«Εγίνηκα, μανά»: Το Βουνί, Λουίζας Παπαλοΐζου  (της Δήμητρας Δημητρίου)

0
1244
Το Βουνί, ανακτορικό σύμπλεγμα στη Μόρφου

 

της Δήμητρας Δημητρίου (*) 

 

Η Λουίζα Παπαλοΐζου (1972– ), με μια πολύ ταπεινή επικοινωνιακά παρουσία, πέτυχε με Το Βουνί (2021) την απόδοση για πρώτη φορά του Κρατικού Βραβείου Μυθιστορήματος Ελλάδας (εξ ημισείας) σε Κύπρια συγγραφέα ¾ στη σπουδαία Ήβη Μελεάγρου, ολωσδιόλου ξεχασμένη σήμερα στον ελλαδικό χώρο, επιδόθηκε το Β΄ Βραβείο για την Προτελευταία εποχή (1981), ενώ στην ποίηση το Α΄ Βραβείο έλαβε μόνο μέχρι στιγμής ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης για τη Μεθιστορία (1995).[1] Η αναφορά στη Μελεάγρου δεν είναι αμελητέα, καθώς η Παπαλοΐζου προσφέρει μια εξίσου ενδιαφέρουσα γυναικεία πεζογραφική οπτική στη σύγχρονη κυπριακή ιστορία, διερευνώντας μέσα από την κατάτμηση του αφηγηματικού χωροχρόνου, τη σπονδυλωτή αφήγηση, τη σπαραγματική δομή και την ειδολογική μίξη την αναδίφηση της ταυτότητας ενός τόπου, αλλά και ενός συγγραφικού εγώ, κατά τρόπο που δεν εξαντλείται σε κριτικογραφία, καλώντας γι’ αυτό σε εμβριθείς μελέτες.

Αξιοποιώντας φεμινιστικά, μεταποικιακά και ψυχαναλυτικά κριτικά πλαίσια, θα αρκεστώ, προσώρας, σε τρία -και μεταξύ τους αξεδιάλυτα- σημεία, τα οποία θεωρώ πως διακρίνουν όχι μόνο την Παπαλοΐζου, αλλά και ολόκληρη τη γενιά σύγχρονων Κυπρίων πεζογράφων -και ιδιαίτερα των γυναικών-, που εισέρχονται από το 2010 με δυναμισμό στη νεοελληνική λογοτεχνική σκηνή, σε σχέση με τους Ελλαδίτες ομοτέχνους τους, με ειδική αναφορά στην εντοπιότητα, όπως αυτή διακλαδώνεται με την ιστορία και την πολιτική, τη λειτουργία της διαλέκτου και, για τις γυναίκες συγγραφείς, την έμφυλη πραγμάτευση.

 

