Εδώ στο Νότο

0
185

  

Της Νίκης Τρουλλινού.

Να ‘ρθεις απόβραδο. Νότια της πόλης και ψηλά. Το δειλινό  πάνω στον Ψηλορείτη και οι γέροντες ακόμη στο καφενείο. Να πίνουν τσικουδιά μασουλώντας σταφιδοελιές και να λένε ιστορίες: απόηχος της απωλεσθείσας κοινοτικής ζωής, να μας φιλεύει τ’ απομεινάρια της.  Το Πετροκέφαλο ασπρολογάει κάτω από τον ήλιο στα πόδια του Ψηλορείτη έγραψε ο Ν. Καζαντζάκης κι έβαλε τον Καπετάν Μιχάλη τα ξεπαστρεύει τον αντίζηλο σε τούτο το χωριό. Τις νύχτες, που βγαίνουν οι ζουρίδες, οι κουκουβάγιες και τα τριζόνια, είναι φορές που ακούω τα βήματα της τουρκοκρητικιάς  ν’ ανεβαίνει στην εκκλησιά των χριστιανών. Με στοίχειωσαν οι κουβέντες του ενενηντατριάχρονου  Πουλάκη:  ο Τούρκος αγάς, που λες, είχε όλα τα χωράφια δικά του, από το σπίτι σου μπροστά ως του Καντρή τη γέφυρα, κάτω στο φαράγγι. Την πήρε τη χριστιανοπούλα γυναίκα του. Αδερφή της γιαγιάς μου. Του τηνε δώκανε. Να μη γίνει κακό. Μπορεί βέβαια να ΄τανε και η περιουσία, ποιος ξέρει. Μπορεί γιατί κι ο ίδιος ήτανε κρυπτοχριστιανός. Την αφήκε στην αρχή ν’ ανεβαίνει, βαθιά χαράματα στο χωριό, μπροστά από τη πόρτα σου αναγκαστικώς, να ξομολογάται στον παπά της Παναγιάς, μετά τσή ‘κανε δικιά της εκκλησιά, στο ρυάκι δίπλα, κάτω από το πλάτανο, εκεί που μαζεύετε μυρτιές. Φύγανε βέβαια, με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Έκλαιγε, λέει αυτή, έσκουζε στο κλάμα, πήρανε και το Γιωργή το γιο τους, πως τη λέγανε; Δε θυμούμαι. Δεν έλεγε η γιαγιά μου τ’ όνομα τση, ούτε εκεινού, του τουρκοκρητικού,   το  όνομα έλεγε κανείς, τάφος… 

Τα φώτα ανάβουν φανερώνοντας  χωριά να πάλλονται εκεί που δεν το περιμένεις. Τα βατράχια κοάζουν στο ρέμα, ο σκύλος αλυχτά, ο γκιώνης κράζει κι ένας δεύτερος του απαντά από το πέρα  χωράφι. Μπορεί να σχολιάζουν τα νέα της νύκτας, ποιος ασβός βγήκε από την φωλιά του και ποια αφηρημένη ζουρίδα έπεσε θύμα τροχαίου. Απέναντι ο male vicino, πολιορκητική μηχανή ήτανε και ξερνούσε θάνατο. Από κει το όνομα, Μαλεβίζι, ύστερα μαλβάζια – το περίφημο κρασί. Χιλιάδες βαρέλια φόρτωνε η Γαληνότατη στις γαλέρες, μεθούσε και κοκορευότανε στην Εσπερία, έχω τη δική μου Τοσκάνη. Το ανάγλυφο της γης, αυτό τα κάνει όλα. Η Φύση στα κέφια της και οι σεισμοί κυρίαρχοι του παιγνιδιού. Επάλληλες σειρές λόφων και κοιλάδων, φαράγγια, και το βουνό στο κάδρο. Με την ανατολή οι αχτίδες του  ήλιου, ίδιοι προβολείς διασχίζουν εραλδικά σύννεφα, αποκαλύπτουν όλη την ομορφιά του Ψηλορείτη να ρίχνει τη βαριά του ανάσα στα χωριά. Από το βορρά στο νότο, ίδιο ανήμερο θεριό κι ας τον φυτέψανε ανεμογεννήτριες. Απέναντι το Πενταμόδι πηγμένο στις βίλες. Και να σκεφτείς πως εδώ, ο Στέφανος Σαχλίκης, αφέντης των λόγγων  και κυνηγός της πέρδικας και του λαγού, θαμώνας των μπουρδέλων του Χάνδακα και  μέγας χαρτοπαίκτης, έγραψε ενενήντα εφτά στίχους, Ο έπαινος της Ποθοτσουτσουνιάς, να χαίρεται ο Διόνυσος και να χαμογελούν τα θηλυκά πίσω από το ανασηκωμένο τους χεράκι. Ομονοούν οι επαΐοντες, αυτός ο Πατέρας της κρητικής λογοτεχνίας.

