Είκοσι ένα + ένα βιβλία για το Εικοσιένα, Νο 4 (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
1675

 

 

του Σπύρου Κακουριώτη

 

Απέχοντας μια ανάσα από την 25η Μαρτίου, σημαντικές καινούργιες μελέτες κάνουν την εμφάνισή τους, ελπίζοντας δικαίως ότι θα συγκεντρώσουν το ενδιαφέρον των έγκλειστων αναγνωστών. Όλα δείχνουν πως η έκδοση νέων τίτλων με αφορμή τη δισεκατονταετηρίδα θα συνεχιστεί μέσα στη χρονιά, καθώς οι σχεδιασμοί προσαρμόζονται στα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας και ήδη έτοιμα βιβλία μεταθέτουν την εμφάνισή τους σε ευθετότερο χρόνο. Συνεπώς, η συγκομιδή νέων εκδόσεων που ακολουθεί δεν θα είναι κι η τελευταία…

 

Gunnar Hering, Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία και ο φιλελληνισμός, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε ένα γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας, που είχε ισχυρότατο αντίκτυπο στην Ευρώπη και την Αμερική, ξεσηκώνοντας κύματα συμπάθειας που ανάλογα δεν εκδηλώθηκαν προς κανέναν άλλο λαό που επιζητούσε την εθνική του χειραφέτηση. Οι λόγοι γι’ αυτήν την πρωτοφανή σε εύρος αλληλεγγύη προς τους επαναστατημένους Έλληνες είναι ευεξήγητοι: η εξοικείωση με τον πολιτισμό της ελληνικής αρχαιότητας, οι ιδέες του Διαφωτισμού, αλλά και η αυθόρμητη στήριξη προς έναν χριστιανικό λαό που εξεγέρθηκε εναντίον των αλλόπιστων δυναστών του ήταν τα προφανή κίνητρα. Ταυτόχρονα, ο ελληνικός αγώνας για ανεξαρτησία επηρέαζε τις γεωπολιτικές ισορροπίες και εντασσόταν στο διεθνές διπλωματικό παίγνιο της εποχής. Αυτό το ευρύ φάσμα εκδηλώσεων συμπαράστασης προς τους εξεγερμένους Έλληνες καλύπτει ο όρος «φιλελληνισμός». Η ανά χείρας μελέτη του γερμανού ιστορικού και ελληνιστή, αλλά και γνήσιου, εν τοις πράγμασι, φιλέλληνα, Gunnar Hering, που αποτέλεσε την κατακλείδα της επιστημονικής συνεισφοράς του (εκδόθηκε ως κεφάλαιο συλλογικού τόμου το 1994, λίγους μήνες πριν τον πρόωρο θάνατό του), αποτελεί μια γενική επισκόπηση της φιλελληνικής κίνησης στην Ευρώπη και την Αμερική. Με συνθετική προσέγγιση, κάτι που χαρακτηρίζει το σύνολο του ερευνητικού του έργου, ο Hering, ορίζοντας αρχικά τα ιστορικά συμφραζόμενα, επιχειρεί την απογραφή των στόχων και των ιδεολογικών θέσεων που συνδιαμόρφωσαν τη βάση του φιλελληνισμού, εξετάζει την οργάνωση και τις μορφές καθοδήγησής του, αναλύει τις κοινωνικές καταβολές όλων αυτών των ανθρώπων που στρατεύτηκαν στη φιλελληνική κίνηση και επισκοπεί τα ιστορικά, λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα που συνδέονται με τη φιλελληνική δράση. Στόχος του είναι να αναδείξει τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του κινήματος, ανασκευάζοντας μονοδιάστατες ερμηνείες, με χαρακτηριστικότερη εκείνη που το συνδέει με μια απλοϊκή αρχαιολατρία.

Βρες το εδώ

 

Γιάννης Μηλιός, 1821: Ιχνηλατώντας το έθνος, το κράτος και τη Μεγάλη Ιδέα, Αλεξάνδρεια

Μια «έρευνα στο παρελθόν του παρόντος», όπως τη χαρακτηρίζει, μια αυστηρά μαρξιστική ανάλυση της διαμόρφωσης του ελληνικού έθνους και της οικοδόμησης του ελληνικού αστικού κράτους, αλλά και της κληρονομιάς της Επανάστασης και των ιδεολογικών της χρήσεων μέχρι σήμερα, διεξάγει ο μαρξιστής οικονομολόγος Γιάννης Μηλιός σε αυτή τη μελέτη του για την Επανάσταση του 1821. Αρχικά εξετάζει την αποτυχία της εξέγερσης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, διατυπώνοντας ερωτήματα σχετικά το ποια ήταν η Ελλάδα και τα όριά της την εποχή του Διαφωτισμού, θέτοντας ένα θεωρητικό πλαίσιο κατανόησης του έθνους, αλλά και αναλύοντας τις διαδικασίες που οδήγησαν ένα τμήμα των χριστιανών «Ρωμαίων» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην εθνική πολιτικοποίηση, δηλαδή στον μετασχηματισμό τους σε Έλληνες και στην απαίτηση για ένα ανεξάρτητο εθνικό κράτος. Στη συνέχεια, εξετάζεται η οικοδόμηση του ρεπουμπλικανικού συνταγματικού κράτους (1821-1827) και η αντικατάστασή του από τη «βοναπαρτική δικτατορία» του Καποδίστρια και την απόλυτη μοναρχία. Εδώ αναλύονται οι συνταγματικοί δημοκρατικοί θεσμοί, οι κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις και οι εμφύλιοι πόλεμοι, η δυσμενής εξέλιξη του πολέμου μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, η de facto αναγνώριση του ελληνικού κράτους με τα εξωτερικά δάνεια και οι παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Ακόμη, παρουσιάζοντας τους βασικούς καπιταλιστικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, η Επανάσταση και το κράτος της εξετάζεται ως σημείο μη επιστροφής στη διαδικασία εμπέδωσης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Τέλος, τα τελευταία κεφάλαια της πραγμάτευσης αφιερώνονται στην κληρονομιά της Επανάστασης και στην εκβολή της στη Μεγάλη Ιδέα της «ελληνοποίησης» της Ανατολής, αλλά και στις ιδεολογικές χρήσεις της στη διάρκεια των δύο αιώνων ύπαρξης του ελληνικού κράτους, εξετάζοντας κριτικά μια σειρά από ερμηνείες για το ελληνικό έθνος και την Επανάσταση που κυριάρχησαν και κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο της χώρας.

Βρες το εδώ

 

Αντώνης Λιάκος (επιμ.), 1821: Διακόσια χρόνια ιστορίας. Η δημοκρατική παράδοση, Θεμέλιο

