Δύο θάνατοι (διήγημα του Πάνου Τσερόλα)

0
370
Louis Edouard Fournier The Funeral of Shelley

 

του Πάνου Τσερόλα

Από τις πλαγιές κατηφόριζε ομίχλη.

Την κοίταζε και σκεφτόταν: το φάντασμα μιας χιονοστιβάδας.

Σκεφτόταν- μια φασματική προβολή ενός συντριπτικού φινάλε. Τόσο αργή και τόσο αναπόδραστη.

Την κοίταζε και σκεφτόταν και προσπαθούσε να επιβάλλει στην όρασή του να λειτουργήσει σε όλο της το περιφερειακό εύρος. Έτσι ηρεμούν τα οπτικά νεύρα. Βάθος πεδίου, ανοιχτοί ορίζοντες. Ωκεανοί, πεδιάδες και βουνά. Έτσι ηρεμούν τα οπτικά νεύρα και έτσι εξημερώνεται η σκέψη.

Την κοίταζε και σκεφτόταν και εστίαζε στην περιφερειακή του όραση και μπροστά του ασύμμετρες σειρές από λευκούς σταυρούς και ανομοιόμορφα μνήματα. Οικεία αναπαράσταση του θανάτου, ένα παγωμένο τοπίο, ένα κάδρο από ασάλευτα μέρη πλην της ομίχλης που κατηφόριζε από τις πλαγιές.

Το νεκροταφείο ήταν φτιαγμένο σε ένα μικρό κοίλωμα της βουνοπλαγιάς μα είχε από καιρό πάρει και αυτό την κλίση της αιώνιας ολίσθησης του βράχου. Μπορούσε να δει, με την περιφερειακή του όραση, τους σταυρούς να κλίνουν ελαφρώς. Το σκέφτηκε ως μέρος μιας ιλυορροής, πιο αργόσυρτης και από την ομίχλη, σκέφτηκε πρώτα να υποχωρούν τα ξύλινα μνήματα και ύστερα να ακολουθούν οι μαρμάρινες πλάκες με τις χρυσές επιγραφές. Τελευταίοι οι σταυροί. Σύρονται και ολισθαίνουν και σκεπάζονται με χώμα και χούμο, θάβονται από ζωή που βλασταίνει.

Η ατμόσφαιρα είχε μια διαύγεια αφύσικη, όλα τα γύρω του ήταν ευκρινή και με σκληρές, καθαρές λεπτομέρειες και γωνίες. Μπορούσε να μετρήσει τα πέταλα από τις μικρές ανθοδέσμες κοντά στα μνήματα. Να δει τα σκασίματα των ξύλων και τις μικρές ρωγμές στις βάσεις των μαρμάρων. Μια μικρή στρατιά από μερμήγκια που ακολουθούσαν ένα ενστικτώδες μονοπάτι φέροντας έναν οβολό τροφής έκαστο. Δεν είχαν σημασία βέβαια όλα αυτά ˙ αργά ή γρήγορα θα τα σκέπαζε όλα η ομίχλη. Μα μέσω αυτής της διαύγειας και μέσω της αποεστίασης από την ενεργοποίηση της περιφερειακής του όρασης μπορούσε να δει πράγματα που άλλοι δεν θα μπορούσαν. Μπορούσε να συλλάβει την εικόνα του νεκροταφείου, των μνημάτων αλλά και του ανοιχτού λάκκου λίγα μέτρα μπροστά του, με τρόπο διαφορετικό, αποκλειστικά δικό του, μπορούσε να την οικειοποιηθεί.

Ενθάδε κείται ο πατέρας μου, σκέφτηκε, αν και ο λάκκος ήταν ακόμα ανοιχτός και άδειος και το φρέσκο μαλακό χώμα γύρω του είχε κόκκους που έμοιαζαν με απαλές νιφάδες. Προσπάθησε να τον φανταστεί μέσα στον λάκκο, λευκό και παγωμένο και γαλήνιο όπως είναι όλα τα άψυχα σώματα. Σκέφτηκε την ομίχλη που θα σκέπαζε και αυτήν την έσχατη κατοικία και σκέφτηκε την αργή ολίσθηση που θα την οδηγούσε στα χαμηλά υψόμετρα, στους τετραγωνισμένους κάμπους της μικρής κοιλάδας, φτιαγμένης από νερό που είχε από χρόνια στερέψει.

Έριξε μια κλεφτή ματιά προς τα πίσω, τον προαύλιο χώρο της εκκλησίας. Αδιάφοροι για την ομίχλη και την αργή ολίσθηση, μαυροντυμένοι άνθρωποι συζητούσαν χαμηλόφωνα και ανοιγόκλειναν τις ομπρέλες τους, αβέβαιοι για το αν θα έπρεπε να ανησυχούν για το αραιό ασθενικό ψιλόβροχο που νότιζε ρούχα και μαλλιά. Ξεχώρισε τον αδερφό του, στιβαρό και σωματώδη και στέρεο, να συνομιλεί με τον τρόπο ενός ανθρώπου που δίνει οδηγίες. Τα παιδιά του, τα δικά του ανίψια, ήταν παραταγμένα δίπλα του σε έναν σχηματισμό καταπραϋντικής συμμετρίας. Έκανε ένα βήμα στο πλάι, ώστε να σιγουρευτεί πως δεν θα γινόταν εύκολα αντιληπτός πίσω από τον φράχτη, και έβγαλε το ασημένιο φλασκί καταναλώνοντας το εναπομείναν περιεχόμενό του. Η μέθη ήταν εκεί από ώρα, μα ήπια και ελεγχόμενη. Ο πατέρας θα όφειλε να τον υποστηρίξει σε αυτό. Έκανε δυο βήματα και σκόρπισε τις τελευταίες σταγόνες στους μικρούς χωμάτινους σωρούς. Είθε η εξάτμιση της αιθανόλης να σε παρηγορήσει κατά την αποσύνθεση, σκέφτηκε.