α. Ιστορία και πολιτική

Η τριμερής δομή του βιβλίου επιτρέπει σε τέσσερις αυτοδιηγητικούς αφηγητές (τον Ξενή, την Κόρη, τον Σουηδό και την Σ.) να παραστήσουν υπό τη δική τους οπτική τρεις ταραγμένες περιόδους του κυπριακού ενωτικού κινήματος, ξεκινώντας αντίστροφα από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 στην ταραγμένη δεκαετία του ’40, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’20. Συνδετικός αρμός των τριών μερών, εκτός από τα ίδια τα πρόσωπα, όπως στην πορεία αποκαλύπτεται, είναι το επιβλητικό βουνό και το αρχαίο ανάκτορο στο ομώνυμο ύψωμα της κατεχόμενης σήμερα Μόρφου, τόπου καταγωγής της συγγραφέα. Παρότι η αφήγηση σταματά στο 1971, υπαινιγμοί στο σύνολο του βιβλίου λειτουργούν ως τραγική ειρωνεία, παραπέμποντας στο θέμα της επιστροφής ως νόστου για κάτι που έχει πια οριστικά χαθεί («Ίντα γλέπεις την θάλασσαν ούλλη μέρα; Εννά φύει χαρκέσαι που τον τόπο της;» (273)).[2]  Θεματοποιώντας την απεργία των μεταλλωρύχων του 1948 και τις ανασκαφές της Σουηδικής Αρχαιολογικής Αποστολής στο Βουνί, η συγγραφέας διατρέχει το ενωτικό κίνημα του ’30, τον αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-59), τον βομβαρδισμό της Τυλληρίας (1964) και τις παραμονές του Πραξικοπήματος, με σταθερό μοτίβο τον διχασμό αριστερών και δεξιών, έπειτα μακαριακών και γριβικών, αποδίδοντας ταυτόχρονα γλαφυρά την άνοδο του τουρκικού εν Κύπρω εθνικισμού: «Πολίτη, μίλα τουρκικά» (146). Παρότι στο βιβλίο δίνεται πολλές φορές η εντύπωση ότι επιχειρείται μία αποστασιοποιημένη, απολιτική προσέγγιση, ειδικά μέσα από την αφηγηματική οπτική του Ξενή («ποιος ήμουν εγώ στο κάτω-κάτω να κρίνω και να κατακρίνω;» [54]) ή και εκείνη της Κόρης («Μόνον μμάθκια έχω πάνω μου. / Για να θωρώ το κρίμαν» [280]), αφήνονται σαφείς αιχμές για τη δράση της ΕΟΚΑ Β΄ («τότε που οι δικοί μας έκαναν τα αίσχιστα» [12]), την εθνικιστική βία (κατά των Τούρκων εν προκειμένω του νησιού) και τις πολιτικές δολοφονίες κατά της Αριστεράς, ενώ ο αγώνας της ΕΟΚΑ παρουσιάζεται, αν όχι ως ματαίωση, ενίοτε με ειρωνικό και αντι-ηρωικό τρόπο: «Μπορεί να ήμασταν αστράτευτοι, μα μεγαλώναμε στρατευμένοι υπέρ της υπεράσπισης της πατρίδος. […] Ούτε τα βράδια κοιμούμασταν. Παραδέχομαι. Όχι από εθνικά όνειρα. Οι ονειρώξεις μάς κρατούσαν ξύπνιους τα βράδια» (41). Συναφώς, η προσέγγιση της συγγραφέα ως προς το ζήτημα της ταυτότητας Ελλήνων και Τούρκων του νησιού είναι επαναπροσεγγιστική, επικριτική απέναντι στον εθνικισμό, ο οποίος παρουσιάζεται αμιγώς ως προαγωγός διχασμού και στυγνής βίας («Εν έσει σέρκα καθαρά! Εν ολόμαυρα που την πίσσαν» (137)). Παρότι η συγγραφέας ασκεί μια μεταποικιακού τύπου κριτική τόσο απέναντι στη βρετανική κυριαρχία της νήσου όσο και απέναντι στη Σουηδική Αποστολή, η οποία αφορά αφενός στον οριενταλισμό και αφετέρου στον ιμπεριαλισμό, που νομιμοποιείται ως εκπολιτιστικό εγχείρημα,[3] σε αντίθεση με τα κλασικά αντιαποικιακά πεζογραφήματα των Κώστα Μόντη (1964), Ήβης Μελεάγρου (1969), Ρόδη Ρούφου (1960) και το ημιτελές Βαρνάβας Καλοστέφανος (2007) του Γιώργου Σεφέρη ή ακόμα και το επικό Εννέα (2021) του Κυριάκου Μαργαρίτη,[4] η προσέγγιση της Παπαλοΐζου δεν συμβαδίζει με το ενωτικό απελευθερωτικό αίτημα, προσφέροντας μια πραγμάτευση του τόπου ως ιθαγένειας και της ταυτότητας ως αποκεντρωμένης εμπειρικής ροής ‒παραδόξως ερειδόμενης στον πλέον σταθερό τόπο του μυθιστορήματος, το βουνό‒, που παραπέμπει θεωρητικά σε αποδομητικές θέσεις και ιδεολογικά στον κυπριωτισμό.[5]

 

β. Η διάλεκτος

Ο πραγματικός πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα της Παπαλοΐζου είναι η γλώσσα, η οποία διερευνάται πολυεπίπεδα στο μορφικό, το συμβολικό, το κοινωνικό και το υπαρξιακό επίπεδο, προσδίδοντας στο βιβλίο το φιλοσοφικό του υπόβαθρο και βάρος. Η γλώσσα προβάλλει ως στοιχειώδης για την ανθρώπινη επικοινωνία και την κοινωνική ύπαρξη («Ώσπου εν λαλείς τα γράμματα καθαρά, οι άλλοι εν σου βάλλουν φτιν. […] Ακούεις, ρε Ττιμή; Γλώσσαν τζαι αυτίν» (224)), ως αξία («Αν χάσεις την γλώσσαν σου, ξέρε το, εννά σε φάει το σκότος» (225)· «Άθρωπος με νουν ασημάδευτον ίντα άθρωπος λοάται;» (224)) και ως προϋπόθεση για γνώση, αυτεπίγνωση και κριτική προσέγγιση των πραγμάτων («Σκοτάδιν έν’ ο νους ο αγράμματος. Πισσούριν» (225)). Εξερευνάται ακόμα στο έπακρον η μεταφορική της δύναμη, αλλά και η δυναμική της να σημαίνει, από τους πρωταρχικούς φθόγγους («Εύθυμος», «Τσάρα λας»), την παιγνιώδη της διάσταση (τα αινίγματα, τους γλωσσοδέτες ή τα «μυλλωμένα») και τη λαϊκή δεισιδαιμονία («Ερωτηματικά»), μέχρι και την πλέρια μεταφυσική του θεϊκού Λόγου («Ξέρεις ίνταλος τα έπλασεν τούτα ούλλα ο Θεός; Με τες λέξεις» (229)). Η κυπριακή διάλεκτος στο βιβλίο εναλλάσσεται εντέχνως με την κοινή, κατά τρόπο που εισήγαγε πρώτος στη Μεταπολίτευση ο Ηπειρώτης Σωτήρης Δημητρίου και που στα κυπριακά γράμματα ανθεί πεζογραφικά στη σύγχρονή μας γενιά συγγραφέων,[6] με προεξάρχουσα την Κωνσταντία Σωτηρίου.[7] Ωστόσο, οι γενικεύσεις που επιχειρεί η ελλαδική κριτικογραφία, τις περισσότερες φορές χωρίς επαρκή γραμματολογική και θεωρητική τεκμηρίωση, σε σχέση με την ούτω καλούμενη «νέα ηθογραφία»,[8] παρότι δεν θεωρώ ότι ο όρος αυτός καλύπτει περιπτώσεις όπου η εντοπιότητα δεν εντάσσεται απαραίτητα σε (νεο)ηθογραφικό πλαίσιο,[9] ή την εξίσου ερμηνευτικά περιοριστική ομπρέλα του «εναλλακτικού κοινοτισμού»[10] και την παρεμφερή θέση πως η «τοπικιστική» αυτή λογοτεχνία κείται «χωρίς άμεσες αναγωγές σε κάποια οριοθετημένη εθνική ιδιοπροσωπία»[11] -παραβλέποντας, για παράδειγμα, τη συγκλονιστική παρέμβαση στο θέμα του Εμφυλίου και εν γένει της ελληνικής ιστορίας του 20ού αιώνα από Ηπειρώτες συγγραφείς όπως ο Δημητρίου (2021) και η Βενέτη (2013)-,[12] εάν και εφόσον ισχύουν σε κάποιο βαθμό στον ελλαδικό χώρο, δεν μπορούν να ισχύουν απαραίτητα και στην περίπτωση της Κύπρου, όπου το ζήτημα της διαλέκτου και της εντοπιότητας εγείρει διαχρονικά, από τις αρχές κιόλας του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα, σημαντικά ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα, που αφορούν στην εθνική ταυτότητα, το μέλλον και την ίδια την πολιτειακή δομή της χώρας.[13]

