Εγκώμιο της γύμνιας (της Ευρυδίκης Τρισόν Μιλσανή)

0
775

 

της Ευρυδίκης Τρισόν Μιλσανή (*)

-Είσαι μια χαρά! μου λέει η  Κατερίνα με υποκριτική καλοσύνη, ξεσκονίζοντας με βλέμμα διαπεραστικό την όλη μου εμφάνιση. Τα χρόνια δεν περνάνε από πάνω σου! Ίδια κι απαράλλαχτη, ούτε ρυτίδα, ούτε γραμμάριο!

Κολακείες… ξέρω πολύ καλά πως παρ’ όλες μου τις προσπάθειες, δεν γλυτώνω από τις βολές του πανδαμάτορα, γι αυτό  και τα λόγια της δεν μου φέρνουν καμιά χαρά. Επίσης δεν μπορώ να της ανταποδώσω τα ίσα γιατί κι εκείνη, ακολουθώντας τον κανόνα, παίρνει σιγά-σιγά την κατιούσα. Από συνήθεια απαντώ στο ιδίωμα του σαβουάρ βιβρ.

-Καλοσύνη σου, νομίζω πως υπερβάλεις…

-Κάθε άλλο! Επιμένει εκείνη. Κοίταξε λίγο γύρω σου. Όλες αυτές οι υπέρβαρες… Κοίτα και την Κικίτσα πως κατάντησε! Είκοσι  κιλά θα έχει πάρει  από πέρσι, σωστός τόφαλος. Και να μη μπούμε στις λεπτομέρειες : Στήθια, μπούτια, κοιλιές, όλα της ακολουθούν το νόμο της βαρύτητας!

Κοιτάζω με ενδιαφέρον την Κικίτσα, κάθε χρόνο την ανακαλύπτω ξανά κάτω από ένα καινούργιο φως.  Όπως άλλωστε όλους τους φίλους που επανεμφανίζονται στην πλαζ του Ποτού, έτσι όπως έχουν εξελιχθεί, ο καθένας με τον τρόπο του, το διάστημα του χειμώνα.  Γιατί εκεί στην οικεία μας πλαζ έχω το προνόμιο να τους αντιμετωπίσω γυμνούς, και τι τα θες, η γύμνια δεν ψεύδεται.

Όταν είσαι τσίτσιδος όλα βγαίνουν στη φόρα… Ντυμένοι, ευπρεπισμένοι,  κρυμμένοι κάτω από τα ρούχα μας και την κουλτούρα μας, αγνοούμε την προοδευτική μεταμόρφωση που συμβαίνει στο σώμα μας. Πλησιάζοντας την θάλασσα, μπαίνοντας στη διαδικασία του σταδιακού ξεγυμνώματος και των λουτρών, είμαστε υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουμε τις κρυψώνες μας. Να αποκαλυφτούμε, να αποδοθούμε στη μιζέρια αλλά και την αίγλη της γύμνιας μας. Στην πιο απόκρυφη αλήθεια μας.

Δεν είναι τόσο τα παραπανίσια κιλά που μας αλλοιώνουν όσο οι αγύμναστοι μυς που χαλαρωμένοι αλλάζουν σημαντικά περίγραμμα. Ό, τι ζήσαμε τον χειμώνα είναι γραμμένο επάνω μας. Κακή διατροφή, ακηδία, καταστροφικές συνήθειες που εγκαταστάθηκαν χωρίς να το καταλάβουμε. Αλλά και στεναχώριες, κατάθλιψη, ξεσπάσματα βουλιμίας ή ανορεξίας… Στεναχώρια και εγκατάλειψη που καταγράφεται στη θλιβερή σάρκα μας… Τι κι αν με τον καλό καιρό, την επαφή με τη φύση προσπαθούμε να ανασκιρτήσουμε, να κάνουμε το σώμα μας να χαρεί, να τινάξει από πάνω του τα κακώς κείμενα. Δεν είναι εύκολο.

Με το πρόσωπο, βλέπεις, είναι τελείως διαφορετικά. Είναι που το αντικρίζουμε κάθε μέρα στον καθρέφτη. Ένας καθρέφτης που αμείλικτα μας προειδοποιεί και μας ψέγει, μας γεννά ερωτηματικά, μας επιβάλλει προσπάθειες και εξωραϊσμούς…  Ως προς το σώμα μας εθελοτυφλούμε…

Έτσι κάθε χρόνο στην πλαζ αποκαλύπτονται με μιας όλες οι καταστροφές. Άσε   που πρέπει  να εμφανισθούμε ολόασπροι, χωρίς το μακιγιάζ που μας δίνει το μαύρισμα. Χλωμοί  και χλεμπονιάρηδες… κατάπτυστοι…