Κοίταξε πάλι προς την ομίχλη που κατηφόριζε, υπολογίζοντας την απόσταση που είχε διανύσει. Την είχε ξαναδεί στο παρελθόν να καλύπτει το προγονικό νεκροταφείο. Κάποια χρόνια πριν, στην κηδεία ενός θείου. Να ‘τος, τέσσερα μνήματα στο βάθος. Στην απόθεση του τελευταίου άνθους και μιας χούφτας χώματος όλοι τους περπατούσαν μέσα σε ένα βουβό και θολό σύννεφο. Είχε δει το νεκροταφείο να εξαφανίζεται πίσω από αφρώδη λευκότητα και σε ανύποπτους χρόνους, χωρίς μυστήρια και ανθρώπους να το περιδιαβαίνουν μα συγκρατώντας μέσα του όλους τους λυγμούς, όλα τα απεγνωσμένα ξεσπάσματα, κάθε πόνο, κάθε κραυγή που κάποτε αντήχησε στους βράχους. Το νεκροταφείο, το χωριό, ολόκληρη η πλαγιά μέχρι τους κάμπους. Όλα κρύβονταν και εμφανίζονταν ξανά, εξαγνισμένα. Υπήρχε μια μυσταγωγία στο πέρασμα της ομίχλης σαφώς πιο συγκλονιστική της θρησκευτικής. Του άρεσε ο συνδυασμός τους, εκείνο το πρωινό. Κουβαλούσε μια οριστικότητα: Άλλωστε, δεν είχε κανέναν πλέον ακόμα να θάψει σε εκείνο το μέρος. Δεν θα υπήρχε, από το σημείο εκείνο και στο εξής, ουδείς λόγος να το επισκεφθεί ξανά. Θα μπορούσε κάλλιστα να σβήσει ολότελα μετά το πέρασμα της ομίχλης, ολοκληρώνοντας τον λειτουργικό του σκοπό, όλα αυτά που έμελλε να επιτελέσει στο δικό του προσωπικό βίωμα. Μικρές ή μεγάλες διελκυστίνδες νεκρών, σωροί από σώματα που ολισθαίνουν αργόσυρτα με τη γη, στοιβάζονται στην ιζηματογένεση της φύσης και της μνήμης. Οι νεκροί, η μνήμη τους, οι αντηχήσεις, το χώμα.

Εκεί βρισκόταν, στο ίδιο νεκροταφείο, σαράντα περίπου χρόνια πριν. Μα τότε ήταν καλοκαίρι. Οι δάφνες ήταν ανθισμένες περιμετρικά των δρόμων, οι κάμποι ξεροί και κίτρινοι, τα τζιτζίκια τραγουδούσαν και η ζέστη αφόρητη. Σαράντα χρόνια μετά η ομίχλη του χρόνου έχει καλύψει τα πάντα μα τυχαία θραύσματα της μνήμης παραμένουν διαυγή, σαν υαλώδη χρωματιστά ορυκτά σε άμορφη πέτρα. Θυμόταν τον εαυτό του να ιδρώνει. Την ιδρωμένη παλάμη του πατέρα του που έσφιγγε το δικό του χέρι. Θυμόταν το νεκροταφείο να ακτινοβολεί από το αντιφέγγισμα των μαρμάρων στο πρωινό καταύγασμα. Αργό περπάτημα, μια ολιγομελής σιωπηλή πομπή που οδηγεί ένας παπάς που κρατάει ένα θυμιατό και μουρμουρίζει λόγια που δεν καταλάβαινε. Ένας άντρας, τον θυμόταν καθαρά αυτόν, που έσκαβε ιδρωμένος το χώμα. Φορούσε μια στρατιωτική μπλούζα με σηκωμένα τα μανίκια ως τους ώμους. Από το στόμα του εξείχε ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο και από τον παχύ λαιμό του κρεμόταν ένας χρυσός σταυρός. Στο σβέρκο και στους κροτάφους του χάντρες ιδρώτα. Έσκαβε και ξεφυσούσε και ύστερα έσκαβε ξανά. Οι σιωπηλοί μάρτυρες της εργασίας του τον κοιτούσαν αμίλητοι. Ήταν μέσα στη γη έως τα γόνατα και τα μαλλιά του ήταν στιλπνά και μαύρα και κάθε τόσο περνούσε το χέρι του από το μέτωπο για να διώξει τον ιδρώτα. Και ύστερα συνέχιζε και έσκαβε και δέκα άνθρωποι, μαζί και εκείνος, ένα παιδί που δεν ήξερε καλά καλά να διαβάζει, τον κοιτούσαν χωρίς να μιλούν καθώς φτυάριζε το χώμα και έφτιαχνε σωρούς γύρω από τον λάκκο. Θυμόταν τον ήχο˙ τον ήχο που διατάραξε την μονοτονία των φτυαρισμάτων, την μονοτονία της ρυθμικής του κίνησης και τον ιδρωμένο του μόχθο. Ο ήχος της μεταλλικής άκρης του φτυαριού που συναντά σανίδι. Ένας ξερός χτύπος, σαν να τελειώνει το βάθος της γης. Θυμόταν τον φόβο που του προκάλεσε αυτός ο ήχος. Θυμόταν πως ο λευκός θόρυβος από τα τζιτζίκια διακόπηκε στο άκουσμά του.