Ενώ το πρώτο μέρος του βιβλίου της Παπαλοΐζου («Η επιστροφή») εκφέρεται στην κοινή, η διάλεκτος ενυπάρχει διακριτικά στην αφήγηση με λεκτικά σπαράγματα, αλλά αποκλειστικά στους διαλόγους, αποδίδοντας, κατά το ηθογραφικό πρότυπο, τη φωνογραφική πιστότητα και την ατμόσφαιρα της εντοπιότητας. Ωστόσο, στο δεύτερο μέρος («Βουθός») η διάλεκτος δεν απαντά μόνο στο πλαίσιο των διαλόγων ή του (εσωτερικού) μονολόγου που καλλιεργούν η Σωτηρίου (2015, 2017, 2019) και ο Σωφρόνης Σωφρονίου (2015), αλλά στον ίδιο τον ιστό της αφήγησης, καλλιεργημένη -και, σε αντίθεση με τους προαναφερθέντες συγγραφείς, σε μεγάλη έκταση- ως λογοτεχνική γλώσσα. Από αυτή την άποψη, η Παπαλοΐζου πετυχαίνει μυθιστορηματικά αυτό που η Στέλλα Βοσκαρίδου πέτυχε με τα Αναγέλαστα (2013) στην ποίηση: μια τομή στη διαλεκτική λογοτεχνία της Κύπρου.[14] Μέσα από την αφήγηση της Κόρης, η διάλεκτος αποκτά μια θηλυκά προσδιορισμένη και σωματική διάσταση, συνδεδεμένη σχεδόν με την αποταυτοποιητική ροή του μητρικού/οιδιπόδειου χώρου, συμβολοποιημένη στο στοιχείο της θάλασσας, πρόσφορη σε ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις.[15] Η διάλεκτος, συναφώς, μετουσιώνεται σε ποιητική γλώσσα, είτε αυτό έχει να κάνει με τον ρυθμό (με προεξάρχοντα τον ίαμβο) είτε με την εγγενή ποιητικότητα της λαϊκής θυμοσοφίας, την οποία η Παπαλοΐζου, όπως και η Σωτηρίου, καλλιεργεί και αρτιώνει αισθητικά. Τα δε κεφάλαια του «Βουθού» με τη μεταφυσική παρουσία του Σολή τελούν σε άμεση επικοινωνία με το δημοτικό τραγούδι και τη δημώδη -εν προκειμένω διαλεκτική-, παράδοση, τόσο ως προς τη μετρική και τη στιχουργία, τα στερεότυπα σχήματα και τη λυρική επεξεργασία της διαλέκτου όσο και ως προς το υπαρξιακό και το μεταφυσικό στοιχείο. Το γεγονός δε πως το μέρος αυτό στη διάλεκτο εκφέρεται αποκλειστικά από έναν θηλυκό αφηγητή εμφαίνει, όπως και στη Σωτηρίου, αλλά και τον πρωτοπόρο Σωτήρη Δημητρίου, τη σημασία που έχουν οι γυναίκες της προ-νεωτερικής κατάστασης ως αγωγοί ιστοριών, αλλά και ως γέφυρες που συνδέουν μέσα από την τελετουργία της καθημερινότητας το χθόνιο και το ουράνιο, αλλά και τη γλώσσα με τη μεταφυσική.[16]

 

