του πανεπιστημίου (Θ. Χρήστου), οι στόχοι του συστήματος υγείας (Θ. Μπαρλαγιάννης) και η οργάνωση της εσωτερικής ασφάλειας (Ν. Αναστασόπουλος). Κεφάλαια τα οποία αποτιμούν, το καθένα στο πεδίο του, τη συνάφεια των μετασχηματισμών που αναλύουν με τις επιδιώξεις των ομάδων που ενώθηκαν κάτω από το λάβαρο της Επανάστασης.

 

Γιάννης Τσιώμης, Η Αθήνα ξένη στον εαυτό της: Η γέννηση μιας νεοκλασικής πρωτεύουσας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

«Να καταλάβουμε την επινόηση της Αθήνας»: Αυτό προσπάθησε να επιτύχει, από τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα και στο Παρίσι μέχρι και λίγο πριν τον θάνατό του, όταν προετοίμαζε την έκδοση αυτού του βιβλίου, ο αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και ιστορικός των πόλεων Γιάννης Τσιώμης (1944-2018). Το κεντρικό ερώτημα που θέτει αφορά τη  σχέση ανάμεσα στη συγκρότηση του εθνικού κράτους και την ίδρυση της πρωτεύουσας πόλης του, και μαζί με αυτό όλων των πολιτισμικών μεταβιβάσεων, της εξαγωγής και του ενοφθαλμισμού γνώσεων, της εισαγωγής πολεοδομικών και πολιτικών προτύπων, των απορρίψεων και των αντιστάσεων… Πρόκειται για μια διαδικασία διαρκώς ενεργή, που εξακολουθεί να μας προβληματίζει μέχρι σήμερα. Η εκτεταμένη μελέτη του (296 μεγάλου σχήματος σελίδες, πλούσια εικονογραφημένες) επιχειρεί να αποτυπώσει ένα εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, από το 1830 έως το 1834, κατά το οποίο ιδρύθηκε η νέα Αθήνα. Για να το επιτύχει, ακολουθεί αρχικά τη διαδρομή των ιδεών, των γνώσεων και των προσώπων που συνετέλεσαν στη γέννηση αυτής της «ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής υπόθεσης», εστιάζοντας στην προσαρμοστικότητα των ιδεών και των τεχνικών στις νέες συνθήκες. Σε δεύτερη φάση, εξετάζει τον πολλαπλό αντίκτυπο αυτών των μεταβιβάσεων στον ελληνικό χώρο των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων και τη βία που χρειάστηκε να ασκηθεί στον χώρο και την οργάνωσή του, αλλά και στον πληθυσμό, ώστε να «ξηλωθεί» η οργάνωση του χώρου που ίσχυε στην πρώην οθωμανική επαρχία. Ο συγγραφέας επιχειρεί να διασαφηνίσει για τον αναγνώστη του τι σήμαινε για τη χώρα η εισαγωγή όλων αυτών των νέων τεχνικών, της νέας αισθητικής και των νέων ρυθμών, των πρωτάκουστων κανόνων και προτύπων. Στο τελευταίο μέρος, ασχολείται με την επιλογή και την ίδρυση της πρωτεύουσας, η οποία πέρασε απ’ όλο το φάσμα σχέσεων ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Εξετάζεται εξαντλητικά, με «αρχαιολογικές» μεθόδους, το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης, των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, ένα συναρπαστικό τεκμήριο που αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο συνελήφθη και σχεδιάστηκε η πρωτεύουσα, έναν τρόπο με τον οποίο το φαντασιακό κατασκευάζει το πραγματικό και το πραγματικό εμπνέει το φαντασιακό. Η μελέτη του Γιάννη Τσιώμη αποτελεί σημαντική συμβολή στη συζήτηση για τα 200 χρόνια της Επανάστασης, καθώς μέσα από την ίδρυση της νέας πρωτεύουσας αναλύει καίρια ζητήματα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

 

Σωτηρούλα Βασιλείου, Ανταμοιβές των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, 1828-1844, Παπαδόπουλος

Το ζήτημα των ανταμοιβών των συντελεστών της Επανάστασης τέθηκε αμέσως μετά το τέλος της – στην πραγματικότητα, πριν ακόμη τελειώσουν οι μάχες και οριοθετηθεί το νέο κράτος. Ποιοι και πώς θα αποζημιωθούν ήταν ένα ανοιχτό ζήτημα, αντικείμενο διαρκούς διαπραγμάτευσης, κάποτε και manu militari, ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους και το κράτος. Το ίδιο διαπραγματεύσιμος και ευέλικτος ήταν ο ορισμός του «αγωνιστή» της Επανάστασης, που σταδιακά κατέληξε να περιλαμβάνει σχεδόν τους πάντες, αυτόχθονες και ετερόχθονες, Έλληνες και φιλέλληνες, στρατιωτικούς και πολιτικούς, πολεμιστές και πολεμοπαθείς… Η ανά χείρας μελέτη επικεντρώνεται σε αυτό το «εργαστήρι» των πολιτικών ανταμοιβών, κατά τη μετεπαναστατική περίοδο (1828-1844), παρουσιάζοντας διεξοδικά τα κύρια μέσα υλικής και ηθικής επιβράβευσης που προσέφερε η ελληνική πολιτεία στους αγωνιστές, αλλά και τον τρόπο που αυτές οι πολιτικές έγιναν πρόκριμα για ανταμοιβές και σε μεταγενέστερους πολέμους του έθνους. Στις σελίδες της παρουσιάζεται η εξέλιξη της αποκατάστασης των αγωνιστών κατά την καποδιστριακή περίοδο και αυτήν που ακολούθησε τη δολοφονία του, ενώ εξετάζεται και η προϊστορία του ζητήματος. Στη συνέχεια, πραγματεύεται την πολιτική της Αντιβασιλείας, προκειμένου να προσεταιριστεί τους ηγέτες και να θέσει υπό τον έλεγχό της τους απλούς αγωνιστές. Συστηματικότερα, οι πολιτικές ανταμοιβών εκδιπλώνονται την περίοδο 1835-1837, για να ακολουθήσει η μεταρρύθμισή τους προκειμένου να συγκρατηθεί το δημοσιονομικό κόστος. Τέλος, οι σχετικές δυσαρέσκειες προκάλεσαν ζυμώσεις που θα οδηγήσουν στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Στην παρούσα μελέτη εξετάζονται επίσης αναλυτικά οι περί ανταμοιβών συζητήσεις, νόμοι και ψηφίσματα, αλλά και η πορεία υλοποίησής τους, ενώ, τέλος, επιχειρείται η ανασύσταση της κοινωνίας των αγωνιστών, όπως διαμορφώθηκε μετεπαναστατικά, μέσα από τα αιτήματα, τις απολαβές και την κρατική πολιτική.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:  Όλα τα βιβλία τα βρίσκετε στα Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης πατώντας στον τίτλο

 

Προηγούμενο άρθροΣτο δάσος των εξαιρετικών βιβλίων πριν εκπνεύσει το 2021 (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροΠώς η ανάγκη γίνεται ιστορία. Πώς η ιστορία γίνεται σιωπή (της Μαρίας Μποντίλα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here