Θα πάρουμε το δρόμο νότια πάντα κι όλο πιο ψηλά. Άγιος Μύρων και η θέα απλώνεται προκλητική ως τον Γιούχτα. Από την Αμπάδαινα  σε καλημερίζουν τα χωράφια. Ελιά και αμπέλια. Όλες οι αποχρώσεις του πράσινου σε ρίγες, μεθυσμένα μονοπάτια τον Αύγουστο στον τρύγο, όλες οι γλώσσες των Βαλκανίων το χειμώνα στο λιομάζωμα. Πυργού για  τις βυζαντινές εκκλησιές της, Κάτω και Πάνω Ασίτες, σοκάκια με μαντζουράνα και κρητικά κονάκια. Στο μοναστήρι του  Γοργοελεήμωνα οι αλιτάνες μυρίζουν φρέζες τη Μεγαλοβδομάδα, ο αιωνόβιος πλάτανος, η πηγή, κι ο μαστραπάς να ξεδιψάσεις. Τριγύρω σέρνουν χορό τα σπηλιάρια: Κυνηγόσπηλιος, Νυχτεριδόσπηλιος και μην τολμήσεις  να ξυπνήσεις τις  νυχτερίδες, τα Σιδεροσπηλιάρια μέσα στο δρόμο, και πάνω από το κεφάλι σου κρέμεται το καταφύγιο του Πρίνου. Οι  βυζαντινοί του Νικηφόρου Φωκά  συνομιλούν με τους βενετσιάνους ναοδομώντας, στο Πετάλι ένα γοτθικό παράθυρο, στην Κιθαρίδα εντοιχισμένα κεραμικά πιάτα. Και τα ρακοκάζανα παντού. Στις απότομες υπώρειες του Ψηλορείτη που όσο κατεβαίνουν γίνονται τρυφερές παρειές  τα νερά τρέχουν υπόγεια, γιατί, κακά τα ψέματα, σε τούτο τον τόπο πια, οι μύθοι συμπορεύονται με την ανατροπή τους. Κι ο Ξενικάδος κι ο Βαθειάς και ο Αγαδικός λαλούν υπόκωφα, αν θες να τους ακούσεις μέσα στα βιβλία των παλιών περιηγητών.

Πριν τον Πρινιά η Πατέλα της αρχαίας Ριζηνίας. Καιροσκόπος η αρχόντισσα, πότε με τους Κνώσσιους, πότε με τους Γορτύνιους,  καθώς ήλεγχε τον πέρασμα  βορρά νότου, μάζευε πλούτη. Χρυσά κοσμήματα, φαγεντιανές πέτρες, πήλινα στολίδια. Αυτά, στα Μουσεία. Εδώ είναι η θέα που κόβει την ανάσα. Από το Κρητικό πέλαγος ως το Λιβυκό. Οι πελώριες πέτρες φυτεμένες στα χωράφια, άλλοι τις φωνάζουν Τυριά της γριάς, άλλοι Αμάδες του Διγενή. Καθότανε δω πάνω ο Ακρίτας κι έπαιζε αμάδες με τα συντρόφια του ως πέρα την Κύπρο και την Ανατολία. Κι έβαζε σημάδι  τους πειρατές και στις δυο θάλασσες. Σκέψου: βορειότερα,  ένα σύντομο πέταγμα του γερακιού που μας κοιτά, ο Στρούμπουλας, εκεί να βιγλίζει ο Τάλως ο πετροβολητής. Μύθοι, η συνέχεια τους,  και η δική μας ανάγκη για  παραμυθία.