Μιλώντας ή διαβάζοντας για την Ελληνική Επανάσταση, σπανίως συνειδητοποιούμε ότι η Ελλάδα είναι μία από τις λίγες χώρες που ιδρύθηκαν μέσα από τη φωτιά της επανάστασης –σε αυτό προσομοιάζει μάλλον στην εμπειρία των χωρών της αμερικανικής ηπείρου παρά σε εκείνη των ευρωπαϊκών. Αυτή η επανάσταση δημιούργησε έναν διαφορετικό τύπο πολιτείας από εκείνες που είχαν υπάρξει τους προηγούμενους αιώνες· μεταμόρφωσε έναν λαό σε έθνος, γέννησε πολίτες, δημιούργησε έναν καινούργιο κόσμο, ο οποίος επαγγελλόταν τη λαϊκότητα, την ισότητα, τη δημοκρατία. Η γενέθλια πράξη της νέας Ελλάδας ουδέποτε αμφισβητήθηκε, ούτε θεωρήθηκε πηγή παραμορφώσεων και δεινών, όπως συνέβη σε άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς, που επίσης διαμορφώθηκαν μέσα από επαναστάσεις. Τι σημαίνει αυτό για τη συνείδηση των πολιτών αλλά και για την πολιτική κουλτούρα; Με τα ερωτήματα αυτά καταπιάνονται τα 14+1 κείμενα για την Επανάσταση του 1821 και τις κληρονομιές της, που συγκεντρώνονται στον μικρό αυτό τόμο, εξετάζοντας, αφενός, την ίδια την Επανάσταση και τα προβλήματα που μας θέτει και, αφετέρου, τις δημοκρατικές της υποθήκες για το παρόν και το μέλλον. Ο τόμος ολοκληρώνεται με τον διάλογο των ιστορικών Αντώνη Λιάκου και Δημήτρη Αρβανιτάκη για την «γενέθλια» στιγμή της Επανάστασης, όταν η ίδια η Γαλλική Επανάσταση φτάνει στις ακτές του Ιονίου ανάβοντας πυρκαγιές. Τα κείμενα του τόμου, γραμμένα από έγκυρους ιστορικούς και κοινωνικούς επιστήμονες (Σία Αναγνωστοπούλου, Πολυμέρης Βόγλης, Νίκος Θεοτοκάς, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Χριστίνα Κουλούρη, Παντελής Κυπριανός, Αντώνης Λιάκος, Νίκος Μουζέλης, Αριστείδης Μπαλτάς, Πόπη Πολέμη, Μαρία Ρεπούση, Γιάννης Σταυρακάκης, Γιώργος Σωτηρέλης, Δημήτρης Χριστόπουλος), φιλοξενήθηκαν στην εφημερίδα Αυγή, στο πλαίσιο του αφιερώματός της στα 200 χρόνια της Επανάστασης.

Βρες το εδώ

 

Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Εσωτερικές έριδες και διενέξεις στα χρόνια του Αγώνα, Μεταίχμιο

Κάθε επανάσταση είναι ταυτόχρονα και εμφύλιος πόλεμος. Ως γνήσια επανάσταση, η ελληνική δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτόν τον κανόνα. Δύο εμφύλιοι πόλεμοι αποτελούν την κορύφωση των εσωτερικών κοινωνικών κ.ά. ανταγωνισμών, που λίγο έλειψε να στοιχίσουν την ίδια την κατάληξη του Αγώνα. Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της ενέργειας των επαναστατημένων ξοδεύτηκε στις μεταξύ τους διενέξεις δεν οφείλεται στο ότι «είμαστε οι εφευρέτες του καβγά», ούτε η «διχόνοια» αποτελεί αφ’ εαυτής κάποιο ερμηνευτικό εργαλείο. Οι λόγοι υπήρξαν πολλοί και οι ενδοελληνικές συγκρούσεις αναπόδραστες, όπως σημειώνει και ο συγγραφέας της συνοπτικής αυτής μελέτης, που εντάσσεται στη σειρά «200 χρόνια από την Επανάσταση: Τα καθοριστικά ζητήματα». Κοινωνικοί ανταγωνισμοί διαπερνούν την επαναστατική προσπάθεια ήδη από την περίοδο της δράσης της Φιλικής Εταιρείας. Σε αυτούς θα προστεθούν σύντομα, ειδικά μετά τις πρώτες επιτυχίες, οι τοπικές αντιπαλότητες, οι προσωπικές φιλοδοξίες, η διαφορετική στάση απέναντι σε έναν κόσμο που μεταβαλλόταν ραγδαία καθώς εισερχόταν στη νεωτερικότητα και βρισκόταν υποχρεωμένος να συνδιαλλαγεί με τους καινοφανείς μηχανισμούς του συγκεντρωτικού κράτους. Η ροή χρημάτων από το εξωτερικό δεν υπήρξε καθοριστικός παράγοντας, έδωσε όμως ξεχωριστή ένταση, μορφή και διάρκεια στις συγκρούσεις του 1823-1825, εξαγοράζοντας συνειδήσεις, αλλοιώνοντας συμπεριφορές, επιδαψιλεύοντας τίτλους και αξιώματα, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, τονίζοντας ότι αυτές θα συνεχιστούν τουλάχιστον μέχρι την έλευση του Όθωνα.

Βρες το εδώ

 

Βασιλική Λάζου, 1821: Γυναίκες και Επανάσταση, Διόπτρα

«Οι ιστορίες των γυναικών είναι σιωπηρές», σημειώνει στην εισαγωγή της μελέτης της η συγγραφέας. Η φωνή τους ελάχιστα ακούγεται –κι όταν ακούγεται, είναι διαμεσολαβημένη από τους άντρες που έγραψαν γι’ αυτές. Αν η παρατήρηση αυτή έχει μια γενικότερη ισχύ, στην περίπτωση των πολεμικών συγκρούσεων ισχύει ακόμη περισσότερο· τότε οι γυναίκες, μαζί με τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, μεταβάλλονται στους αδύναμους κρίκους. Σε αυτά τα αχαρτογράφητα, πλην εξαιρέσεων, νερά επιχειρεί να πλοηγηθεί η ιστορικός Βασιλική Λάζου, αναζητώντας τα ίχνη των γυναικών και των διαδρομών τους κατά τη διάρκεια της μετάβασης από τον οθωμανικό κόσμο στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Μέσα από έναν μεγάλο όγκο κειμένων, γραμμένων από άντρες στη συντριπτική τους πλειονότητα, αφού τα τεκμήρια που άφησαν οι ίδιες οι γυναίκες είναι ελάχιστα, από περιηγητικές αφηγήσεις και απομνημονεύματα μέχρι δημόσια έγγραφα, υπομνήματα, εκκλήσεις, ανασύρει τις ανώνυμες πρωταγωνίστριές της πίσω από τόνους συντηρητικής εικονογραφίας ανδρικού ηρωισμού. Τις παρακολουθεί από τα προεπαναστατικά χρόνια, αλλά και στην προετοιμασία του Αγώνα, μέσα από την έντονη μορφωτική και πολιτιστική δράση που αναλαμβάνουν, στον απόηχο του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, Φαναριώτισσες και γυναίκες της αναδυόμενης αστικής τάξης. Μέσα από μια ποικιλία πηγών διερευνά τη συμμετοχή τους στον Αγώνα, την επικουρική και ενίοτε την πολεμική τους δραστηριότητα, αλλά και τον ρόλο τους ως «λάφυρο», καθώς χριστιανές και μουσουλμάνες αντιμετωπίστηκαν ως λεία πολέμου προς εκμετάλλευση και εμπόρευμα για προσπορισμό κέρδους. Αλλά εξίσου μελετά κι εκείνες που με τις πράξεις τους βγήκαν από την αφάνεια, ξεπερνώντας τα κοινωνικά όρια του φύλου τους, όπως η Μπουμπουλίνα και η Μαντώ Μαυρογένους. Τέλος, με φόντο τις πρώτες προσπάθειες συγκρότησης του ελληνικού κράτους, θίγονται ζητήματα μέριμνας των χιλιάδων εξαθλιωμένων προσφύγων, των ηθικών αμοιβών και των συντάξεων για τις χήρες των αγωνιστών, της γυναικείας εκπαίδευσης και της απουσίας των γυναικών από την πολιτική ζωή και τα πολιτειακά κείμενα του Αγώνα.