γ. Το φύλο

Η γραφή της Παπαλοΐζου δεν είναι απλώς έμφυλα, αλλά και φεμινιστικά προσδιορισμένη, με εμφανή επικριτική διάθεση απέναντι στην πατριαρχική τάξη πραγμάτων της ιστορικής περιόδου από την οποία αρύεται τις πηγές της. Εξού και η κριτική της λειτουργεί οριζόντια σε όλα τα μέρη του βιβλίου και αφορά τόσο στην αφήγηση των Σουηδών όσο και σε εκείνη της Κόρης και του Ξενή. Περαιτέρω, ως κυρίαρχο ενοποιητικό των τριών μερών του βιβλίου στοιχείο προβάλλει η λειτουργία της μητρικής μορφής. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, η επαναληπτική επαναφορά από τον Ξενή της σκηνής με το σύκο που του «κλέβει» ο πατέρας του, για να το προσφέρει στη μητέρα του, την οποία αναπλάθει μνημονικά σε διάφορες παραλλαγές, παραπέμπει ευθέως στον ψυχαναλυτικό τόπο του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Το γεγονός ότι ο Ξενής παρουσιάζεται να έχει παίξει σε μικρή ηλικία τον Οιδίποδα Τύραννο στο κατεχόμενο σήμερα θέατρο των Σόλων διατηρεί τη σημασία του, δημιουργώντας συνδέσεις ανάμεσα στο μητρικό στοιχείο και την απολεσθείσα (πλέον, σήμερα) πατρίδα. Ο ίδιος ο τίτλος του μέρους αυτού («Επιστροφή») μεταφορικά δύναται να παραπέμπει και στον πόθο για επιστροφή των προσφύγων ως αδικαίωτο νόστο. Εκεί παραπέμπει και το ομιλούν όνομα του αφηγητή Ξενή –«ξένος» στον ίδιο του τον τόπο-, αλλά και το χαρακτηριστικό κεφάλαιο «Πατρίδα» του βιβλίου. Ωστόσο, χρειάζεται να επισημανθεί πως η έννοια της πατρίδας στο σύνολο του έργου προσδιορίζεται ως ο τόπος καταγωγής και όχι ως ιστορικο-πολιτισμική οντότητα. Ταυτόχρονα, τα αδέλφια του Ξενή στην ιστορία φαίνεται να παρουσιάζουν παρόμοια με τον ήρωα πρωταρχικά ελλείμματα στην ψυχική τους δομή, τα οποία αποδίδονται αφηγηματικά στην ψυχική απουσία της μητέρας τους, Ροδούς, ένεκα της δολοφονίας του συζύγου της. Όπως και στη Σωτηρίου (2019), το ζήτημα της πολιτικής δολοφονίας αριστερών μη ενωτικών ή ακόμα και προδοτών λαμβάνει μία σαφώς έμφυλη καταγγελτική διάθεση, ωστόσο καθόλου πολιτικά ουδέτερη, ιδωμένο υπό την αφηγηματική οπτική των γυναικών που κλήθηκαν να υποστούν ερήμην τους τις συνέπειες μιας αρσενικά προσδιορισμένης εθνοτικής βίας.

Ο μητρικός χώρος συμβολοποιείται ευθέως στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος ως το καταρχήν πεδίο της (μητρικής) γλώσσας και της καταγωγής, με την απώλεια του τόπου να προβάλλει ως αναβίωση του πρωταρχικού τραύματος της απώλειας του αντικειμένου: «Δε, δε την θάλασσαν, κόρη, εμπήκεν ούλλη μες στα μμάθκια σου. Τα μμάθκια σου τζαι η θάλασσα εν μοιαστά, όπως η μάνα με την κόρη»· «Το χρώμαν της θάλασσας εν γλυτζύν […], τραβά σε. […] Προσμένω το, δοξάζω το […]. / Ακόμα τίποτε.» (273, 287). Η επιδιωκόμενη ταύτιση με το πεδίο της μητρικής χώρας επιτελείται και μέσω της παράστασης ενός γενεαλογικά κληροδοτούμενου θηλυκά προσδιορισμένου πεπρωμένου («πιάννω το πόστον της μάνας» (198)· «Μάνα τζαι κόρη. Καβαλλαρκές. Γεναικωτά.» (200)). Παρότι η μητρική μορφή παρουσιάζεται σαφώς εξιδανικευμένη και στις τρεις κύριες αφηγήσεις του βιβλίου, ακόμα και στην επιστολογραφία του Σουηδού, εντούτοις στο δεύτερο μέρος η μάνα προβάλλει ως ο κατεξοχήν φυσικός και συμβολικός φορέας της πατριαρχικής βίας, σε ό,τι αφορά στον γάμο ως θηλυκό πεπρωμένο. Από τη βία αυτή -στο συμβολικό της βέβαια μόνο σκέλος- δεν ξεφεύγει ούτε και ο άρρεν αφηγητής του πρώτου μέρους, ο οποίος παραμένει από επιλογή ανύπαντρος, παρότι στην ψυχική της ένταση παρουσιάζεται εύστοχα για τα δύο φύλα ως εμφανώς δυσανάλογη. Ταυτόχρονα, μέσα από τον μητρικό ρόλο που αναλαμβάνει η Κόρη για τον μικρότερο αδελφό της, Ττιμή, η συγγραφέας προβάλλει τη μητρότητα ως μία εξιδανικευμένη, ιερή και -παρά τις μεταδομιστικές της καταβολές- σχεδόν ουσιακού τύπου θηλυκή αποκλειστικότητα.