Ένα παιδί συλλέγει εικόνες, ήχους και μυρωδιές. Τα ανακατεύει και τα αθροίζει και φτιάχνει την εμπειρία της ζωής. Φτιάχνει τις πρώτες του νοητικές ζωγραφιές από το ανθρώπινο βίωμα, γραμμές και αδρά σχήματα και παράταιρα χρώματα. Η αφήγηση για ένα παιδί είναι κατακερματισμένη, μια συλλογή από αυτόνομα κάδρα. Τα τζιτζίκια, η ζέστη, ο χρυσός σταυρός, ο χτύπος. Δεν ήξερε γιατί είναι εκεί, δεν ήξερε γιατί είναι μέρος αυτού του θεάματος, αλλά μπορούσε να αισθανθεί την βαρύτητα των πραγμάτων. Είδε τον πατέρα του να σκύβει μπροστά από τον σκαμμένο λάκκο, μαζί και άλλους, έσκυψε και εκείνος. Τα παπούτσια του άντρα ήταν γεμάτα χώμα. Μια νέα φτυαριά, ένας νέος χτύπος. Το σανίδι που σπάει, το όριο που παραβιάζεται. Μπροστά από τον άντρα με το φτυάρι ένα μισογκρεμισμένο ξύλινο μνήμα και σε αυτό μια πέτρινη πλάκα όπου ανέγραφε ένα όνομα που αναγνώριζε, συλλαβή τη συλλαβή, ως το όνομά του. Το δικό του όνομα ήταν χαραγμένο εκεί.

Μετά από ώρα λίγη ή πολλή, ο ιδρωμένος άντρας παράτησε το φτυάρι και έσκυψε μέσα στον λάκκο που είχε φτιάξει. Σε εκείνο το σημείο η μνήμη του ήταν καθαρή, κρυστάλλινη, μνήμη χθεσινής ημέρας. Τα τζιτζίκια, η ζέστη, οι άνθρωποι, τα χέρια του άντρα που αναδύονται από την τρύπα στο χώμα και κρατούν μια σκουρόχρωμη πέτρα. Αλλά δεν είναι πέτρα, δεν μοιάζει με πέτρα, είναι στρογγυλή και έχει δυο κόγχες, δυο μαύρα βαθουλώματα που μοιάζουν με μάτια. Ο άντρας κρατάει το εύρημά του με προσοχή, το αγκαλιάζει με την παλάμη του και το εκθέτει στους θεατές του, που σταυροκοπιούνται στη θέα του σκυθρωποί. Το αντικείμενο αποκτά προοδευτικά σχήμα και μορφή στα μάτια του. Η πέτρα γίνεται κάτι που δεν είναι πέτρα, αυτό που δεν είναι πέτρα γίνεται κρανίο. Ένα κρανίο, σε ένα χρώμα που δεν είναι λευκό, όπως το ξέρει, ούτε καφέ, όπως το χώμα, ούτε μαύρο, όπως το κάρβουνο. Ένα κρανίο που φέρει όλα αυτά τα χρώματα μαζί. Δεν είναι καλοσχηματισμένο, δεν έχει δόντια ούτε ευδιάκριτες ρινικές κοιλότητες. Ένα βρόμικο καύκαλο. Ένα απολίθωμα. Στερνή ύλη από κάτι που κάποτε ήταν άνθρωπος σαν εκείνον και έφερε για όνομα το όνομά του.

Ένας άλλος άντρας φέρει μαζί του ένα κουτί, ένα ξύλινο κασελάκι που ακουμπά προσεχτικά στο έδαφος. Δίπλα του απλώνει ένα πανί. Ο άντρας με τη χακί μπλούζα ακουμπά με στοργή και προσοχή το κρανίο πάνω στο πανί. Ύστερα πιάνει ξανά το φτυάρι του και χτυπά ξανά και ξανά το σανίδι. Ξανασκύβει, εκείνος κρατά την ανάσα του και ανακουφίζεται όταν βλέπει μονάχα δυο σπασμένες τάβλες τις οποίες ο άντρας πετάει παραδίπλα. Τα τζιτζίκια τραγουδούν ξέφρενα, ένας ασταμάτητος βόμβος. Στο φτυαρισμένο χώμα βλέπει μικρά σκουλήκια να σπαρταρούν και έντομα να κουνούν τις κεραίες τους. Οπισθοχωρεί με αργά βήματα και απομακρύνεται ανάμεσα στα μνήματα και τους σταυρούς, παίζοντας κρυφτό με τον εαυτό του.

Ενθάδε κείται ο πατέρας μου, σκέφτηκε. Λίγο παρακάτω θα ήταν ο παππούς μου. Μπορεί και στο ίδιο σημείο. Τώρα θα ήταν στο οστεοφυλάκιο, σε ένα από τα δεκάδες κιβώτια που μάζευαν σκοτάδι και υγρασία. Ή μπορεί να υπάρχει και μια ακόμα διαδικασία και για αυτά, να ανασύρονται τα πολύ παλιά κασελάκια και να αποθηκεύονται κάπου αλλού, σε κάποιο άλλο μέρος. Η τελευταία ανάπαυση είναι στην πραγματικότητα η αρχή ενός ακόμα ταξιδιού, βραδυφλεγούς και σιωπηλού. Όλο και λιγότερα μέρη από τον άνθρωπο που κάποτε ήταν, όλο και λιγότεροι μάρτυρες, όλο και λιγότερη ύλη. Στο τέλος ένα κουτί με ένα κιλό άμορφο ασβέστιο και μερικά γραμμάρια φωσφώρου. Αλλά τότε δεν τα είχε σκεφτεί αυτά ˙ τότε είχε απλά δει τον θάνατο πριν ακόμα τον εννοήσει, πριν ακόμα τον συλλογιστεί. Προσπάθησε να συγκρίνει τις δυο εντυπώσεις, τότε και τώρα, να τις ανασύρει και να δει την δική του πορεία, σαράντα χρόνια στο ενδιάμεσο, ως μια πορεία προοδευτικής κατανόησης. Ένα παιδί που έπαιζε κρυφτό στη φαντασία του ανάμεσα σε σταυρούς και θαμμένα σώματα, ένας ενήλικας που ζαλιζόταν από το αλκοόλ λίγο πριν συνοδέψει τον πατέρα του στην ψευδεπίγραφα τελευταία κατοικία του. Ένα παιχνίδι εξοικείωσης, από την αρχή μέχρι το τέλος, άλλοτε με κρυφτό και άλλοτε με αλκοόλ, μια μακρά πορεία εξημέρωσης καθώς η ομίχλη κατηφορίζει αταλάντευτη.