Βρες το εδώ

 

Κυριάκος Χατζηκυριακίδης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα: Η καπετάνισσα της Ελληνικής Επανάστασης, Μεταίχμιο

Στη γνωστότερη και δημοφιλέστερη γυναικεία φυσιογνωμία του Αγώνα αφιερώνεται η μελέτη αυτή, που επιχειρεί να συνθέσει μια συνοπτική βιογραφία της σπετσιώτισσας καπετάνισσας, μέσα από πρωτογενείς αρχειακές πηγές αλλά και την πλούσια βιβλιογραφία που της έχει αφιερωθεί. Στις σελίδες της παρουσιάζονται συνοπτικά οι Σπέτσες και η κοινωνία τους, η συμμετοχή των σπετσιωτών στα Ορλωφικά και η στάση τους την πεντηκονταετία που μεσολάβησε έως την Επανάσταση. Στη συνέχεια ο συγγραφέας εστιάζει στην ηρωίδα του, στους δύο γάμους από τους οποίους παρέμεινε χήρα, αλλά και την ανάληψη της ευθύνης για τα καράβια του Μπούμπουλη, του δεύτερου συζύγου της, από τον οποίο πήρε και το παρανόμι «Μπουμπουλίνα». Η μύηση στην Επανάσταση, η συμμετοχή της με πλοία και χρήματα στον αγώνα στη θάλασσα, αλλά και η παρουσία της στην πολιορκία και τη λαφυραγώγηση της Τριπολιτσάς στο πλευρό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη παρουσιάζονται εκτενώς, όπως και η δυσμένεια στην οποία θα περιπέσει λόγω της εξ αγχιστείας συγγένειάς της με τον Γέρο του Μοριά κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων και, τελικά, ο άδοξος θάνατός της. Η βιογράφηση της Μπουμπουλίνας ολοκληρώνεται με τις ιστοριογραφικές και μνημονικές αναπαραστάσεις της, αλλά και τη διαχείριση της μνήμης της από τη λογοτεχνία, το θέατρο κ.λπ. Ο τόμος εντάσσεται στη σειρά «200 χρόνια από την Επανάσταση: Οι πρωταγωνιστές», στην οποία έχουν ήδη κυκλοφορήσει και οι βιογραφίες του Ιωάννη Καποδίστρια (από τους Θάνο Βερέμη και Ιάκωβο Μιχαηλίδη) και του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (από τον Αθανάσιο Συροπλάκη).

Βρες το εδώ

 

Δημήτρης Κυρτάτας (επιμ.), Θεόφιλος Καΐρης, Το Ημερολόγιο του Ολύμπου, Gutenberg

Το ημερολόγιο που κράτησε ο ανδριώτης λόγιος και αγωνιστής Θεόφιλος Καΐρης, συμμετέχοντας στην πολεμική εκστρατεία των επαναστατημένων χριστιανών στον Όλυμπο, από τον Μάρτιο έως και τον Μάιο του 1822, στην οποία και τραυματίστηκε, αποτελεί το βασικό κείμενο που συγκροτεί τον μικρό αυτό τόμο που επιμελείται ο ανδριώτης καθηγητής αρχαίας ιστορίας Δημήτρης Κυρτάτας και εξέδωσε η Καΐρειος Βιβλιοθήκη, σε συνεργασία με τις εκδόσεις Gutenberg. Στο ημερολόγιο καταγράφονται σχεδόν καθημερινά οι μάχες, οι απώλειες, οι πορείες και οι συνθήκες διαβίωσης  κατά τη διάρκεια της εκστρατείας αυτής, που διοργανώνεται προκειμένου να υποστηριχθεί η επανάσταση που είχε ξεσπάσει τον Φεβρουάριο του 1822 στον Όλυμπο και τη Δυτική Μακεδονία. Ο τόμος συμπληρώνεται με το «Προτρεπτικό λογύδριο προς Κυδωνιάτες πρόσφυγες», προκειμένου να επιτύχει την ένταξή τους σε στρατιωτικό σώμα υπό την ηγεσία του, καθήκον που του ανατέθηκε από τη Διοίκηση μόλις επέστρεψε στην Πελοπόννησο. Επίσης, περιλαμβάνεται μία ακόμη επιστολή, προς τον νονό και θείο του Σωφρόνιο Καμπανάκη, καθώς και το ημερολόγιο που κράτησε είκοσι χρόνια αργότερα, το 1842, καθ’ οδόν προς την εξορία του στην Αγγλία, όπου οδηγήθηκε καταδικασμένος ως αιρετικός από την ελληνική πολιτεία και την Ιερά Σύνοδο, αλλά και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στον τόμο προλογίζει η διαχειρίστρια του αρχείου της οικογένειας Καΐρη, Ειρήνη-Ευανθία Καΐρη-Γιαννουλοπούλου, ενώ στην εισαγωγή και στο επίμετρό του ο Δημήτρης Κυρτάτας εντάσσει τις ημερολογιακές καταγραφές στο ιστορικό και πνευματικό πλαίσιο της εποχής, παραθέτοντας και τα βασικά ιστορικά δεδομένα της σχετικά άγνωστης εκστρατείας στον Όλυμπο.

Βρες το εδώ

 

Χρήστος Βυζάντιος, Ιστορία του τακτικού στρατού, 1821-1833, Ίδρυμα της Βουλής

Μια εκτενής «ιστορία των κατά την ελληνικήν επανάστασιν εκστρατειών και μαχών και των μετά ταύτα συμβάντων ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833 μεταγραφείσα μετά πλείστων όσων ιστορικών γεγονότων», όπως διευκρινίζει ο υπότιτλος, αποτελεί το έργο του κωνσταντινουπολίτη Χρήστου Βυζάντιου (1804-1877). Σε ηλικία μόλις 19 ετών, ο συγγραφέας ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα και πολέμησε στο Ναύπλιο, την Κάρυστο, το Χαϊδάρι, την Ακρόπολη, τη Χίο και αλλού ως μέλος του νεοσύστατου και ολιγάριθμου τακτικού στρατού, στον οποίο συμμετέχουν κυρίως νεήλυδες από διάφορα μέρη της Τουρκίας –αυτοί που μετά την ίδρυση κράτους θα αποκληθούν «ετερόχθονες». Στις σελίδες του καταγράφονται όχι μονάχα οι μάχες στις οποίες έλαβε μέρος το σώμα αυτό, αλλά και όλες οι προσπάθειες που κατέβαλαν ο Υψηλάντης και ο Μαυροκορδάτος για τη συγκρότηση και την ενδυνάμωσή του, ώστε να αποτελέσει έναν ενδεχόμενο αντίπαλο πόλο απέναντι στους οπλαρχηγούς, που αντιμετώπισαν απαξιωτικά το σώμα του τακτικού στρατού, το οποίο δεν θεωρούσαν «εθνικό», ακριβώς γιατί τα μέλη του ήταν «ετερόχθονες». Ο Βυζάντιος, από τη μεριά του, χωρίς να μειώνει τη συμβολή των ατάκτων στον Αγώνα, για τους οποίους θεωρεί ότι αποτελούσαν «ολόκληρον το έθνος μετασχηματισθέν εις στρατόν», πίστευε ακράδαντα ότι μόνον ένας «ωργανισμένος» στρατός θα μπορούσε να υπηρετήσει την εθνική ιδέα και την απελευθέρωση των «υποδεδουλωμένων λαών». Γι’ αυτήν πολέμησε κι ο ίδιος μετεπαναστατικά, παρά τη μεγάλη πλέον ηλικία του, συμμετέχοντας στις εξεγέρσεις κατά των Οθωμανών στη Θεσσαλία το 1854, στην Κρήτη το 1866 και στη Σερβία το 1877, όπου και βρήκε τον θάνατο από τις κακουχίες. Το έργο του εκδόθηκε αρχικά το 1837 και σε εκτενέστερη και αναθεωρημένη μορφή το 1874 και το 1901. Πρόκειται για μια σπάνια και πολύτιμη μαρτυρία για την Ελληνική Επανάσταση, η οποία επανεκδίδεται με επιμέλεια των ιστορικών Νίκου Θεοτοκά και Διονύση Τζάκη, στη σειρά «Κείμενα Μνήμης» του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

Βρες το εδώ

 

Σπυρίδων Πλουμίδης, «Ο ήχος των εν Ύδρα»: Ο Πόρος κατά την Ελληνική Επανάσταση, Παπαδήμας