Συνολικά οι τρεις κύριες αφηγήσεις εκθέτουν τον σεξισμό και τα έμφυλα στερεότυπα της εποχής, που στο δεύτερο μέρος προσλαμβάνουν διατομεακά εθνοτικές διαστάσεις -μέσα από τη διασύνδεση του σεξισμού με την εθνοτική βία-, στο δε τρίτο μέρος αντιαποικιακές, με το θηλυκό υποκείμενο να βιώνει την αποικιοκρατία υπό σαφώς δυσμενέστερους όρους από το (επίσης υποτελές) αρσενικό, κατά τρόπο που επιβεβαιώνει, στην περίπτωση της κυπριακής εμπειρίας, την προσέγγιση-ορόσημο της κορυφαίας στοχαστή του μεταποικιακού φεμινισμού

Gayatri Spivak: «Στη σβησμένη διαδρομή του υποτελούς [subaltern] υποκειμένου, το ίχνος της έμφυλης διαφοράς είναι σβησμένο διπλά. […] Εάν στο πλαίσιο της αποικιοκρατικής παραγωγής ο υποτελής δεν έχει ιστορία και δεν μπορεί να μιλήσει, ο υποτελής ως θηλυκό είναι ακόμα πιο βαθιά βουτηγμένος στη σκιά» (1988, 287).[17] Η αφήγηση της Κόρης προβάλλει σε αυτό το πλαίσιο συμβολικά ως η προαιώνια αποσιωπημένη γυναικεία υπόσταση, η οποία διεκδικεί πλέον με σθένος υποκειμενική, αλλά και συγγραφική ορατότητα:

 

«Εσέναν, κόρη», ίντα λοής χάρισμαν σου έδωκεν ο Θεός;»

«Εμέναν έδωκεν μου μμάθκια να θωρώ. Τούτον εν’ το χάρισμαν το δικόν μου.»

Στραοθωρεί με.

«Άκου καλά, Σολή. […] Έχω μμάθκια τζαι θωρώ. Θωρώ μες τις παράγκες, θωρώ μες τον σανόν, θωρώ παντού, μα λαλιάν εν έχω να μαρτυρήσω.»

Βουρά να φκει που την πόρταν, μα στέκουμαι ομπρός του, κόφκω του τον δρόμον.

Γυαλλοθωρώ τον. (251)

 

«Εγίνηκα μανά»

Η Παπαλοΐζου κομίζει στην ελληνική πεζογραφία, ειδικά σε σχέση με τη βρετανική κυριαρχία της Κύπρου, το πρώτο και εξόχως ενδιαφέρον μυθιστόρημα μεταποικιακού φεμινισμού, διερευνώντας τα «τυφλά σημεία» του εθνικού και του αποικιακού λόγου. Παρά τη μεταδομιστική προσέγγιση και απορητική ταυτοτικά πρόθεση, η παράσταση στο βιβλίο της μητρότητας παραπέμπει σε ψυχαναλυτικούς/ουσιακούς τόπους ως προς το φύλο, ενώ η πολιτική προσέγγιση, ρέποντας προς αριστερές επαναπροσεγγιστικές θέσεις, δεν μπορεί να παραμείνει ουδέτερη. Το μυθιστόρημα της Παπαλοΐζου διακρίνει, πέρα από το ιστορικό, ιδεολογικό και θεωρητικό υπόβαθρο, το οποίο επεδίωξα εν συντομία να αναδείξω, η ποιότητα του λόγου, η μεταφορική του δύναμη, η εγγενής ποιητικότητα του ύφους, είτε αυτό αφορά τη διάλεκτο είτε την αφήγηση στην κοινή, η θεματοποίηση της γλώσσας, από το ζήτημα της μορφής στο πλέον πυρηνικό, υπαρξιακό επίπεδο, ο φιλοσοφικός προβληματισμός -σε όλο το εύρος των 400 και πλέον σελίδων του βιβλίου-, αλλά και η αφηγηματική τεχνική. Ο τρυφερός εναγκαλισμός της ταλαίπωρης Κόρης από το υποκείμενο της γραφής, ήτοι η διακριτική αφηγηματική συγχώνευση του α΄ και του γ΄ προσώπου, ομοδιήγησης και ετεροδιήγησης (ή και της αφηγήτριας του «Βουθού» με τον εγκιβωτισμένο εαυτό της) προσθέτει ευρηματικά στην τεχνική του μυθιστορήματος, κατά τον ίδιο τρόπο που παρακολουθούμε τη σιωπηλή εξέγερση της Κόρης στην πορεία της προς την αυθυποστασία: «Εγίνηκα, μανά» (297).

Εγινήκαμεν.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Demetriou, Demetra. 2020. «Identity Politics and the Cyprus Issue». Eastern Mediterranean Policy Note, τχ. 49: 1-6. https://cceia.unic.ac.cy/wp-content/uploads/EMPN_49.pdf.

¾. 2021 «“Έτσι χορεύουν τα βουνά.” Η γυναικεία αισθητική της Ηπείρου στο έργο της Τασίας Βενέτη». Byzantion Nea Hellas, τχ. 40: 207-232.

https://byzantion.uchile.cl/index.php/RBNH/article/view/65289/68577.

Horrocks, Geoffrey. 1997. Greek: A History of the Language and its Speakers. Λονδίνο: Longman.