Κοίταξε ξανά προς τα πίσω, πίσω από τον χαμηλό πέτρινο φράχτη, και διέκρινε την οικογένειά του. Η πρώην γυναίκα του, τα παιδιά τους. Εκείνη μιλούσε με τον αδερφό του και τα παιδιά μιλούσαν με τα ξαδέρφια τους. Ένιωσε την ανάγκη να τρέξει κοντά τους αλλά την καταπολέμησε. Ίσως το καλύτερο που είχε να κάνει, ως πατέρας, ήταν να πάρει τα παιδιά του και να τα οδηγήσει μακριά από όλα αυτά. Μα τα παιδιά του είχαν μεγαλύτερη εξοικείωση και λιγότερη ανάγκη για προστασία. Αυτή θα ήταν η τέταρτη κηδεία που θα παρακολουθούσαν, η έσχατη για τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους. Από πλευράς αίματος, το επόμενο ραντεβού τους με τον ύστατο αποχαιρετισμό θα αφορούσε τους γονείς τους. Εκείνον και εκείνη. Που βέβαια, σε ένα βαθμό, είχαν ήδη πενθήσει, ακόμα και για αυτούς, για αυτούς ως ένα ζεύγος γονέων, ως μια γονική ενότητα. Ίσως όλα αυτά ή ίσως η μέθη τον έκαναν να βουρκώσει και οπισθοχώρησε ακόμα περισσότερο μέσα στο νεκροταφείο, από φόβο να μην τον δουν.

Όπως τότε. Με τα μάτια μισόκλειστα από τον ήλιο, ένα παιδί ανοιγόκλεινε μια ξεχασμένη βρύση σε μια γωνία του νεκροταφείου και έριχνε νερό στο πρόσωπο και τα χέρια του. Ύστερα άφηνε τη βρύση ανοιχτή για λίγο και παρατηρούσε το μικρό διαφανές ρυάκι που ελισσόταν φιδωτά πάνω στο χώμα και τα αγριόχορτα, ως ένα κατακλυσμιαίο συμβάν για δυο τρία έντομα και μερικά εκατομμύρια μικροοργανισμών. Πίσω από την ηχητική κουρτίνα των τζιτζικιών ο ιερέας έβγαζε λόγια με κάποια υπόνοια μουσικότητας, μια αδιόρατη μελωδικότητα που υπογράμμιζε την κάπως νωχελική και βιαστική φωνή. Κοιτώντας κλεφτά πίσω από τα μνήματα έβλεπε τον άντρα να ανασύρει συνεχώς αντικείμενα, κόκκαλα μακρόστενα και ψαθυρά. Όπως θα μάθαινε πολύ αργότερα, το αποτύπωμα της γης θα καθαριζόταν από επάνω τους με μαύρο κρασί και θα έμενε μονάχα το υποκίτρινο χρώμα της παλαίωσης. Και ύστερα ξανά σκοτάδι, υγρασία, σκόνη, λησμονιά.

Είχε γυρίσει τότε στο σπίτι σιωπηλός και ανήμπορος να επικοινωνήσει την εμπειρία του. Η μητέρα θήλαζε τον αδερφό του και του έκανε μικρές ερωτήσεις, πως του φάνηκε, τι είδε, πως αισθάνεται. Δεν ήξερε να της απαντήσει. Έτρωγε, με κάποια ευχαρίστηση, τα κόλλυβα, ξεδιαλέγοντας τις σταφίδες και το ρόδι. Αργότερα του επιβλήθηκε μεσημεριανός ύπνος και έμεινε στο δροσερό δωμάτιο χωρίς να μπορεί να κοιμηθεί, αναλογιζόμενος έννοιες που δεν μπορούσε να μορφοποιήσει, έννοιες για το τέλος, για το θάνατο, για την μαύρη έρημο της αποσύνθεσης, για τα οστέινα απομεινάρια που συλλέγονται και τους λάκκους που μένουν ανοιχτοί. Ακόμα και το βράδυ, παρά την αυπνία και την εξάντλησή του, στριφογύριζε πάνω στην ιδέα του ανοιχτού λάκκου, ενός λάκκου που είχε μπροστά ένα σταυρό και στη βάση του σταυρού μια πλάκα που έλεγε το όνομά του.

Έβγαλε τα δυο τσαλακωμένα φύλλα της ομιλίας του από την τσέπη του σακακιού και τα κοίταξε. Οι σημειώσεις του δεν ήταν οργανωμένες, δεν είχαν την ακρίβεια των κανονικών του σημειώσεων. Η μπλε μελάνη έφτανε στα περιθώρια και η φράση έστριβε ανηφορικά ώστε να κερδίσει ελάχιστο χώρο. Κοίταξε τις λέξεις και τις προτάσεις του και τον κυρίευσε ξανά η αμφιθυμία, ο μετεωρισμός ανάμεσα στη φυγή και την αναμέτρηση. Έτσι απομακρύνθηκε από το χαρτί και άφησε ξανά την περιφερειακή του όραση να τον καταπραΰνει. Σε λίγα δευτερόλεπτα ήταν πάλι σε ένα συγκεχυμένο νεκροταφείο, εκείνος, οι κάμποι στο βάθος και η ομίχλη που κατηφόριζε.

Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε. Το ρώτησε έτσι ακριβώς στη μητέρα του, μια μέρα ή δυο μέρες μετά, από το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Ο μικρός του αδερφός δίπλα είχε μόλις επιτέλους σωπάσει από το τσιριχτό του κλάμα και η πιπίλα ταλαντευόταν απαλά στα χείλη του καθώς λαγοκοιμόταν. Θυμόταν ότι η μητέρα του είχε απευθυνθεί πρώτα στον πατέρα, με τρόπο επικριτικό, με τρόπο που την δικαίωνε σε κάποια άλλη, άγνωστη σε αυτόν συνομιλία τους, αλλά δεν θυμόταν τι του είχε απαντήσει. Ίσως κάτι από όλα αυτά που λένε όλοι οι γονείς σε όλα τα παιδιά όταν φτάνει η κρίσιμη στιγμή. Ένα ταξίδι εξοικείωσης, πρώτα ως παιχνίδι, ύστερα ως μια κατασκευή από λογικούς συλλογισμούς, ύστερα ως επιστήμη, ύστερα ως μια από τις εκατοντάδες νομοτέλειες της ανθρώπινης εμπειρίας. Τα πράγματα που είναι έτσι. Δεν θυμόταν να είχε κάνει ευθέως αυτήν ακριβώς την συζήτηση με τα δικά του παιδιά. Προφανώς θα υπήρχαν δεκάδες μικρά θραύσματα, κηδεία την κηδεία, συζήτηση τη συζήτηση. Αλλά αν καλούταν να μιλήσει αυτοτελώς, συγκροτημένα περί του ζητήματος, τι θα μπορούσε να τους πει; Ήταν τελικά απλώς ένα θέμα για ένα παιδί που στριφογυρίζει αδιάκοπα στο κρεβάτι του, αποστερώντας από τον εαυτό του κομβικές αναπτυξιακές συνήθειες, τον ύπνο ή το παιχνίδι. Πόσο μεγαλύτερο βάθος θα μπορούσε να δώσει από αυτό; Ποια λόγια θα μπορούσαν να καταπραΰνουν αυτή τη γνώριμη αγωνία; Τι γίνεται όταν πεθαίνουμε. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία επί αυτού και υπάρχει μονάχα μια καλά τεκμηριωμένη υπόθεση που ακυρώνει το ίδιο το ερώτημα: Απολύτως τίποτα. Γίνεται μονάχα το πένθος των ζωντανών.

Οι φωνές δυνάμωναν, ο κόσμος πολύς. Ο πατέρας του θα ήταν ευχαριστημένος. Δεν θα μπορούσε να είναι για πολύ ακόμα κρυμμένος και ένιωθε τις επίμονες δονήσεις του κινητού του. Προφανώς ο αδερφός του θα τον αναζητούσε. Θα ήθελε φυσικά να του υπενθυμίσει πως θα έπρεπε να είναι παρών σε όλο αυτό. Επέστρεψε αργά και σκυφτός προς τον προαύλιο χώρο, απέφυγε τα πολλά βλέμματα, πλησίασε την οικογένειά του. Τα παιδιά τον υποδέχθηκαν με θέρμη, κυρίως η μικρή, ενώ η μητέρα τους τον χαιρέτησε με τρόπο εγκάρδιο μα και αποστασιοποιημένο. Αγκαλιάστηκαν σιωπηλά και τελετουργικά. Μια γυναίκα έκλαιγε γοερά, ούτε όμως που την θυμόταν. Κάποια εξαδέλφη, κάποια άλλη συγγενής, ή ίσως ένα κλάμα που θα έπρεπε να υπάρχει στην στιγμή, ένας θρήνος συνυφασμένος με την όλη διαδικασία που αν δεν τον έκανε κάποιος κοντινός αναλάμβανε κάποιος άλλος, αυθορμήτως, το φορτίο.

Τέσσερα παλικάρια κουβάλησαν ένα ευμέγεθες φέρετρο και ο αδερφός του έκανε νόημα. Οι δυο τους αντικατέστησαν τους δυο μπροστινούς, έβαλαν τον πατέρα στους ώμους τους και πορεύτηκαν προς το εσωτερικό του ναού. Γύρω ο κόσμος τους κοιτούσε με σιωπηλή ευλάβεια. Ουδείς έκλαιγε εκεί μπροστά μα κλάμα ακουγόταν. Ένιωθε το πάτημά του ασταθές πάνω στις σκάλες και συγκράτησε το άγχος κάποιας ντροπιαστικής αποτυχίας. Εάν γλιστρούσε, εάν του έπεφτε, εάν κατέρρεε. Με την άκρη του ματιού είδε τον αδερφό του ακλόνητο και στιβαρό, έτοιμο να σηκώσει μοναχός του το βάρος εάν χρειαζόταν. Αισθάνθηκε μια ανακούφιση, και ας έβρισκε εξοργιστικό το χαμηλωμένο του βλέμμα και την έκφραση βαθιάς κατάνυξης. Με το που ανέβηκαν τα λίγα σκαλοπάτια οι προηγούμενοι βαστάζοι επέστρεψαν με τις ομοιόμορφες ενδυμασίες τους και διένυσαν τα τελευταία μέτρα μέχρι την απόθεση της κάσας μπροστά από το ιερό. Ο κόσμος ακολούθησε προς τα μέσα. Οι γυναίκες πήγαν αριστερά και οι άντρες δεξιά.

