Εφηβεία Χ 5 : βιώματα (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

0
691

 

της Μαρίζας Ντεκάστρο

 

Ο πόλεμος που κέρδισα (Kimberly Brubaker Bradley, μτφρ. Ευδοξία Μπινοπούλου, Παπαδόπουλος), η συνέχεια της δυνατής ιστορίας, με ηρωίδα την Έντνα Σμιθ, που διαβάσαμε στο Ο πόλεμος που έσωσε τη ζωή μου. Η Έντνα, μακριά από το βομβαρδισμένο Λονδίνο και από τη μητέρα -τέρας, ασφαλής πλέον με τον μικρό αδελφό της στης Σούζαν, αντιμετωπίζει νέα διλλήματα και προκλήσεις: πώς να φερθεί στην εχθρό, την πιθανή κατάσκοπο, τη συνομήλικη γερμανοεβραία η οποία εισέβαλλε αιφνίδια στο σπίτι της; Ναι, ήθελε να έχει μια αδελφή, αλλά η Ρουθ της έτυχε; Η Έντνα δεν έχει τις γνωστές προκαταλήψεις απέναντι στους Εβραίους, ωστόσο η πολεμική έξαψη και ο πατριωτισμός την οδηγεί να την απορρίψει. Υπήρχαν «καλοί Γερμανοί»; Τι είδους άτομα ήταν οι κατατρεγμένοι Γερμανοί και γιατί τους κυνηγούσαν οι συμπατριώτες τους; Η σχέση των κοριτσιών έχει τα πάνω της και τα κάτω της, συναισθηματικά κλεισίματα και επιθετικότητα (βάζουν και οι ενήλικοι το χεράκι τους…), και οι δυο πληγώνονται από θανάτους αγαπημένων τους. Στο τέλος νικάει η ψυχραιμία και η λογική. Συνεχίζοντας τον πρώτο τόμο, η συγγραφέας παρουσιάζει διαφορετικές πλευρές της ζωής κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου οι οποίες απασχολούν ακόμα και σήμερα.

 

Τίγκρε, με τα χέρια γυμνά (Γιώργος Κ. Παναγιωτάκης, Πατάκης). Ο Γιώργος Παναγιωτάκης,  έκανε το τολμηρό άλμα να γράψει ένα νεανικό μυθιστόρημα που δεν μιλάει για τα καθ’ ημάς, αλλά για τη ζωή στις βραζιλιάνικες φαβέλες, θέμα που συναντούμε συνήθως μόνο στον τύπο. Προφανώς η πορεία του νεαρού ποδοσφαιρόφιλου Τίγκρε μας αφορά γιατί είναι ένα παιδί, αλλά όχι μόνο. Το γεγονός και μόνο ότι η δράση τοποθετείται στην άλλη πλευρά του πλανήτη αποκτά μια ευρύτητα που δεν τη συναντούμε σε μυθιστορήματα Ελλήνων συγγραφέων. Το ζητούμενο για τον Παναγιωτάκη ήταν να παρακάμψει τοπικές συνθήκες και ιδιαιτερότητες και να αναδείξει στο έργο του οικουμενικά χαρακτηριστικά (συναισθήματα, φόβους, αγωνίες, χαρές, …), να ανοιχτεί σε περιβάλλον που μοιάζει μακρινό και άγνωστο στους νεαρούς αναγνώστες και να τους πείσει ότι τα δικά τους έχουν στενή σχέση με τα των κάθε άλλων. Να διατηρήσει δηλ. τα κοινά που αφορούν τους πάντες, όπως κάνουν πολλοί από τους συγγραφείς των μεταφρασμένων μυθιστορημάτων που διαβάζουμε.

«Έχω δικαίωμα στη ζωή, ακόμα κι όταν τα χέρια μου είναι γυμνά και κρατούν μόνο όνειρα», θα μπορούσε να μας πει ο ήρωας από τη φαβέλα του Ρίο. Ο Τίγκρε είναι σαν όλα τα παιδιά, έχει ανάγκη προτύπων, έχει ανάγκη αγάπης και αξιών, μόνο που εκεί όπου ζει καλείται να ωριμάσει πριν την ώρα του και να επιλέξει δρόμο. Οι Σειρήνες της εύκολης και λαμπερής ζωής των ποδοσφαιρικών αστέρων ζωή κρύβει σχεδόν πάντοτε στο βάθος βάθος συμμορίες, ναρκωτικά και βρωμιά, δημιουργώντας έναν ιστό που θέλει κότσια για να τον σκίσεις. Παρόλες τα εμπόδια και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις του οι οποίες τον καλούν να ενδώσει στο κάλεσμα των Σειρήνων, ο Τίγκρε θα βρει στο πρόσωπο του κατάπτυστου για όλους προπονητή, στις αξίες με τις οποίες τον διαπαιδαγώγησε η γιαγιά του και στις φιλίες που θα κάνει τα στηρίγματα που θα τον δυναμώσουν. Ένα σκληρό μυθιστόρημα με αισιόδοξο μήνυμα!