Said, Edward W. 1978. Orientalism. Λονδίνο: Routledge and Kegan Paul.

¾. 1993. Culture and Imperialism. Νέα Υόρκη: Knopf.

Spivak, Gayatri Chakravorty. 1988. «Can the Subaltern Speak». Στο Marxism and the Interpretation of Culture, επιμ. C. Nelson και L. Grossberg, 271-313. Basingstoke: Macmillan Education.

 

Βενέτη, Τασία. 2013. Του χιονιού. Αθήνα: Το Ροδακιό.

Βοσκαρίδου, Στέλλα. 2013. Αναγέλαστα. Λεμεσός: Τεχνοδρόμιο.

Βουτουρής, Παντελής. 2010. Νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου. Λευκωσία: Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Γεωργίου, Αντώνης. 2023. «Γράφοντας (και) στα κυπριακά». Ο Αναγνώστης. 24 Μαρτίου.

https://www.oanagnostis.gr/grafontas-kai-sta-kypriaka-toy-antoni-georgioy/.

Δημητρίου, Δήμητρα. 2019. «“Μια δική τους λογοτεχνία;” Γυναικεία γραφή: Μύθοι και πραγματικότητες». Ακτή, τχ. 118 (Άνοιξη): 193-219.

¾. 2020. «Η διεκδίκηση της Αντιγόνης: Πικρία χώρα, Κωνσταντίας Σωτηρίου». Cadences 15 (Άνοιξη): 74-89.

¾. 2021α. «“Ο Διγενής αγαπάει τους Άγγλους”: Από το 1821 στο 1955 στα Πικρολέμονα του Lawrence Durrell» [Μέρος Α΄]. Το Κοράλλι, τχ. 29-30 (Απρίλιος-Σεπτέμβριος): 28-41.

¾. 2021β. «“Ο Διγενής αγαπάει τους Άγγλους”: Από το 1821 στο 1955 στα Πικρολέμονα του Lawrence Durrell» [Μέρος Β΄]. Το Κοράλλι, τχ. 31-32 (Οκτώβριος-Μάρτιος): 23-37.

¾. 2021γ (υπό έκδοση). «“Η ποίηση τώρα”: Γλώσσα και φύλο στην ποίηση της Στέλλας Βοσκαρίδου». Modern Greek Studies Online 6: 23-54.

¾. 2022. «“Το πνευματικό νυστέρι”: Κυπριακή διάλεκτος, ιδεολογία και το εθνικό δίλημμα: Η περίπτωση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη». Νέα Ευθύνη, τχ. 56-57 (Ιανουάριος-Ιούνιος): 40-56.

¾. 2023. «Εννέα: Το Χρονικό της αιωνιότητας». Culture Book. 15 Φεβρουαρίου.

https://www.culturebook.gr/meletes-dokimia/ennea-to-hroniko-tis-aioniotitas-tis-dimitras-dimitriou.html.

Δημητρίου, Σωτήρης. 2021. Ουρανός απ’ άλλους τόπους. Αθήνα: Πατάκης.

Δημητρίου, Σωτήρης, Δήμητρα Δημητρίου και Αντώνης Γεωργίου. 2022. Γλώσσα απ’ άλλους τόπους, Παλιό Ξυδάδικο, Λεμεσός. 9 Νοεμβρίου. Διοργανωτής: Βιβλιοτρόπιο. https://www.youtube.com/watch?v=s1M6IcJ4WnE&t=11s.

Κοτζιά, Ελισάβετ. 2020. Ελληνική πεζογραφία 1974-2010: Το μέτρο και τα σταθμά. Αθήνα: Πόλις.

Κυθρεώτης, Χρίστος. 2015. Μια χαρά. Αθήνα: Πατάκης.

Μαργαρίτης Κυριάκος. 2021. Εννέα. Αθήνα: Ίκαρος.

Μελεάγρου, Ήβη. 1969. Ανατολική Μεσόγειος. Λευκωσία: [χ.ό.]

¾. 1981. Προτελευταία εποχή. Αθήνα: Κέδρος.

Μόντης, Κώστας. 1964. Κλειστές πόρτες. Λευκωσία: Εθνικό Συμβούλιο Νεολαίας Κύπρου.

Μπαμπινιώτης, Γεώργιος. 1980. Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Μ. Ρωμανός ΕΠΕ.

Πανταλέων, Λίνα. 2023. «Τι γλώσσα μιλά η νεοελληνική πεζογραφία;». Ο Αναγνώστης. 15 Μαρτίου. Τι γλώσσα μιλάει η ελληνική πεζογραφία; (Λίνα Πανταλέων) | ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ (oanagnostis.gr).

Παπαλοΐζου, Λουίζα. 2021. Το Βουνί. Αθήνα: Το Ροδακιό.

Παπαμάρκος, Δημοσθένης. 2014. Γκιακ. Αθήνα: Αντίποδες.

Περαντωνάκης, Γιώργος Ν. 2018. «Η αγροτική ηθογραφία του 21ου αιώνα». Book Press. 6 Ιουνίου. Η αγροτική ηθογραφία του 21ου αιώνα (bookpress.gr).

Πέτσα, Βασιλική. 2015. Μόνο το αρνί. Αθήνα: Πόλις.