Στη σκιά των γειτονικών του ναυτικών νησιών, ιδίως της Ύδρας, με τα οποία απετέλεσε, στις αρχές του 19ου αιώνα, μια νησιωτική ομοσπονδία, ο Πόρος είναι περισσότερο γνωστός για την αντικαποδιστριακή εξέγερση του Μιαούλη και την καταστροφή της ναυαρχίδας του ελληνικού στόλου, το 1831. Η πορεία του Πόρου και της νησιωτικής μικροκοινωνίας των ναυτών και των καραβοκυραίων του κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα μπορεί να ήταν ο «ήχος» (δηλαδή ο αντίλαλος) όσων συνέβαιναν «εν Ύδρα», όπως έλεγε ο πρωθυπουργός του Καποδίστρια Νικόλαος Σπηλιάδης, όμως για τον ιστορικό αποτελεί μια γόνιμη σκοπιά τοπικής ιστορίας, μέσα από την οποία μπορεί να φωτίσει από διαφορετική γωνία τόσο την ιστορία των ναυτικών νησιών των ακτών της Πελοποννήσου όσο και, ευρύτερα, τη γενική ιστορία του Αγώνα. Αξιοποιώντας πηγές που πρόσφατα ήρθαν στο φως, όπως είναι το αρχείο του Κ. Δουζίνα, το οποίο αποτελεί τον μοναδικό κοινοτικό και νοταριακό κώδικα του νησιού της υπ’ όψιν περιόδου, ο συγγραφέας εξετάζει την επίδραση του τέλους των Ναπολεοντείων Πολέμων στην οικονομία των νησιών του Αιγαίου, συντασσόμενος με τη γνωστή ερμηνεία για την καθοριστική συμβολή της προκληθείσας οικονομικής κρίσης στο ξέσπασμα της Επανάστασης. Στην παρούσα μελέτη ο συγγραφέας, μετά την παρουσίαση του τόπου, της κοινοτικής αυτοδιοίκησής του και του πληθυσμού του, των εμπορικών και ναυτιλιακών δραστηριοτήτων του, εξετάζει τη συμμετοχή των Ποριωτών στον Αγώνα, με γνωστότερο όλων τον οπλαρχηγό Χριστόδουλο Μέξη. Στη συνέχεια, μελετά το νησί ως κέντρο περίθαλψης και διανομής της αμερικανικής ανθρωπιστικής βοήθειας προς τους επαναστατημένους Έλληνες (1827-1828), ενώ, τέλος, διερευνά την ιστορία του στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, ως χώρο που φιλοξένησε τόσο την πρεσβευτική διάσκεψη του 1828 όσο και την κατάληψη του ναυστάθμου από την αντιπολίτευση στον κυβερνήτη, το 1831.

Βρες το εδώ

 

Τάσος Χατζηαναστασίου – Μαρία Κασιμάτη, Πολεμώντας το ’21, Εναλλακτικές Εκδόσεις

Να παρουσιάσουν τις σημαντικότερες συγκρούσεις του Αγώνα της Ανεξαρτησίας στη στεριά και τη θάλασσα μέσα από τις πηγές, όπως τονίζει ο υπότιτλος, επιδιώκουν οι δύο συγγραφείς, εκπαιδευτικοί με ειδίκευση στην ιστορία και τη φιλολογία, αντίστοιχα. Έντεκα πολεμικές συγκρούσεις, από τη μάχη στο Δραγατσάνι έως εκείνη στο Μανιάκι, περιλαμβάνονται στην αφήγησή τους, η οποία στηρίζεται σε πρωτογενείς πηγές, σε φιλολογικά τεκμήρια, αλλά και πλούσια βιβλιογραφία, ενώ, αντί για χάρτες, τα κείμενα συνοδεύουν τα εξαιρετικά και σχεδόν εξίσου κατατοπιστικά σχεδιαγράμματα του Νικόλα Δημητριάδη. Χωρίς να πραγματεύονται το θέμα τους με όρους στρατιωτικής ιστορίας, συνθέτουν μια αφήγηση που απευθύνεται στο ευρύ κοινό –οι ίδιοι αποκαλούν, κάπως υπερβολικά ίσως, «εγχειρίδιο εθνικής αυτογνωσίας» το έργο τους. Θέλοντας να αιτιολογήσουν την επιλογή τους να επικεντρώσουν σε αυτή την πτυχή του 1821, σημειώνουν ότι «η Επανάσταση ήταν Πόλεμος της Ανεξαρτησίας και ο πόλεμος είναι οι μάχες και οι ναυμαχίες που καθορίζουν κάθε φορά τις κινήσεις στο πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο». Οι συγγραφείς τονίζουν ότι η Επανάσταση αποτελεί ένα «σπουδαίο κατόρθωμα που πρέπει να προβάλλεται στις πραγματικές του διαστάσεις, χωρίς υπερβολές και χωρίς εξιδανικεύσεις»· η αφήγησή τους όμως, στα σημεία που πλησιάζει «αμφιλεγόμενες» περιοχές, φαίνεται να διακατέχεται από το άγχος της δικαιολόγησης. Αναφερόμενοι, π.χ., στις σφαγές αμάχων που συνόδευσαν την άλωση της Τριπολιτσάς, αναγνωρίζουν ότι επρόκειτο για «αγριότητες που, ωστόσο, ούτε ακυρώνουν το δίκιο του Αγώνα ούτε αντισταθμίζουν τις αγριότητες των αντιπάλων».

Βρες το εδώ

 

Ξενοφών Κοντιάδης, Η περιπετειώδης ιστορία των επαναστατικών Συνταγμάτων του 1821, Καστανιώτης

Η ιστορία της δημιουργίας και της υιοθέτησης των συνταγματικών κειμένων του Αγώνα, που αποτελεί τη θεμελιωτική «στιγμή» της ελληνικής πολιτείας, είναι συναρπαστική και διαβάζεται σαν μυθιστόρημα. Συγκεντρωμένοι κάτω από τις πορτοκαλιές της Πιάδας ή τις λεμονιές της Τροιζηνίας, καθισμένοι πάνω σε ψάθες από άχυρο, ανάμεσα σε φωνές και καβγάδες, που κάποτε οδηγούσαν ακόμα και σε ένοπλες αντιπαραθέσεις, οι πληρεξούσιοι του επαναστατημένου έθνους υιοθέτησαν τρία συνταγματικά κείμενα, το 1822 στην Επίδαυρο, το 1823 στο Άστρος και το 1827 στην Τροιζήνα, θέτοντας τα θεμέλια για την απελευθέρωσή του και τη συγκρότησή του σε κυρίαρχο κράτος. Όλα τα επαναστατικά Συντάγματα διακήρυσσαν τον ρεπουμπλικανικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και προέβλεπαν μια σειρά θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το «Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδας», ο πρώιμος συνταγματικός χάρτης της Επιδαύρου, καθιέρωνε την αντιπροσωπευτική αρχή, καθώς και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική εξουσία συνίστατο σε δύο σώματα, το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό, με ετήσια θητεία, που εξισορροπούσαν το ένα το άλλο στη νομοθετική διαδικασία. Με τον «Νόμο της Επιδαύρου», το συνταγματικό κείμενο της επόμενης χρονιάς, κατοχυρώνονταν τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά της ατομικής ιδιοκτησίας, της τιμής και της ασφάλειας όλων των προσώπων που βρίσκονταν σε ελληνικό έδαφος, καθώς και η ελευθερία του Τύπου, ενώ η δουλεία καταργούνταν, όπως και οι τοπικές διοικήσεις που είχαν συγκροτηθεί κατά τα πρώτα βήματα του Αγώνα. Με το «Πολιτικό Σύνταγμα» της Γ’ Εθνοσυνέλευσης εξαγγέλλεται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας («Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος. Πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού») και καθιερώνεται αυστηρή διάκριση των εξουσιών, ενώ η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων φτάνει στο υψηλότερο επίπεδό της. Τα επαναστατικά Συντάγματα του 1821 αποτελούν στοιχείο της εθνικής ταυτότητας και της συλλογικής μας αυτογνωσίας, και ως τέτοια τα αντιμετωπίζει ο συνταγματολόγος Ξενοφών Κοντιάδης στη μελέτη του αυτή, που συνιστά, παράλληλα, μια περιπετειώδη αφήγηση για τα πρώτα βλήματα του ελληνικού συνταγματισμού.