Πόσες ημέρες να τον είχε άραγε απασχολήσει; Σίγουρα όχι πολλές, τουλάχιστον όχι ως ένα θέμα ημερησίας διατάξεως. Η απορρόφηση των εξωτερικών ερεθισμάτων στην παιδική ηλικία δεν λειτουργεί όπως στους ενήλικες. Διαμορφώνει μερικές χιλιάδες συνάψεις, απασχολεί για κάμποσο αλλά ύστερα γίνεται κομμάτι του νοητικού σκελετού, απορροφάται στους αρμούς των σκέψεων. Αποκτά μια ύπαρξη σαν να υπήρχε από πάντα. Η εικόνα του κρανίου υπήρξε ως συμβάν και ύστερα έγινε δομικό στοιχείο στο νευρωνικό δίκτυο. Με αυτήν την έννοια θα έμελλε να τον απασχολεί για πάντα, αέναα. Το κρανίο με την ξερή λάσπη θα αποτελούσε ένα παλίμψηστο και ταυτόχρονα ένα κλειδί αποκωδικοποίησης του γίγνεσθαι αλλά με τον τρόπο της αναπνοής, αποθηκευμένο στον προμήκη μυελό. Μπορεί να τον απασχόλησε μονάχα στο πέρασμα εκείνης της καλοκαιρινής ημέρας, στις ώρες της ανάπαυσης πάνω στο σκληρό ντιβάνι. Αλλά η μνήμη αυτής της καταπίεσης ήταν ζωντανή, αλώβητη από τέσσερις δεκαετίες φθοράς. Ένα ασφυκτικό συλλογιστικό αδιέξοδο, ένα καταπλάκωμα ματαιότητας υπό το τραγούδι των τζιτζικιών και τον βόμβο ενός ανεμιστήρα. Μια σκληρή δοκιμασία, αν μη τι άλλο, ίσως υπερβολικά σκληρή όταν σε αυτήν εκτίθεται μια άγουρη παιδικότητα. Κοίταξε το άψυχο καλοντυμένο σώμα στο ανοιχτό φέρετρο, με τα χέρια ειρηνικά σταυρωμένα στο στέρνο, και προσπάθησε να κατανοήσει το πατρικό σχέδιο. Ήταν μια προετοιμασία; Μια εκπαίδευση σαράντα ετών για μια μέρα σαν αυτή; Ο ιερέας άρχισε την ψαλμωδία του. Ήταν νέος, βλοσυρός και η γενειάδα του ήταν μαύρη και περιποιημένη. Ο κόσμος σταυροκοπήθηκε και τα κεφάλια ήταν όλα σκυμμένα. Η μικρή, κολλημένη δίπλα στη μάνα της, τον κοιτούσε πίσω από τα γυαλιά της. Της έκλεισε το μάτι σχηματίζοντας ένα χαμόγελο. Θα ήθελε να της πει πως όλα ήταν καλά. Η ελαφρά μέθη του είχε προκαλέσει μια δυσκολία στην ισορροπία, και έτσι άλλαζε συνεχώς το βάρος από το ένα πόδι στο άλλο.

Όταν είχε πεθάνει η μητέρα του είχε μιλήσει ο πατέρας. Τώρα ήταν η δική του σειρά. Κοίταξε το μικρόφωνο που τον περίμενε σε ένα μικρό βάθρο, δίπλα στο στασίδι των ψαλτών. Θα ανέβαινε εκεί, θα διάβαζε τις σελίδες του, θα κατέβαινε. Ο αδερφός του, τετράγωνες φαρδιές πλάτες και αυχένας σε πλήρη προσοχή, στεκόταν ανάμεσα σε εκείνον και το βάθρο, αθόρυβος εγγυητής της διαδικασίας. Είχαν τέσσερα χρόνια διαφορά μα όταν ο μικρός έφτασε τα δέκα έμοιαζε ήδη μεγαλύτερος. Ήταν πιο μυώδης, πιο ογκώδης, πιο επιβλητικός ως παρουσία στο χώρο. Επένδυσε σε αυτό αυθόρμητα και με τα χρόνια έγινε ακόμα περισσότερο. Ακόμα και μετά τα σαράντα του έμοιαζε με εύρωστο παλαιστή.

Πρέπει να μιλάμε για τους νεκρούς, σκεφτόταν καθώς σημείωνε το λόγο του, να κρατάμε την μνήμη τους μέσα από λέξεις και αφηγήσεις. Οι άνθρωποι φεύγουν και μένουν μονάχα οι αφηγήσεις για αυτούς. Τα απομεινάρια τους κάνουν το δικό τους ταξίδι, γίνονται κομμάτι του κύκλου του αζώτου και του άνθρακα και ύστερα γίνονται ένα κασελάκι σε ένα σκοτεινό κτίσμα. Η υπόσταση τους μεταβιβάζεται σε λόγια και ασκήσεις ενάντια στη λήθη. Εκατομμύρια στιγμών ανθρώπινης εμπειρίας στραγγίζονται σε δέκα δεκαπέντε χαρακτηριστικά στιγμιότυπα. Ατάκες, πράξεις, ανέκδοτα. Γίνονται πιο κατανοητοί οι άνθρωποι σαν πεθαίνουν. Ο θάνατος διώχνει μονομιάς όλο το λευκό θόρυβο και όλη την περιττή λεπτομέρεια. Περιδιαβαίνουμε ατελείς, αντιφατικοί, αντιθετικοί, ασταθείς, ικανοί για μεγαλεία και ικανοί για τραγωδίες, μα τη στιγμή του θανάτου μένει μια λιτή περίληψη που όλη η ζωή δεν φτάνει για να την πεις με σιγουριά στον εαυτό σου. Τι γίνεται όταν ζούμε ˙ σε μια τέτοια ερώτηση, που ουδείς βεβαίως θέτει, η απάντηση έρχεται μετά θάνατον.