Και βγήκαμε στο δρόμο της Μεσσαράς. Χωριά και κωμοπόλεις στον κεντρικό  οδικό άξονα  βάζουν στοίχημα με την κακογουστιά, την επίδειξη, την αλαζονεία. Ένας αχταρμάς ο τόπος. Άλλοτε φεύγω πατώντας γκάζι, άλλοτε χαζεύω αμφίθυμη: πουλήσαμε την ψυχή μας στην πρόοδο και την ανάπτυξη. Να ξεφύγουμε από τις αρρώστιες, τα καμμένα από τους Ναζί χωριά,  φτώχεια,  μετανάστευση,  ζωοκλοπή, βεντέτα. Μόνο που χάσαμε το μέτρο! Και, σάμπως υπήρχε ποτέ μέτρο εδώ, τι ψάχνεις παιδάκι μου, εδώ αρχίζει ο Νότος και η Ανατολή. Γι’ αυτό και μεις θα πάμε  δεξιά, να βρούμε τα Ριζά πάλι του Ψηλορείτη.

Μικρές εύφορες κοιλάδες και άπειρες στάσεις για το μάθημα  φυτολογίας. Ανεμώνες, μαχαιρίδες, πετρομάρουλα, μυρώνια και  κουτσουνάδες,  λάπαθα, μάραθα, μαντηλίδες, ασκόλυμπροι. Πρίνοι, κουτσόπρινοι, σφεντάμια, ευκάλυπτοι, φραγκοσυκιές, αμπεριές, χαρουπιές, κουτσουπιές, πάντα η φιλεύσπλαχνη ελιά  και μικρά περβόλια στις απανεμιές. Κυπαρίσσι και πευκοκυπάρισσο. Το πρώτο, αντρίκιο,  αυστηρό, ευθυτενές, το άλλο απλώνει χαρούμενο τα κλαδιά, θηλυκό, στέκονται δίπλα- δίπλα στα κοιμητήρια. Το πράσινο τους, χρώμα  στους πίνακες του Ελ Γκρέκο. Τα κοιμητήρια. Έχετε δει τι όμορφοι τόποι είναι τα κοιμητήρια των χωριών την άνοιξη; Στις πλαγιές των λόφων, πάντα προς την κορυφή, φρουρούμενα άγρυπνα από παλιά κυπαρίσσια. Η άνοιξη τα τριγυρίζει με κίτρινες ξυνίδες  και τα καντήλια αναμμένα ξαγρυπνούν τις νύχτες. Προέκταση φωτεινή του ανθρώπινου χεριού που τα άναψε, τα σώματα μαυροντυμένων γυναικών να φτάνουν ακόμα από τον κόσμο του Μύθου, σκυμμένα στα μνήματα , το λάδι,  το φυτίλι, λίγα φρέσκα λουλούδια, όχι πως τα πλαστικά δεν λείπουν και δω, απόηχος της κουλτούρας του εύκολου, του δήθεν αμάραντου, εντέλει του τόσο ευτελούς.

Στη Γέργερη η φιλοξενία ακατάλυτος νόμος. Ο καφές και το τσουρέκι κερασμένα,  η γραία κόβει κλαδάκι έρωντα από τη γλάστρα,  να ξανάρθεις να πάμε στο δάσος του Ρούβα. Στο Βαλσαμόνερο, λένε, πως εδώ ο Δομήνικος παιδαρέλι έμαθε πτυχολογία από το δάσκαλο Δαμασκηνό, κι οι δυο μαθήματα πήρανε από τις πτυχώσεις των βουνών και των λόφων, κι η ταμπέλα για τα Βορίζα διάτρητη από σφαίρες. Τόποι σκληροί, καπεταναίοι και αντάρτες, ζωοκλέφτες και δωσίλογοι τους διαφέντεψαν. Και να τες πάλι τις ιστορίες. Στο Ζαρό, τα νερά στη λίμνη του Βότομου, οι λόχμες, τα τιτιβίσματα.  Η κυρά Αναστασία το βράδυ θα κεράσει θαλπωρή και θα βαφτίσει τον ουρανίσκο σου στον περίφημο τζουλαμά της. Με το ξημέρωμα θα κατέβουμε στον κάμπο.