Βρες το εδώ

 

Σίμος Μποζίκης, Ελληνική Επανάσταση και Δημόσια Οικονομία (1821-1832), Ασίνη

Ένα πεδίο όπου η ιστοριογραφική αλλά και οικονομολογική έρευνα παραμένει αναιμική, παρά τους δύο αιώνες που έχουν διαρρεύσει, επιχειρεί να διέλθει στην ανά χείρας μοναδική μελέτη για τα οικονομικά του Αγώνα ο συγγραφέας, προσερχόμενος στην ιστοριογραφία έχοντας ήδη ολοκληρώσει έναν κύκλο σπουδών στις οικονομικές επιστήμες. Στο ανά χείρας βιβλίο, που αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής του διατριβής, συγκεντρώνονται, καταγράφονται και εξετάζονται για πρώτη φορά με συστηματικότητα, από ανέκδοτες κυρίως πηγές, σειρές προϋπολογισμών και ισολογισμών της κεντρικής διοίκησης, εκτεταμένα και συνεχή ποσοτικά στοιχεία για τις δαπάνες και τα κυριότερα έσοδα, όπως φόροι, έρανοι, εκποιήσεις εθνικών κτημάτων, λείες, λάφυρα κ.ά., τα βασικά κονδύλια των εξωτερικών δανείων σε συνδυασμό με τη χρήση τους, τα οποία παρουσιάζονται μέσα από λεπτομερείς πίνακες, χάρτες και διαγράμματα, σκιαγραφώντας μια συνεκτική και κατατοπιστική εικόνα για την οικονομική πτυχή της Επανάστασης. Αρχικά εντοπίζονται διεργασίες οι οποίες προοιωνίζονται το πεδίο των οικονομικών του Αγώνα, στο πλαίσιο της Φιλικής Εταιρείας και κατά τους πρώτους μήνες της Επανάστασης. Στη συνέχεια, δίνεται έμφαση σε εκείνο το τμήμα που άρχισε να παίρνει τη μορφή των «δημόσιων οικονομικών». Έτσι, αναδεικνύονται οι δημοσιονομικοί θεσμοί και οι συναφείς με αυτούς πρακτικές, η λειτουργία και η στελέχωση της διοίκησης, οι μηχανισμοί και η έκταση του δημόσιου οικονομικού χώρου με βάση διαδοχικούς γενικούς λογαριασμούς. Έπειτα, με βάση τα δημόσια έσοδα και τα δάνεια του Λονδίνου (1824-1825), επανεξετάζονται διαδεδομένες ιδέες για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης και εντοπίζεται η σημασία τους στη διαμόρφωση ενιαίου εθνικού πολιτικού κέντρου, μέσα από τις αμοιβαιότητες, τις διενέξεις και τις ανοιχτές ρήξεις στους κόλπους της Διοίκησης για την πρωτοκαθεδρία στον έλεγχο των πόρων και τη διεύθυνση των «αρμάτων» με βάση την εγκαθιδρυμένη αρχή του νόμου. Οι παραπάνω όψεις οδηγούν στη συγκροτημένη παρουσίαση των οικονομικών του αγώνα και σε νέες ερμηνείες σχετικά με την καθιέρωση και λειτουργία σύγχρονων θεσμών και τη συγκρότηση του νέου εθνικού κράτους, επιτρέποντας τον κριτικό έλεγχο των κυριότερων ιστοριογραφικών ερμηνειών, που τοποθετούν την ουσιαστική αφετηρία αυτών των διαδικασιών στο 1828.

Βρες το εδώ

 

Ηρακλής Δ. Λογοθέτης, Δάνειον έθνος, Σμίλη

Ένα ελάχιστα γνωστό επεισόδιο της Επανάστασης του 1821, που διέσωσε ο Κωνσταντίνος Σάθας στις Ιστορικές διατριβές του, ανασύρει από τη λήθη ο συγγραφέας, περιγράφοντας με τρόπο παιγνιώδη την πρώτη απόπειρα της επαναστατικής Διοίκησης να συνάψει συμμαχική συνθήκη με τους Ιππότες της Μάλτας, προκειμένου να εξασφαλίσει δάνειο από την Τράπεζα της Αγγλίας. Το φθινόπωρο του 1822, όταν η επαναστατική προσπάθεια βρίσκεται σε καμπή, αντιμέτωπη με ένα τείχος εχθρότητας από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που συμμετέχουν στην Ιερά Συμμαχία, οι Έλληνες επιχειρούν μια απέλπιδα προσπάθεια να δημιουργήσουν μια ρωγμή. Διαπραγματεύονται στο Παρίσι με τους Ιππότες της Μάλτας το προσχέδιο μιας συμμαχικής συνθήκης, που θα οδηγήσει σε ένα τραγελαφικό διπλωματικό θρίλερ: Οι μεν αγωνιούν μήπως γίνει αντιληπτό ότι το ταμείο του Τάγματος είναι άδειο και απαιτούν να καταληφθεί η Ρόδος ή να τους παραχωρηθεί η Σύρος, οι δε κωλυσιεργούν τάζοντας λαγούς με πετραχήλια, αποκρύπτοντας τη δραματική κατάσταση του στόλου τους. Η λύση στο θρίλερ θα δοθεί από τον Μαυροκορδάτο, που αντιλαμβάνεται τη στροφή της αγγλικής πολιτικής υπό τον Κάνιγγ και διαπραγματεύεται τη σύναψη δανείου προς την επαναστατική κυβέρνηση. Ο συγγραφέας δεν αρνείται τους επικαιρικούς προβληματισμούς που τον οδήγησαν να καταπιαστεί με το συγκεκριμένο θέμα: είναι «η προορατική αποτύπωση των γνωρισμάτων που συνέθεσαν σταδιακά τον εθνικό μας χαρακτήρα», αλλά και η επικαιρότητα «των ίδιων διερωτήσεων που από τη σύσταση του ελληνικού κρατιδίου και δώθε επανέρχονται ακατασίγαστες στον τρέχοντα πολιτικό βίο»…

Βρες το εδώ

 

Γιάννης Κοτσώνης, Η Ελληνική Επανάσταση και οι αυτοκρατορίες, Αλεξάνδρεια

Η συμπαγής και μονοδιάστατη «εθνική» εικόνα για τους πληθυσμούς που εξεγέρθηκαν και πολέμησαν στον χώρο που θα αποτελέσει μετεπαναστατικά την Ελλάδα έχει πάψει εδώ και καιρό να κυριαρχεί στον ακαδημαϊκό χώρο, ενώ και στο πεδίο της δημόσιας ιστορίας περιορίζεται στις εθνικιστικές αφηγήσεις συντηρητικών στρωμάτων αλλά και στις ναρκισσιστικές εικόνες που αναπαράγουν τα ΜΜΕ. Είναι γνωστό ότι πολλοί από τους κατοπινούς ήρωες της Επανάστασης μιλούσαν αλβανικά ή βλάχικα εκτός από ρωμαίικα και πως η αφοσίωσή τους μπορούσε να αφορά πολλούς δέκτες, να είναι μεταβαλλόμενη, χωρίς το στίγμα της προδοσίας. Οι επαναστάτες του ’21 ζούσαν σε αυτοκρατορίες, όχι σε έθνη. Η ιδέα του νεωτερικού έθνους κράτους έφτασε στις ακτές των Βαλκανίων και στα Επτάνησα μαζί με τα στρατεύματα της Δημοκρατίας της Γαλλίας, το 1797, δημιουργώντας νέες κοινωνικές και οικονομικές δυνατότητες, αλλά και το ενδεχόμενο για ένα διαφορετικό καθεστώς και έναν διαφορετικό, εθνικό εαυτό. Επιχειρώντας να δείξει ότι, σε αυτό το πλαίσιο, ήταν εφικτές ποικίλες Ελλάδες, πως για ιστορικούς λόγους επιλέχθηκαν ορισμένοι δρόμοι και άλλοι αποκλείστηκαν, ο συγγραφέας, ιστορικός της ευρωπαϊκής ιστορίας, με ειδίκευση στη Ρωσία, εξετάζει την Ελληνική Επανάσταση μέσω της επιρροής την οποία ασκούσε η Γαλλία στην περιοχή, τοποθετώντας την απαρχή της επανάστασης στα 1797 και στις εναλλακτικές που προσέφερε έναντι των Βενετών και των Οθωμανών. Όπως σημειώνει ο ίδιος, «η Ελλάδα, όπως και κάθε νέο έθνος, ήταν προϊόν των αυτοκρατοριών».