Ρούφος, Ρόδης. 1960. Η χάλκινη εποχή.  Αθήνα: Εστία. Πρώτη έκδ. Λονδίνο: William Heinemann, 1960.

Σεφέρης, Γιώργος. 2007. Βαρνάβας Καλοστέφανος. Επιμ. Ν. Δεληγιαννάκη. Αθήνα: ΜΙΕΤ.

Στόγιας, Γιώργος. 2023. «Η νέα (ελληνο)κυπριακή λογοτεχνία μέσα, έξω και δίπλα στην ελληνική». Ο Αναγνώστης. 19 Μαρτίου. https://www.oanagnostis.gr/i-nea-ellino-kypriaki-logotechnia-mesa-exo-kai-dipla-stin-elliniki-toy-giorgoy-stogia/.

Σωτηρίου, Κωνσταντία. 2015. Η Αϊσέ πάει διακοπές. Αθήνα: Πατάκης.

¾. 2017. Φωνές από χώμα. Αθήνα: Πατάκης.

¾. 2019. Πικρία χώρα. Αθήνα: Πατάκης.

Σωφρονίου, Σωφρόνης. 2015. Οι πρωτόπλαστοι. Αθήνα: Το Ροδακιό.

Χατζηιωάννου, Κυριάκος. 1990. «Η ελληνικότης της Κύπρου βάσει των γλωσσικών κριτηρίων» [1956]. Στο Τα εν διασπορά. Τόμ. Α΄, 1933-1969, 216-242. Λευκωσία: [χ.ό.].

Χαραλαμπίδης, Κυριάκος. 1995. Μεθιστορία. Αθήνα: Άγρα.

Χρυσάνθης, Κύπρος. 1968. Λυρικός Λόγος. Λευκωσία: Πνευματική Κύπρος.

[1] Στους δε πρωτοεμφανιζόμενους βραβεύτηκε μέχρι στιγμής ο Χρίστος Κυθρεώτης για τη συλλογή διηγημάτων Μια χαρά (2015) και, για την ιστορία, το Β΄ Βραβείο Ποίησης έλαβε ο Κύπρος Χρυσάνθης για τον Λυρικό Λόγο (1968), ένας ελάσσων κατά γενική ομολογία σήμερα λογοτέχνης, που ωστόσο επεδίωξε με υπερβάλλοντα ζήλο στην εποχή του την αυτοπροβολή. Τη βράβευσή του Χρυσάνθη επί Χούντας σατιρίζει ο χαρακτηριστικά ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης με στίχο από αδημοσίευτο ποίημα («Έτρεξε μόνος του και ήρθε δεύτερος»), μετέπειτα δημοσιευθέν από τον Άνθο Λυκαύγη στον Φιλελεύθερο, με αναφορά, κατά τον ίδιο τον Χαραλαμπίδη, εκτός από την αποτίμηση του έργου του, «στη δεξιόστροφη συμπάθειά του προς τους “εθνοσωτήρες”», αλλά και στο γεγονός πως «έτρεξε χωρίς δημοκρατικούς αντιπάλους». Προσωπική γραπτή επικοινωνία με Κυριάκο Χαραλαμπίδη, Λευκωσία, 25 Μαρτίου 2023.

[2] Όλες οι αναφορές στο βιβλίο της Παπαλοΐζου (2021) τίθενται εντός παρενθέσεως, με παραπομπή μόνο στον αριθμό της σελίδας.

[3] Βλ. Said (1978, 1993).

[4] Για τη μεταποικιακή προσέγγιση του Μαργαρίτη, βλ. Δημητρίου (2023). Για μια εικόνα της αποικιακής προσέγγισης, στην οποία τα λογοτεχνήματα αυτά απευθείας απαντούν, βλ. Δημητρίου (2021α, 2021β).

[5] Για την έννοια του κυπριωτισμού, βλ. ενδ. Demetriou (2020).

[6] Για μια γραμματολογική επισκόπηση της διαλεκτικής λογοτεχνίας στη σύγχρονη νεοελληνική πεζογραφία, βλ. Demetriou (2021).

[7] Για τη λειτουργία της διαλέκτου στη Σωτηρίου, βλ. Δ. Δημητρίου (2020). Βλ. επίσης την εισήγησή μου και την πολύ γόνιμη συζήτηση που είχαμε με τον Σωτήρη Δημητρίου γύρω από την κυπριακή και την ηπειρώτικη διαλεκτική λογοτεχνία στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Γλώσσα απ’ άλλους τόπους», με διοργανωτή το Βιβλιοτρόπιο (Δημητρίου Σ., Δημητρίου Δ. και Γεωργίου, 2022).

[8] Λ.χ. Περαντωνάκης (2018)· με αναφορά μόνο «στο θέμα της ντοπιολαλιάς», ωστόσο εξίσου με την ίδια γενικευτική διάθεση, Πανταλέων (2023).