Η κόρη του αποσπάστηκε από την μητέρα και ήρθε δίπλα του. Κορίτσι δώδεκα χρονών, με ενσυναίσθηση ενήλικα. Δεν είχε έρθει για δικό της λογαριασμό αλλά για υποστήριξη σε εκείνον.

Μήπως και τότε, ο δικός του πατέρας, τον είχε φέρει μαζί για έναν αντίστοιχο λόγο; Για να βρει ο ίδιος δύναμη και κουράγιο μέσα από την αθώα και ανεξοικείωτη ματιά; Για να αφήσει την παιδικότητα να απαλύνει την αυστηρότητα της στιγμής; Όμως τον είχε μαλώσει που είχε ανοίξει την βρύση και είχε λάσπες στα παπούτσια του.

Ανέβηκε στο βάθρο χωρίς να έχει εικόνα των πεπραγμένων στην τελετή. Ανέβηκε ύστερα από νόημα του αδερφού του. Ανέβηκε και έκλεισε τα μάτια για να πολεμήσει την ναυτία και την εικόνα της βαριάς ομίχλης που κατηφόριζε τις πλαγιές. Με τρεμάμενο χέρι έβγαλε τις διπλωμένες σελίδες και τις άνοιξε, βλέποντας τα γράμματα να ελίσσονται και να παραστρατούν από τις σειρές τους, ανεξέλεγκτα και ζωντανά. Συνειδητοποίησε για πρώτη φορά την επίδραση της μέθης, καθολικής και ισχυρής. Η αίσθηση της ματαιότητας ήταν ακόμα πιο συντριπτική.

«Πατέρα», προσπάθησε τη φωνή του μα αυτή βγήκε τσακισμένη και στεγνή. Το επανέλαβε, βήχοντας. Κοίταξε την κοιμισμένη σωρό, τα σφαλισμένα χλομά βλέφαρα και τα σταυρωμένα δάχτυλα. Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος και ποια η περίληψή του; Ποιο το πορτρέτο του στην πινακοθήκη των νεκρών; Άξαφνα το άψυχο σώμα απονοηματοδοτήθηκε, έγινε μια ασαφής έννοια, κάτι εντελώς ανοίκειο. Μαζί και ο ρόλος του εκεί, μαζί και η ζάλη του, μαζί και κάποια βλέμματα που εισχωρούσαν στο οπτικό του πεδίο ανυπόμονα και περιεργαστικά. Στα περιθώρια της περιφερειακής του όρασης η ομίχλη είχε ήδη αρχίσει να σκεπάζει τον κεντρικό τρούλο.

«Δεν σου άρεσαν ποτέ ιδιαιτέρως τα γραπτά μου, είμαι σίγουρος πως δεν μπήκες ποτέ στον κόπο να τους δώσεις την προσοχή σου, μα να που σήμερα μιλώ για σένα μέσω πραγμάτων που έγραψα.»

Το είπε άραγε αυτό; Και αν ναι, πως ακούστηκε;

Άκουσε ξερό βήχα από διάφορα σημεία. Ένδειξη νευρικότητας ακροατηρίου. Το στιβαρό σώμα του αδερφού του ταλαντεύτηκε ελαφρώς. Κοίταξε το χαρτί και η φράση ήταν εκεί, ήταν όντως εκεί άρα ήταν όντως δική του.

«Ήταν οι δικοί σου εναπομείναντες άνθρωποι που μου ζήτησαν να το κάνω αυτό, για σένα, ίσως επειδή δεν ήξεραν πατέρα, δεν ήξεραν πως αυτό μάλλον δεν θα σου άρεσε. Και έτσι εγώ θα πρέπει να παντρέψω τις επιθυμίες των ζωντανών με την μνήμη σου»

Σιωπή. Δική του μα όχι του ακροατηρίου, που εξέπεμψε έναν νευρικό ψίθυρο. Η γραβάτα ήταν σφιχτά δεμένη στην καρωτίδα του, δεν το είχε νιώσει ως εκείνη τη στιγμή, και προσπάθησε να την χαλαρώσει. Σκέφτηκε πάλι το παιδί, θυμήθηκε τις επόμενες ημέρες το παιδί που ποδηλατούσε ανάμεσα στους ασβεστωμένους κορμούς των μουριών και ανάμεσα στα σκυλιά που γαύγιζαν και τράνταζαν τις αλυσίδες τους και σκεφτόταν που και που εκείνο το κρανίο. Ο πατέρας του θα κατέληγε σε εκείνο ακριβώς το κρανίο και ο ίδιος θα γινόταν το ίδιο κρανίο, κάποια στιγμή. Ασβεστοποιημένες πρωτεϊνες, κολλαγόνο και απατίτης σε μια διάταξη ρυθμισμένη μέσα από χιλιετίες δοκιμής και λάθους. Οι κόγχες βαθουλωμένες προς τα μέσα για να προστατεύεται η όραση από κλαδιά, τα δόντια και τα σαγόνια ικανά να ανταποκριθούν σε κρεατοφαγική αλλά και χορτοφαγική διατροφή. Πάνω από τετρακόσια οστικά στοιχεία κατά τη γέννηση, τα οποία συγχωνεύονται προοδευτικά για να φτιάξουν οστέινα μέρη, συνδεδεμένα με ραφές. Μετωπιαία, λαμδοειδής, λεπιδοειδής, στεφανιαία, οβελιαία ραφή. Κάποτε τα μελετούσε αυτά με πάθος και του ήταν παράξενο που ακόμα μπορούσε να τα απαριθμήσει. Θα ήθελε να δοκιμάσει να τα διακρίνει σε ένα κανονικό κρανίο ˙ αυτό δεν το είχε κάνει ποτέ.