Βρες το εδώ

 

Κ. Θ. Δημαράς – Φίλιππος Ηλιού, Η ιδεολογική προπαρασκευή της Επανάστασης, ΜΙΕΤ

Ένα σημαντικό τεκμήριο, τη ραδιοφωνική συνομιλία ανάμεσα σε δύο από τους σημαντικότερους ιστορικούς και μελετητές του νεότερου ελληνισμού, διασώζει σε έντυπη μορφή το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλιαράκι που εκδόθηκε από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης. Η συζήτηση ανάμεσα στον Κ. Θ. Δημαρά και τον κατά πολύ νεότερό του Φίλιππου Ηλιού εστιάζεται στην ιδεολογική προπαρασκευή του Αγώνα, με ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική αγκύρωση των ιδεών του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Ο διάλογος των δύο ιστορικών μεταδόθηκε τον Μάρτιο του 1982, στο πλαίσιο του κύκλου επιμορφωτικών και ενημερωτικών εκπομπών του Α’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας για την επέτειο του 1821. Το ηχογραφημένο τεκμήριο, μάλιστα, διασώζεται στο αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη «Φωνές» (https://bit.ly/36NxFXp). Την απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας Ηλιού – Δημαρά συνοδεύει εκτενές επίμετρο του καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας Γιάννη Παπαθεοδώρου, με τίτλο «Αταίριαστες περικεφαλαίες», στο οποίο κάνει μια εμπεριστατωμένη αναδρομή στη σχέση των δύο μεγάλων διανοητών, του ιστορικού των νεοελληνικών γραμμάτων Κ. Θ. Δημαρά  (1904-1992) και του ιστορικού Φίλιππου Ηλιού (1931-2004), με ιδιαίτερη έμφαση στη διανοητική συγκρότηση του Ηλιού και την κατασκευή, μέσα από αυτή την πορεία, των ερμηνευτικών σχημάτων για την Ελληνική Επανάσταση, τα οποία, σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσαν τα σχήματα με τα οποία η αριστερά μετά τη Μεταπολίτευση αντιλαμβανόταν και διαχειριζόταν το 1821.

Βρες το εδώ

 

Αργυρώ Μαντόγλου, Τρικυμίες παθών, Τα νεανικά χρόνια του Κοραή στο Άμστερνταμ, Μυθιστορηματική βιογραφία, Κλειδάριθμος

Μια αναπάντεχη βιογραφία του Αδαμαντίου Κοραή, πριν αυτός γίνει ο μεγάλος σοφός του γένους και κήρυκας των ιδεών του Διαφωτισμού. Ο ίδιος ο Κοραής έχει πει ότι “η νεότης μου εσαλεύετο από τρικυμίας παθών”. Ο νεαρός Κοραής αποστέλλεται από τον πατέρα του στο Άμστερνταμ γαι να ηγηθεί μια μεγάλης εμπορικής επιχείρησης. Ο Κοραής ασφυκτιούσε στην ανατολική ζωή της Σμύρνης και στο Άμστερνταμ ανακαλύπτει αυτό που πάντα ποθούσε, την δυτική, ελεύθερη ζωή. Ανακαλύπτει την μουσική στις εκκλησίες και την όπερα, τα δυτικά πολυποίκιλα ντυσίματα, τις περούκες, τα αρώματα, τα κοστούμια από φίνα υφάσματα. Και επιπλέον ανακαλύπτει τον έρωτα. Όχι μόνον τον ελεύθερο αλλά και τον μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο της κόρης του σπιτονοικοκύρη του. Παράλληλα διακατέχεται από το μεγάλο πάθος να σπουδάσει ιατρική, να μάθει ξένες γλώσσες, να μεταφράσει αρχαίους έλληνες. Δέχεται τις πρώτες ριζοσπαστικές ιδέες, μιας και το Άμστερνταμ ήταν η πόλη που γάλλοι διανοούμενοι επισκέπτονταν συχνά για να εκδώσουν τα βιβλία τους , όπως ο Ντιντερό.  Η συγγραφέας παρουσιάζει τα πρώτα δείγματα της μεταστροφής στην προσωπικότητα του Κοραή, από έμπορο σε διανοούμενο. Το μυθιστόρημα είναι βασισμένο σε πολλά πραγματολιγικά στοιχεία. Κατ΄αρχήν στα γράμματα του βοηθού του Κοραή, Σταμάτη Πέτρου, στις σχετικές μελέτες του Βασίλη Κρεμμυδά, του Κ.Θ. Δημαρά, του Πασχάλη Κητρομηλίδη και άλλων ιστορικών, σε άρθρα περιοδικών, αφιερώματα αλλά και στα αυτοβιογραφικά  κείμενα του Κοραή, όπως και στην πλούσια αλληλογραφία του. Επίσης στηρίζεται σε οικονομικά στοιχεία από την εμπορική ζωή στην πόλη του Άμστερνταμ όπως και σε στοιχεία από την καλλιτεχνική ζωή την ίδια εποχή. Η συγγραφέας διερευνά και τις εσωτερικές μεταβολές στη σκέψη και την ψυχή του νεαρού Κοραή, σκιαγραφεί τον ενθουσιασμό του, την διάθεση να πάρει ρίσκα και να αλλάξει τον ρούν της ζωής του, όπως θα φανεί και στη συνέχεια.

Βρες το εδώ

 

Μηνάς Παπαγεωργίου (επιμ.), Η Μαύρη Βίβλος του 1821, IWrite,

Ένας από τους μεγάλους μύθους που συνοδεύουν την ιστορία της Επανάστασης του 1821 αφορά τη συμμετοχή της ιεραρχίας της Εκκλησίας και τη συμβολή της στο ξέσπασμα και την επιτυχία του Αγώνα. Ενώ η συμμετοχή κατώτερων κληρικών, συχνά με το όπλο στο χέρι, είναι αδιαμφισβήτητη, εξίσου τεκμηριωμένη είναι και η αρνητική έως και εχθρική στάση των Οικουμενικών Πατριαρχών και του κύκλου τους απέναντι στο εθνικό σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας και των μαχόμενων επαναστατών. Επιχειρώντας να αντικρούσει αυτό που αποκαλεί  «μια από́ τις μεγαλύτερες ιδεολογικές λαθροχειρίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας», ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Μηνάς Παπαγεωργίου παρουσιάζει, στον ανά χείρας τόμο, μια σειρά κειμενικών τεκμηρίων της αντεπαναστατικής δράσης του Πατριαρχείου, που δημοσιεύτηκαν την περίοδο 1798-1828, σε σήμερα σπάνιες και δύσκολα εντοπίσιμες εκδόσεις. Ανάμεσα στα κείμενα που συγκροτούν αυτή τη Μαύρη Βίβλο, περιλαμβάνονται οι εγκύκλιοι του αφορισμού της Επανάστασης από́ το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και τους λόγους για τους οποίους η περιβόητη άρση του αφορισμού αποτελεί έναν εκκλησιαστικό́ μύθο. Ακόμη, οι προσπάθειες του Γρηγορίου Ε’ να κατευνάσει τις επαναστατικές διαθέσεις Επτανησίων και Πελοποννησίων στα τέλη του 18ου αιώνα, διατάζοντας, παράλληλα, την καύση κείμενων του Ρήγα Φεραίου και οι απόπειρές του να ελέγξει την ελληνική βιβλιοπαραγωγή, εξαπολύοντας επίθεση στις Φυσικές Επιστήμες. Στον ανά χείρας τόμο περιλαμβάνονται ακόμη ο αφορισμός των κλεφτών από τον πατριάρχη Καλλίνικο Ε’, το αφοριστικό επιτίμιο που επιβλήθηκε στην Μπουμπουλίνα λίγο πριν την Επανάσταση, τα κείμενα του πατριάρχη Ευγένιου Β’, που στόχευαν να εκφοβίσουν τους Έλληνες αμέσως μετά, αλλά και το πώς ο πατριάρχης Αγαθάγγελος επιχείρησε να οδηγήσει την Ελλάδα του Καποδίστρια σε ανοιχτό εμφύλιο.