 

Ξινή πορτοκαλάδα (Αλεξία Κατσικογιάννη, Καστανιώτης). Είναι αξιοπρόσεχτο πώς μια νεαρή ταλαντούχα φωνή στο πρώτο της μυθιστόρημα δεν λογοτεχνίζει και αφηγείται όπως ακριβώς μιλάει με τους φίλους της. Αυτή είναι και η σημαντική διαφορά από τα μυθιστορήματα για εφήβους που γράφουν ενήλικοι συγγραφείς, οι οποίοι προσπαθούν να μιμηθούν και να αναπαράγουν τον νεανικό λόγο. Το προτέρημα της Κατσικογιάννη είναι ότι δεν παρασύρεται από τη γραφή έμπειρων συγγραφέων και δεν ακολουθεί τα δικά τους πρότυπα. Αν το έκανε, το αποτέλεσμα δεν θα είχε φρεσκάδα, θα ήταν κάπως πλαστό! Κάποιοι μπορεί να πούνε ότι δεν είναι και δύσκολο αφού η νεαρή συγγραφέας γράφει για συνηθισμένα νεανικά προβλήματα. Λάθος. Παρατηρεί με προσοχή, εμβαθύνει σε καταστάσεις, επεξεργάζεται συναισθήματ.

 

Τα φαντάσματα του Ντέμιν (Βερένα Κέσλερ, μτφρ. Δέσποινα Κλεομβρότου, Καστανιώτης). Δέκα χρόνια μεγαλύτερη από την Κατσικογιάννη, η Γερμανίδα Βερένα Κέσλερ παρουσιάζει μια πιο ακραία εκδοχή της εφηβείας που ζει η ηρωίδα της, Λαρίσα, στη μεταπολεμική Γερμανία. Το μυθιστόρημα αναπτύσσεται πάνω σε δυο άξονες, κατά τη γνώμη μου ισοβαρείς. Ο πρώτος είναι το κοινωνικό περιβάλλον, στο σπίτι της Λαρίσας δεν ζουν η γιαγιά και ο παππούς αλλά ο νεότερος και μηχανόβιος γκόμενος της μητέρας, ο ερωτεύσιμος συμμαθητής δουλεύει στο σουπερμάρκετ εγκαταλείποντας το σχολείο στο τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, οι δυο τους επιδίδονται σε επικίνδυνα παιχνίδια αντοχής του οργανισμού τους για να αποδείξουν… Η απόσταση μεταξύ των δυο κοριτσίστικων ζωών εκμηδενίζεται, το ίδιο και οι διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες. Ο οξύς λόγος τους φανερώνει ότι, και αυτές και όλες οι έφηβες, υποφέρουν από έλλειψη επικοινωνίας και κατανόησης, μοναξιά, αναζητούν φιλία και αποδοχή. Η συμφιλίωση με το παρελθόν στη χώρα όπου τα φαντάσματα του πολέμου εξακολουθούν να στοιχειώνουν επειδή οι νεκροί συγκατοικούν με τους ζωντανούς, είναι ο δεύτερος άξονας. Η πόλη του Ντέμιν κατατρύχεται από ένα τραύμα όταν σήμανε η ήττα της Γερμανίας. «Οι ναζί να πεθαίνουν οποτεδήποτε» λέει ο Τίμο  μιλώντας για τις γυναίκες, τους άντρες, τα παιδιά που οδηγήθηκαν αυτοβούλως σε αυτοκτονία, σε ομαδικό πνιγμό στο ποτάμι της, όταν πλησίαζαν οι νικητές.

Ο θάνατος των άγνωστων γνωστών συμπολιτών καθώς και οι θάνατοι που σημάδεψαν τις οικογένειές των ηρωίδων είναι συνεχώς παρόντες, και το θέμα είναι πώς να τους χωνέψεις, πώς να πενθήσεις τους νεκρούς και να τους μνημονεύσεις όταν εκείνοι που τους έζησαν θα φύγουν από κοντά μας.