Την  ασχήμια  την προσπερνάμε, αφήνουμε το δρόμο των Ματάλων, αποικία των χίπις στα ’60, περασμένα μεγαλεία, γραμμή για τον Κομμό. Το κύμα ως πέρα την Αφρική, κρινάκια στην άμμο, η καρέτα- καρέτα  εδώ γεννάει τ’ αυγά της, να ‘ναι καλά οι Καναδοί αρχαιολόγοι που σκάβουνε το παλιό λιμάνι. Φύγανε κι από δω καράβια για την Τροία. Στη Φαιστό που δεν είναι η Κνωσσός καθώς ο κύριος Έβανς δεν πέρασε από δω να μπογιατίσει στις πέτρες τις ιδεοληψίες του. Τα ερείπια σπαρμένα γύρω από το λόφο, τουρίστες ξαφνιασμένοι από το Νοτιά. Η γιαπωνέζα κυρία με άσπρα γάντια και ομπρελίνο, της το άρπαξε ο άνεμος, νάτο κόκκινο, το  πήρε βόλτα πάνω από τ’ αρχαία λιθάρια. Κι αυτός, ο μέγας αφέντης, λίβας ή χαμσίνι τ’ όνομα του, ανεβαίνει από την Λιβύη και την Αίγυπτο, πιο πέρα ακόμη, από τη Σαχάρα, γλείφει τη Φαιστό, κι  ορμάει στον κάμπο,  ακονίζει τα νύχια του στα περάσματα του Ψηλορείτη και των Αστερουσίων για να ξεσπάσει στο βορρά, πάνω στο Χάνδακα και να πάρει αμπάριζα το Αιγαίο. Μαζί με την κόκκινη  βροχή του. Όλα τα ματώνει – ανοιγμένα  αμπέλια, ανθισμένες ελιές, ξεχασμένα ρούχα στις απλώστρες, δρόμους και δέντρα, και τζάμια, αγάλματα και φανοστάτες. Λυπημένοι οι κάτοικοι• ποτέ δεν θα συνηθίσουν την κόκκινη βροχή του Νότου. Αλλά και δεν θα πάψουν να την περιμένουν. Στους Αγίους Δέκα είναι η τελευταία στάση. Εκεί, μέσα στο στενορύμι έχω μια φιλενάδα, περνώ κάποιες φορές να της γνέψω. Κομμένα χέρια και κεφάλι, ανύπαρκτο σώμα, μόνο δυο τορνευτά στήθη από μάρμαρο και οι πτυχώσεις της χλαμύδας. Εντοιχισμένη στην πρόσοψη παλιού σπιτιού, αρχαία θεά ή Ρωμαία κόρη• η αρπαγή  απ’ τα παλάτια της Γόρτυνας.

Να φύγεις απόβραδο από τη θάλασσα. Την ώρα που φτωχαίνουν οι λέξεις για το πορφυρό πάνω στο μαβί του ορίζοντα. Από την Πύλη της Άμμου. Θ’ ανέβουμε την πέτρινη σκάλα ως το Μπεντένι. Δεξιά μας οι Εφτά Μπαλτάδες, εφτά φονικά χασαπομάχαιρα στα χέρια των επίλεκτων Οθωμανών φρουρών, οι γερανοί φορτώνουν εμπορεύματα παράξενα όμορφοι και ταιριαστοί, κι ο Κούλες προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι ανάμεσα στα οχηματαγωγά και τα κατάρτια των ιστιοπλοϊκών. Φαίνεται πως κάθε πρωί ο μικρός Αλεπουδέλης, γεννημένος στη γειτονιά ετούτη, έβλεπε… κι έγραψε:

και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας / οι Εφτά Μπαλτάδες…/ Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας Κούλες.

 

Σημ: Ένθετο,  μικρές πατρίδες,  ΤΑ ΝΕΑ   27/8/2011, Εδώ δημοσιεύεται με ουσιώδεις διαφορές.

Προηγούμενο άρθροSimon Singh: τα υπέρ και τα κατά των εναλλακτικών θεραπειών
Επόμενο άρθροΙερεμίας Γκότχελφ: Μαύρη Αράχνη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here