Βρες το εδώ

 

Αλέξης Πολίτης, 1821-1831: Μαζί με την ελευθερία γεννιέται και η καινούρια λογοτεχνία. Ποίηση, πεζογραφία, λογιοσύνη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Οι επαναστάσεις, εθνικές ή κοινωνικές, αποτελούν μεγάλης εμβέλειας ιστορικά γεγονότα που προκαλούν ανατροπές και αλλαγές σε κάθε πτυχή των κοινωνιών –από το πεδίο της πολιτικής και της οικονομίας μέχρι εκείνο των έμφυλων σχέσεων ή της τέχνης και της λογοτεχνίας. Αν και κατά πόσο η Ελληνική Επανάσταση ακολουθεί αυτό το παράδειγμα και η δεκαετία 1821-1831 συνιστά επαναστατική περίοδο και στους ποικίλους τομείς της διανόησης αποτελεί το κεντρικό ερώτημα που θέτει ο έγκριτος νεοελληνιστής Αλέξης Πολίτης στη μελέτη του αυτή. Πώς και πού έγιναν αυτές οι αλλαγές; Στο σύνολο, σε κάποιους τομείς, σταδιακά, απότομα; Από κάποια άτομα, από κάποιες ομάδες; Επίσης, οι αλλαγές αυτές επηρεάστηκαν από τα επαναστατικά γεγονότα ή μήπως είχαμε ήδη μπει σε μια τροχιά νωρίτερα και ανεξάρτητα από τις πολιτικές μεταβολές; Αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί να προσεγγίσει στη σύντομη αυτή μελέτη του, εξετάζοντας τις επαναστατικές μεταβολές στο πεδίο της ποίησης, από τον κύκλο της Ζακύνθου, με τους Διονύσιο Σολωμό και Ανδρέα Κάλβο, μέχρι τον φαναριώτικο ρομαντισμό αλλά και το αναιμικό θέατρο, την πεζογραφία, αλλά και τα άλλα είδη του λόγου με τα οποία καταπιάστηκε η ελληνική λογιοσύνη: από τον πολιτικό στοχασμό, υπό την καταλυτική επίδραση του Κοραή και των νεότερων οπαδών του· την δημοσιογραφία που έκαναν δυνατή τα τυπογραφικά μηχανήματα που έστελναν οι φιλέλληνες και αποτυπώθηκε σε εφημερίδες, πολιτικά φυλλάδια και βιβλία, όλα προσανατολισμένα προς τις ευρωπαϊκές αξίες: την αδέσμευτη σκέψη, τα δημοκρατικά ιδεώδη, την απόλυτη ελευθεροτυπία· μέχρι τη λογοτεχνική κριτική και τις ιστορικές θεωρήσεις που απαιτεί ο υπό διαμόρφωση καινούργιος κόσμος. Η μελέτη του Αλέξη Πολίτη, πέρα από τον «επετειακό» χαρακτήρα της έκδοσής της, αποτελεί, αναμφίβολα, έναν οφειλόμενο «πρόλογο» στο βραβευμένο έργο του Η ρομαντική λογοτεχνία στο εθνικό κράτος, 1830-1880 (ΠΕΚ, 2017)

Βρες το εδώ

 

Walter Puchner, Το 1821 και το θέατρο: Από τη μυθοποίηση στην απομυθοποίηση, Όταν

«Εικοσιένα» δεν είναι μονάχα οι μάχες, οι συνθήκες, οι κοινωνικές ανατροπές… Είναι και η ποίηση, η λογοτεχνία, το θέατρο, ο κινηματογράφος. Εκεί όπου τα επαναστατικά γεγονότα έζησαν μια δεύτερη ζωή, επενδύθηκαν συμβολικά, νοηματοδοτήθηκαν ανάλογα με τις προσλήψεις τους στην εκάστοτε συγκυρία. Σε αυτή τη «δεύτερη ζωή» του 1821, στη σκηνή του θεάτρου και μέσα από το δράμα, αναφέρεται το ανά χείρας έργο του Βάλτερ Πούχνερ, χαλκέντερου μελετητή της νεοελληνικής δραματογραφίας. Ο συγγραφέας εξετάζει το αντικείμενό του σε ένα χρονικό εύρος δύο αιώνων σχεδόν, αντιμετωπίζοντας αυτό το χρονικό άνυσμα σαν μια πορεία από τη μυθοποίηση, την εξάντληση της οποίας τοποθετεί περί την πρώτη εκατονταετία της Επανάστασης, προς την απομυθοποίηση. Αφού εξετάσει την παρουσία του θεάτρου στην προπαρασκευαστική φάση της Επανάστασης (είτε ως κείμενο είτε ως δράση), διερευνά τον απόηχο των επαναστατικών γεγονότων στην ευρωπαϊκή δραματουργία, μέσα από τη μελέτη δύο φιλελληνικών δραμάτων από τον γερμανόφωνο χώρο. Στη συνέχεια, μελετά αναλυτικά την ελληνική δραματουργία με θέμα το ’21, από την αρχή του πατριωτικού δράματος (τον Νικήρατο της Ευανθίας Καΐρη, το 1826) και, μέσω των ποιητικών τραγωδιών του Παν. Σούτσου και τη μαζική δραματογραφία των πανεπιστημιακών δραματικών αγώνων, καταλήγει στις πρώτες προσπάθειες αντιμετώπισης του Αγώνα μέσα από περισσότερο απομυθοποιητική σκοπιά, στις αρχές του 20ού αιώνα. Η δραματουργία του 20ού αιώνα, από το Να ζει το Μεσολόγγι του Ρώτα μέχρι Το μπουκάλι του Ζιώγα, εξετάζεται μέσα από τα δύο αυτά παραδείγματα, διατρέχοντας τηλεγραφικά άλλους, ενδεχομένως λιγότερο ενδιαφέροντες καλλιτεχνικά, τίτλους. Ορθά στη μελέτη του ο συγγραφέας περιλαμβάνει προδρόμους ή επιγόνους των επαναστατικών γεγονότων, όπως τον Ρήγα και τον Καποδίστρια, αλλά και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, αφού ως θεατρικές μορφές συνδέονται άρρηκτα με το ’21. Τέλος, ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα κεφάλαια που αφιερώνει στις ηρωικές παραστάσεις Καραγκιόζη και στις θεατρικές εκδηλώσεις στις σχολικές γιορτές της 25ης Μαρτίου, μορφές θεάματος που συνήθως παραλείπονται στις θεατρικές μελέτες, είτε λόγω μειωμένης καλλιτεχνικής αξίας είτε λόγω έλλειψης τεκμηρίωσης –εμπόδιο που εύκολα υπερβαίνει η ανά χείρας μελέτη, αφού πρώτιστο μέλημά της αποτελεί η δραματογραφία και όχι η παραστασιογραφία.