Ο αδερφός του έκανε ένα κοφτό βήμα προς το μέρος του. Πιθανότατα έκανε μεγάλες παύσεις ενώ σκεφτόταν αυτά. Έριξε μια κλεφτή ματιά στο ακροατήριο και προσπάθησε να ερμηνεύσει τα βλέμματα. Του ήταν αδύνατο. Τα πρόσωπα ήταν θολά, σαν να βρισκόταν σε όνειρο. Η μυρωδιά από τα κεριά και το θυμιατό του προκαλούσε λιγοθυμία. Η ορθοστασία το ίδιο. Θυμήθηκε την ομίχλη και την φαντάστηκε να σπάζει τα παράθυρα και να σκεπάζει τα πάντα στο λευκό. Ο πατέρας του έλεγε συχνά πως είχε μυαλό ονειροπαρμένο, πως δεν θα κατάφερνε να προκόψει. Του το έλεγε από όταν ήταν παιδί, του το έλεγε στην εφηβεία, του το έλεγε όσο ήταν ενήλικας. Τα σκέφτηκε όλα αυτά, ίσως λίγο αναίτια τη συγκεκριμένη στιγμή. Εάν πέθαινε δέκα χρόνια νωρίτερα θα μπορούσε να κομπάσει για το πόσο έξω είχε πέσει ˙ τώρα όμως στεκόταν απέναντί του μεθυσμένος και ανήμπορος να φτιάξει έναν καλό απολογισμό. Στα χέρια του ήταν δυο σελίδες και οι δυο σελίδες είχαν αρχίσει να τρέμουν.

«Θα ήθελα να μοιραστώ εδώ με τους φίλους και συγγενείς σου όλα όσα θα λέγαμε πριν φύγεις, μα φοβάμαι πως δεν λέγαμε πολλά. Είχαμε πάψει να μιλάμε πατέρα, και οι αιτίες είναι χαμένες στο χρόνο και σε όλα αυτά που κάνουν τους ανθρώπους να μην μιλάνε πολύ μεταξύ τους.»

Ένιωσε την ανάγκη να φτύσει. Πικρό σάλιο στα περιθώρια της γλώσσας του. Μια μικρή ματιά πάνω από τα γράμματα που στριφογύριζαν. Προσπάθησε να εστιάσει σε ένα οικείο βλέμμα, αυτό της κάποτε γυναίκας του. Το βλέμμα της ήταν χαμηλωμένο. Το ακολούθησε και είδε το βλέμμα του μικρού, που τον κοιτούσε πίσω. Τα χέρια του σταυρωμένα ευλαβικά και το σακάκι ένα νούμερο μεγαλύτερο στους ώμους του. Θα έπρεπε να βλέπει τον πατέρα του να μιλάει και να τρέμει η εκκλησία. Θα έπρεπε να τον βλέπει να κάνει τους υπόλοιπους να κλαίνε και ταυτόχρονα να ξορκίζει τον θανατερό αέρα με έναν ύμνο στη ζωή. Ακούστηκε μια βραχνή ανάσα στο μικρόφωνο σαν αναστεναγμός. Σκέφτηκε να προσπεράσει την πρώτη σελίδα και να φτάσει κατ’ ευθείαν στη δεύτερη και τις είδε μπροστά του να τρέμουν. Ένα χέρι, το χέρι του αδερφού του, τον ακούμπησε απαλά στον βραχίονα. Πόσο μεγάλες παύσεις έκανε; Ασπράδια ματιών γέμιζαν το οπτικό του πεδίο και άσπρες τούφες ομίχλης αποχρωμάτιζαν τα βιτρό στα παράθυρα. Βρισκόταν ήδη στο σημείο που σκεφτόταν υπερβολικά πολύ.

Το χέρι του αδερφού του άσκησε μια ελάχιστη πίεση, πίεση από τις αρθρώσεις των δαχτύλων, μα ο βραχίονάς του υποχώρησε και η δεύτερη σελίδα μετεωρίστηκε στον αέρα. Με μια εύθυμη ταλάντευση απομακρύνθηκε από κοντά του και προσγειώθηκε στον κενό χώρο ανάμεσα στο βάθρο και το φέρετρο. Το κοινό κράτησε την αναπνοή του. Τεντώθηκε ελαφρώς να την πιάσει, έκανε ένα άτσαλο βήμα, μισό πόδι στο βάθρο μισό στον αέρα, παραπάτησε. Απώλεια ισορροπίας. Η παλάμη του αδερφού του τυλίχτηκε στον βραχίονά του.

Ένας άνθρωπος που πέφτει.

Ένας άνθρωπος που σωριάζεται δίπλα στον πατέρα του.

Άλλοι άνθρωποι είπαν πως εκείνη η ημέρα ήταν η πτώση του, με όλες τις πιθανές έννοιες.

Τον κοίταζαν και σκεφτόντουσαν, το φάντασμα ενός ανθρώπου.

Έξω από την εκκλησία η ομίχλη κατηφόριζε τις πλαγιές.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΚαθημερινό εγχειρίδιο σύγχρονης ωδικής (της Αυγής Λίλλη)
Επόμενο άρθροΘλιβερές μέρες στο Ελ Σαλβαδόρ (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου) 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here