Η Κικίτσα όμως είναι άλλο πράγμα. Δεν έχει δίκιο η Κατερίνα να της προσάπτει τα περίσσια κιλά της. Ανήκει σε μια άλλη κατηγορία… Δεν συγκρίνεται με τις χοντρούλες που κυκλοφορούν ευρέως στην παραλία. Η Κικίτσα είναι φαινόμενο. Ψηλή, ογκώδης, με το φαρδύ γεμάτο μάγουλα πρόσωπό της με τη χαρακτηριστική γλυκύτητα των παχύσαρκων, τα  τεράστια μπράτσα της, τα στήθια σε φόρμα πεπονιού, είναι εκπληκτική καθώς αναπαύεται, αδιάφορη για τα βλέμματα που τραβάει επάνω της σαν μαγνήτης.

Την παρατηρώ καθώς  είναι οριζοντιωμένη,  με το δεξί της μπράτσο να στηρίζει το κεφάλι, ενώ οι στιλπνοί, κρουστοί μηροί, είναι λυγισμένοι με νάζι κι οι ολοστρόγγυλοι ώμοι της γράφουν στον ορίζοντα έναν αρμονικό κυματισμό.  Χένρυ Μουρ;  Όχι, μάλλον  Ματίς… μια οδαλίσκη.

Ό, τι και να λέει ο απαίδευτος πληθυσμός του Ποτού, η Κικίτσα στα μάτια μου  έχει μια συνταρακτική ομορφιά. Πάντα με ενδιέφεραν οι « μαεστόζες», όπως τις ονομάζει ο  Λεπορέλο στον Ντον Τζιοβάνι απαριθμώντας τις ερωμένες του. Νταρντάνες μα ευέλικτες όταν μετακινούνται με το νωχελικό τους βάδισμα τραντάζεται ο τόπος. Ξαπλωμένες χαλαρώνουν, κάνοντας το παχύρευστο βάρος τους να ακουμπά απαλά στη ανώμαλη αν και διεγερτική υποδοχή των χαλικιών  δημιουργώντας στη μέση του τοπίου ένα όμορφο αρχιτεκτόνημα.

Ο Ματίς αματέρ ευτραφών μοντέλων δεν τους έδωσε ποτέ την έμφαση, το μέγεθος και την επιδειχτική  πόζα ενός Λούσιαν Φρόϋντ, λάτρη των θεόρατων γυναικών, ούτε επικεντρώθηκε στην στιλπνή τους τελειότητα όπως το κάνει συστηματικά ο πληθωρικός Μποτέρο, είχε ωστόσο το πλεονέκτημα να αποδίδει με κομψότητα τους αρμονικούς παλμούς του σώματος. Η Κικίτσα θα λατρευόταν κι από τους τρείς, αλλά ο γάλλος μαέστρος είναι εκείνος που θα την ήθελε περισσότερο στο ατελιέ του για να του θερμάνει την ατμόσφαιρα με την σάρκινή της λαμπρότητα.

Κανένας τους όμως δεν θα μπορούσε να εξυμνήσει καλύτερα τη γοητεία μιας Κικίτσας όπως το έκανε ο  Σάρλ Μπωντλέρ στο ποίημα του  La géante –  η Γιγάντισα;-ένα μαργαριτάρι απ’ τα Άνθη του Κακού το οποίο τολμώ να μεταφράσω.

Τον καιρό που η Φύση στο δυναμικό της οίστρο

Συλλάμβανε καθημερινά τερατώδη παιδιά

Θα ήθελα να ζήσω  κοντά σε μια γυναίκα γιγάντια

Όπως ζει στα πόδια μιας βασίλισσας ένας ερωτιάρης  γάτος

 

Θα ήθελα να δω το σώμα της να ανθίζει σαν τη ψυχή της

Και να μεγαλώνει ελεύθερα στα τρομερά παιγνίδια της

Να μαντέψω αν η καρδιά της κρύβει κάποια σκοτεινή φλόγα

Στις ταπεινές ομίχλες που κολυμπούν στα μάτια της

 

Να περιδιαβώ κατά βούληση τις υπέροχες καμπύλες της

Να συρθώ στις πλαγιές των τεράστιων γονάτων της

Και καμιά φορά το καλοκαίρι, όταν οι αρρωστιάρικοι ήλιοι

 

Την  κουράζουν και την βάζουν να πλαγιάσει μες στην εξοχή

Να κοιμηθώ νωχελικά  στη σκιά των βυζιών της

Σαν  ειρηνικό χωριό στα ριζά ενός βουνού

 

 

                                                                                                         Θάσος 2018

 

(*) Η Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή, διδάκτωρ Ιστορίας Τέχνης γεννήθηκε στην Αθήνα, και ζει στο Παρίσι. Είναι μέλος της ΑΙCA  και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων,έχει εκδώσει ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα κ.ά.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here