 

Τα καλά κορίτσια δεν μιλάνε (Candace Bushnell-Katie Cotugno, μτφρ. Κωνσταντίνα Καρύδη, Ψυχογιός), ή αλλιώς: παρενόχληση από τον φιλικό καθηγητή. Ένα δυνατό μυθιστόρημα για το πώς οι ενήλικοι έχουν την εξουσία να διαστρέφουν μια κατάσταση που τους ενοχοποιεί και πώς οι συνομήλικοι παρασύρονται από κατεστημένες ιδέες περί του ερωτισμού των νεαρών κοριτσιών και, αντί να συμπάσχουν με το θύμα, γίνονται, έστω και προσωρινά,  κατήγοροι. Όμως τα καλά κορίτσια μιλάνε… Δυστυχώς, όσα περιγράφουν οι συγγραφείς για τις σχέσεις μαθητριών με τους καθηγητές τους, εντός και εκτός σχολείου, έχουν μεγάλη δόση αλήθειας. Μένει να γραφτούν βιβλία για την αντίθετη περίπτωση, των γυναικών εκπαιδευτικών οι οποίες με την εξουσία, που επίσης διαθέτουν, μπλέκονται συναισθηματικά και δημιουργούν σχέσεις με τους έφηβους μαθητές τους.

 

Οι αλήθειες των παραμυθιών

Ζάζα (Αργυρώ Πιπίνη, εικ. Πέτρος Μπουλούμπασης, Καλειδοσκόπιο). Η Ζάζα είναι μια κούκλα. Δεν είναι το παιχνίδι που πέταξε στα σκουπίδια η μικρή του ιδιοκτήτρια όταν τη βαρέθηκε. Είναι η κούκλα της Εστρέα, μάρτυρας γεγονότων παλιών που δεν πρέπει να ξεχαστούν, όπως είναι ο Ottο του Tomi Ungerer. Μιλάω για τους τεράστιους σωρούς παιχνιδιών που σώθηκαν στις αποθήκες των ναζιστικών στρατοπέδων και επέζησαν ως εκθέματα πλέον, αποδείξεις της μοίρας των μικρών ιδιοκτητών τους. Τα παιχνίδια είναι τα κατεξοχήν οχήματα που χρησιμοποιούν συγγραφείς, ψυχολόγοι, ψυχοθεραπευτές, παιδαγωγοί για να μιλήσουν και να φωτίσουν τις απορίες των παιδιών σχετικά με το μεγάλο τραύμα του 20ου αιώνα. Ένα βιβλίο λοιπόν για το Ολοκαύτωμα. Καταρχήν είναι οι ήχοι που φοβίζουν, τοκ τοκ τοκ, γαβ γαβ, γουφ γουφ, μπαμ μπουμ, τσαφ τσουφ, σσστ σσστ η σιωπή, Βιολέτες και τριαντάφυλλα, γαρδένιες, γιασεμιά, ζουμπούλια, μενεξέδες, πασχαλιές… ένα τραγούδι σαν βάλσαμο για την ψυχή. Κι έπειτα η ποίηση που δίνει ελπίδα με τις λέξεις. Η Εστρέα ήταν από τους τυχερούς, η Ζάζα την ξαναβρήκε. Η ιστορία τους άγγιξε βαθιά τον καλλιτέχνη Πέτρο Μπουλούμπαση. Ακολούθησε την πορεία τους, φαντάστηκε το κορίτσι με πρόσωπο παγωμένο σαν της κούκλας της, τα ποδαράκια της που δεν θα χοροπηδούσαν ξανά, ένα δάσος σκοτεινό και αφιλόξενο. Μια οπτασία έγινε η Εστρέα με σβησμένα χαρακτηριστικά, ριγωτή στολή και κίτρινο αστέρι! Εικόνες γεμάτες  συναίσθημα.

 

Τα αμέτρητα (Μαρία Αγγελίδου, εικ. Βασίλης Σελιμάς, Ίκαρος). Να μετρήσεις τα αμέτρητα… καμιά σχέση με τα μαθηματικά! Τα αμέτρητα είναι αμέτρητα γιατί είναι ουτοπία, άφταστο όνειρο, διαφορετικό για τον καθένα. Είναι εντελώς προσωπικά τα αμετρητα, είναι η ματιά στον κόσμο, τους ανθρώπους, τη φύση, στα κάθε λογής πλάσματα, τις καταστάσεις. Είναι αισθήματα και συναισθήματα που γεννιούνται κάθε μέρα που ξημερώνει, είναι οι εικόνες που έφτιαξε ο Βασίλης Σελιμάς για αυτό το παραμύθι το γεμάτο μεγάλες αλήθειες. Η Μαρία Αγγελίδου αγαπά τα παραμύθια και τούτο εδώ βγήκε από την καρδιά της! Το κορίτσι της, του παραμυθιού, περιμένει τον πρίγκηπα που θα κερδίσει την αγάπη της. Θα την κερδίσει εκείνος που θα της προσφέρει την αγάπη τού μαζί!

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΠώς η ανάγκη γίνεται ιστορία. Πώς η ιστορία γίνεται σιωπή (της Μαρίας Μποντίλα)
Επόμενο άρθροΣιδηρόδρομος σφυρίζων εις την πεδιάδα (της Όλγας Αυγουστάτου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here