[9] Για παράδειγμα, η πεζογραφία της Παπαλοΐζου (2021), της Σωτηρίου (2015, 2017, 2019) ή του Σωφρονίου (2015) δεν εντάσσονται επ’ ουδενί σε ηθογραφικό πλαίσιο κατά τον τρόπο του Δημητρίου (ενδ. 2021), της Βενέτη (2013), του Παπαμάρκου (2014) ή της Πέτσα (2015). Ήτοι, η διάλεκτος δεν εξυπηρετεί απλώς και μόνο τη φωνογραφική πιστότητα ενός παπαδιαμαντικού τύπου αφηγήματος, αλλά εξυπηρετεί μία πιο σύνθετη λειτουργία, σε ειδολογικό και θεματικό πλαίσιο, μάλιστα, που δεν ανταποκρίνεται στην ηθογραφία.

[10] Κοτζιά (2020).

[11] Κούρτοβικ (2021, 340).

[12] Βλ. σχετ. Demetriou (2021).

[13] Βλ. ενδεικτικά Βουτουρής (2010, 71-82)· Demetriou (2020)· Δ. Δημητρίου (2022). Το άρθρο γνώμης του Στόγια (2023), ως απάντηση στην πρόσφατη, προσωπικού -και σίγουρα όχι επιστημονικού- χαρακτήρα τοποθέτηση της Πανταλέοντος (2023) σε σχέση με την κυπριακή διαλεκτική πεζογραφία, επισημαίνει μεν την αναγκαιότητα συνυπολογισμού της πολιτικής διάστασης σε ό,τι αφορά στην κυπριακή παραγωγή, ωστόσο, πρώτον, αναφέρεται μόνο στο σύγχρονο πλαίσιο, παραβλέποντας τη γραμματολογική διαχρονία του φαινομένου, και, δεύτερον, δημιουργεί την εντύπωση ότι για (όλους) τους Κύπριους συγγραφείς σήμερα η νεοελληνική κοινή λειτουργεί «καταπιεστικά» έναντι της διαλέκτου ή ότι στην Κύπρο οι δύο ποικιλίες της ελληνικής θεωρούνται (εσφαλμένα γλωσσολογικά, βεβαίως) ως δύο διαφορετικές «γλώσσες». Η δε απάντηση του Γεωργίου (2023) για το ίδιο θέμα προβαίνει σε άτοπη διασύνδεση της αδιαμφισβήτητης εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας (περιλαμβανομένων και των διαλέκτων) στη διαχρονία (βλ. ενδ. Horrocks (1997)· Μπαμπινιώτης (1980)· Χατζηιωάννου (1990)) με μία ορισμένη ιδεολογία, που αφορά ορισμένους μόνο συγγραφείς, της παρούσας συγχρονίας. Αυτές οι θέσεις αφορούν αποκλειστικά αριστερής ή/και νεοκυπριακής προσέγγισης λογοτέχνες· ακόμα δε και σε αυτούς η διάλεκτος δεν χρησιμοποιείται κάθε φορά με πολιτικό πρόσημο, αλλά διαθέτει μία πολύ συνθετότερη λειτουργία, που καλό θα ήταν να εξετάζεται στην ολότητά της, προκειμένου να μην αδικεί ερμηνευτικά τον ίδιο της τον εαυτό (βλ. ενδεικτικά την ανάλυσή μου για τη διάλεκτο στη Σωτηρίου (2020), τη Βοσκαρίδου (2021γ) ή, εδώ, την Παπαλοΐζου). Για τη δε λογοτεχνία της Επτανήσου, της Κρήτης, του Αιγυπτιώτη ελληνισμού, της Μικρασίας, της Κύπρου ή της Ηπείρου, ειδικά δε στις δύο τελευταίες μέχρι και σήμερα, όπου ο τόπος διαμορφώνει διαχρονικά το θεματικό, ιστορικό, γλωσσικό και διακειμενικό (λογοτεχνικό και ευρύτερα γραμματειακό) υπόβαθρο του λογοτεχνικού προϊόντος (Demetriou 2021), υπάρχει σοβαρή και ογκώδης βιβλιογραφία, οπότε θεωρώ τις εν λόγω στον περιοδικό τύπο συζητήσεις γύρω από την κυπριακή διάλεκτο ψευδοδιλημματικές, άγονες και έξω από επιστημονικά, γλωσσολογικά και γραμματολογικά, ανάμεσα σε άλλα, πλαίσια.

[14] Για τη γλωσσοκεντρική προσέγγιση της Στέλλας Βοσκαρίδου, βλ. Δ. Δημητρίου (2021γ).

[15] Για το μεθοδολογικό πλαίσιο του ψυχαναλυτικού φεμινισμού, βλ. Δ. Δημητρίου (2019).

[16] Βλ. σχετ. Δ. Δημητρίου (2020)· Demetriou (2021).

[17] Όπου δεν αναφέρεται το αντίθετο, η μετάφραση είναι δική μου.

 

 

(*) Η Δήμητρα Δημητρίου είναι δρ Συγκριτικής Φιλολογίας (Πανεπιστήμιο Paris-Sorbonne – Paris IV) και μέλος στο Συνεργαζόμενο Εκπαιδευτικό Προσωπικό του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 

Λουίζα Παπαλοΐζου, το Βουνί, Το Ροδακιό

Προηγούμενο άρθροΗ Λογοτεχνία Αλλιώς (3η διεθνής μαθητική συνάντηση)
Επόμενο άρθροBernardine Evaristo, Κορίτσι, Γυναίκα, Άλλο: κατάφαση στη ζωή και στο συνανήκειν (της Ανδρονίκης Τασιούλα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