Βρες το εδώ

 

Νίκος Σαραντάκος, Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, Εκδόσεις του 21ου

Πώς μίλαγαν οι πρωταγωνιστές αλλά κι οι «ανώνυμοι» αγωνιστές του ’21; Είναι γνωστό ότι άλλοι μίλαγαν ελληνικά κι άλλοι αλβανικά, όλα όμως αναμειγμένα με τουρκικές και ιταλικές λέξεις, πολλές από τις οποίες σήμερα δεν χρησιμοποιούνται. Ο συγγραφέας, γνωστός για τις γλωσσικές του αναζητήσεις, επιδιώκει στον ανά χείρας τόμο να ανιχνεύσει το 1821 μέσα από τις λέξεις του, όπως εξηγεί ο υπότιτλος. Επιχειρεί να ανασύρει, λοιπόν, μέσα από τα δεκάδες κείμενα των αγωνιστών της εποχής, τα φροντισμένα από τους γραμματικούς, σπαράγματα πηγαίου λαϊκού λόγου, συνήθως λέξεις απομονωμένες, που χρησιμοποιούνται προκειμένου να διασαφηνιστεί το νόημα των όσων διαλαμβάνονται στο κείμενο, με αποτέλεσμα να φτάσουν μέχρις εμάς. Συγκροτεί έτσι ένα ηθελημένα περιορισμένο αλλά αντιπροσωπευτικό λημματολόγιο, στο οποίο περιλαμβάνονται 300 λέξεις αντλημένες από τις πηγές, τα δύο τρίτα των οποίων είναι τουρκικής και αραβικής προελεύσεως, και τα υπόλοιπα ιταλικής και ελληνικής· αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, ελάχιστες είναι οι αλβανικές και σλαβικές λέξεις που καταγράφονται. Σχεδόν οι μισές από τις λέξεις που παρατίθενται αφορούν οθωμανικούς θεσμούς, αξιώματα, όπλα, νομίσματα της εποχής, ενώ οι υπόλοιπες δεν συνδέονται ειδικά με το ’21. Στα σύντομα λήμματα ο συγγραφέας παραθέτει τους κυριότερους εναλλακτικούς τύπους της λέξης, την ετυμολογία της, αποσπάσματα από κείμενα της εποχής όπου εμφανίζεται, ενώ επισημαίνονται τυχόν σημασιολογικές αλλαγές ή ενδεχόμενη επιβίωση της λέξης σε διαλεκτικό γλωσσικό περιβάλλον. Προσφέρει έτσι ένα χρήσιμο βοήθημα σε όποιον θα ήθελε να εντρυφήσει στα κείμενα της εποχής, αλλά και ένα απολαυστικό ανάγνωσμα για τον φιλόγλωσσο και φιλοπερίεργο αναγνώστη.

Βρες το εδώ

 

Νίκος Πλατής, Κολοκοτρωνέικο, το αποδέλοιπο, Οι εκδόσεις των συναδέλφων

Μια ιστορική αφήγηση με τη μορφή λεξικού, βασισμένη κυρίως στις λέξεις, στις φράσεις και τις μνήμες που παραθέτει ο γέρος του Μοριά στην Διήγησιν συμβάντων της ελληνικής φυλής, στα απομνημονεύματά του δηλαδή, τα οποία αφηγήθηκε στον Τερτσέτη, εμπλουτισμένη και με άλλες ιστορικές μαρτυρίες και πληροφορίες, αποτελεί το βιβλίο αυτό το Νίκου Πλατή, συγγραφέα που συχνά στα έργα του χρησιμοποιεί τη μορφή του λεξικού. Άλλωστε και ο ανά χείρας τόμος αποτελεί συνέχεια του μικροΜέγα Κολοκοτρωνέικου, που κυκλοφόρησε το 2019. Δεκάδες συναρπαστικές μικροϊστορίες και σπάνιες εικόνες της καθημερινότητας του ’21 παρουσιάζονται με τρόπο τεκμηριωμένο και ματιά ρηξικέλευθη σε αυτό το «λεξικογραφημένο ιστορικό δοκίμιο», όπως το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του. Στηριγμένος σε πλήθος απομνημονευμάτων και μαρτυριών από ελληνικές, ευρωπαϊκές αλλά και οθωμανικές, ενίοτε, πηγές, εντάσσει στα λήμματα του ιδιότυπου αυτού λεξικού πλήθος κυρίων ονομάτων, που συναντώνται στη Διήγησιν (αλλ’ όχι μόνον: συναντάμε ακόμα και τον μουσικοσυνθέτη Χρήστο Κολοκοτρώνη, τρισέγγονο του Γέρου), καθώς και μια σειρά ιδιωματικών, τουρκικής, ιταλικής κ.ά. προέλευσης συνήθως, λέξεων. Η ερμηνεία, που συχνά συνοδεύεται και με την ετυμολογία τους, διακρίνεται για το αιχμηρό της χιούμορ, το οποίο ο συγγραφέας δεν τσιγκουνεύεται· ερμηνεύοντας, π.χ., τον κάπο, θέση την οποία κατείχε ο Κολοκοτρώνης στην Πελοπόννησο προεπαναστατικά, σημειώνει, μεταξύ άλλων: «πιστολέρο σεκιουριτάς στην υπηρεσία κάποιου βαθύπλουτου», για να συμπληρώσει στο τέλος: «το δε κύρος τους ήταν μάλλον ανύπαρκτο».

Βρες το εδω

 

Τμήμα Ιστορίας Κ.Ε. ΚΚΕ (επιμ.), 1821. Η επανάσταση και οι απαρχές του ελληνικού αστικού κράτους, Σύγχρονη Εποχή

Η Επανάσταση του ’21 και ο χαρακτήρας της υπήρξε για δεκαετίες κομβικό ζήτημα όχι μόνο για την αριστερή σκέψη στην Ελλάδα αλλά και για την αριστερή πολιτική. Δεν είναι μονάχα το έργο του Κορδάτου για την κοινωνική σημασία της Επανάστασης (1924) που έρχεται σε ρήξη με την εθνικιστική αστική ιστοριογραφία, σηματοδοτώντας για πρώτη φορά την παρέμβαση της αριστερής σκέψης σε αυτό το πεδίο· είναι, πολύ περισσότερο, ο διάλογος που προκαλείται με αυτήν την αφορμή για τον χαρακτήρα της (επερχόμενης) επανάστασης, που λίγο-πολύ προσδιορίζει… αναδρομικά τον χαρακτήρα της Επανάστασης του 1821. Εκεί όπου ο Κορδάτος έβλεπε τις δυνάμεις της νεαρής αστικής τάξης να πρωταγωνιστούν, δέκα χρόνια αργότερα, υπό το κράτος της ανάγκης δημιουργίας ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου, ο Ζέβγος έβλεπε τις λαϊκές αγροτικές μάζες να λύνουν «αστικοδημοκρατικής» φύσεως προβλήματα. Οι μεταλλασσόμενες αντιλήψεις για τον χαρακτήρα της Επανάστασης, προφανώς, αποτελούν τεκμήριο όχι για το 1821 αλλά για την κάθε φορά διαφορετική στάση του ΚΚΕ απέναντι στα προβλήματα της εποχής του, κάτι που ισχύει και σήμερα, όταν στο πλέον υψηλό επίπεδο (Τμήμα Ιστορίας της Κ.Ε.) επιδιώκει να υιοθετήσει μια «ταξική και όχι λαϊκή δημοκρατική» ανάγνωση του 1821. Σε αυτό το πλαίσιο, ο επικεφαλής του Τμήματος Μάκης Μαΐλης, στο τελευταίο, μάλλον, κείμενο που δημοσίευσε πριν πεθάνει, επιχειρεί μια κριτική αποτίμηση της πορείας της «κομματικής ιστοριογραφίας», θεωρώντας πως σε αυτήν υποτιμήθηκε ο αστικός χαρακτήρας του κράτους που δημιουργήθηκε ενώ, αντιθέτως, υπερτιμήθηκε η εξάρτηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Τα κείμενα που ακολουθούν στον συλλογικό αυτό τόμο εξετάζουν πτυχές της ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (γαιοκτησία, αλλαγές στο εποικοδόμημα, λειτουργία του Οικουμενικού Πατριαρχείου), την οικονομική ανάπτυξη και τις κοινωνικές δυνάμεις στην Επανάσταση, τον ρόλο των ξένων δυνάμεων, τα Συντάγματα και τις ενδοελληνικές συγκρούσεις, ενώ ολοκληρώνεται με τη μελέτη της Αλέκας Παπαρήγα για την περίοδο διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια.

 

Βρες το εδώ

 

Και άλλα βιβλία για το 1821

Εικοσιένα βιβλία 1

Εικοσιένα +1 βιβλία  2 

Το 21 για παιδιά 3 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here