Dirty Valentine 5 : Πόθο με τύλιξε βαρύ η Αφροδίτη – αρχαία ελληνική ερωτική ποίηση (της Έφης Κατσουρού)

3
527

 

της Έφης Κατσουρού

 

Ο έρωτας αναμφίβολα αποτελεί την αντίρροπη δύναμη του πολέμου και κάθε κοινωνία αναπόφευκτα τον καθρέφτη των ερώτων και των πολέμων της. Από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα το αντιθετικό δίπολο έρωτας-πόλεμος/θάνατος τροφοδοτεί την λογοτεχνία, την τέχνη, τη φιλοσοφία με τρόπο τόσο ισχυρό που, τελικά, μοιάζει να γεννά την ίδια τη ζωή. Ο τρόπος που  μία κοινωνία ερωτεύεται ή δεν ερωτεύεται (και πολεμά ή δεν πολεμά), που αφήνεται στο ανεπιτήδευτο ένστικτο της έλξης των ψυχών και των σωμάτων, ο βαθμός που συνδέει τα αισθήματα με τις αισθήσεις μέσα στην ερωτική πράξη, η ελευθερία της επιθυμίας και της εκφοράς της μέσα από το ερωτικό σώμα, η σύνδεση ή μη του έρωτα με την ολοκληρωτική αγάπη, η θέαση ή μη της σαρκικής ηδονής ως ανάγλυφο κρυσταλλωμένο πόθο, όλα αυτά μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά διαμορφώνουν την αισθητική της εκάστοτε εποχής, προσανατολίζουν το κέντρο εστίασης στον θετικό ή τον αρνητικό πόλο των αισθημάτων και τελικά οχυρώνουν ή καταλύουν τις άμυνές της απέναντι στη φθορά και τον θάνατο. Βιώνοντας την τελευταία πενταετία μία συνθήκη διαρκούς απειλής της ζωής από ορατούς και αόρατους εχθρούς, δαιμονοποίησης της επ-αφής, χάνοντας αμαχητί ελευθερίες που κατακτήθηκαν με πολλές μάχες στο παρελθόν, παρατηρώντας, σε διεθνές επίπεδο, πολέμους να μαίνονται και να μονιμοποιούνται, βλέποντας τον έρωτα να παγιδεύεται μέσα σε οθόνες ή να παρουσιάζεται εκμαυλισμένος μέσα από έναν κατασκευασμένο διαχωρισμό ψυχής – νου – σάρκας και το τελευταίο διάστημα, παρακολουθώντας μία κίβδηλη διαπραγμάτευση δικαιωμάτων του ανθρώπου στον έρωτα και την αυτοδιάθεση, αξίζει να κοιτάξουμε λίγο πίσω, όχι στην προσοδοφόρα εμπορευματοποιημένη εικόνα του αρχαιοελληνικού κλέους αλλά στις, γεμάτες ηδύτητα, φωνές των λυρικών ποιητών της αρχαιότητας, εκκινώντας από τον Αρχίλοχο (πρώτο λυρικό ποιητή στην ιστορία της ποίησης) που μαρτυρούν κοινωνίες κατοικημένης ελευθερίας, όπως την οραματίστηκε και προσωρινώς την ανέκτησε πολύ μεταγενέστερα ο Μάης του ‘68, όπου ο έρωτας είναι ελεύθερος, ακατέργαστος, ετεροφυλοφιλικός, ομοφυλοφιλικός ή αμφιφυλοφιλικός, ο πόθος πυρσός που κατακαίει ολόκληρη την ύπαρξη και λύχνος που φωτίζει τη ζωή. Όλα αυτά, εκπεφρασμένα άλλοτε με παιγνιώδη διάθεση και άλλοτε με βαθιά αισθαντικότητα, μέσα από ένα τολμηρό λεξιλόγιο που υποβάλλεται και υποβάλλει τη γλώσσα στη μουσικότητά του, κατασκευάζουν ένα διονυσιακό τοπίο ικανό (έστω και με ακραίο, κάποιες φορές, τρόπο) να αποκαταστήσει την αβάσταχτη ελαφρότητα του έρωτα.

 

Όλα τα αποσπάσματα που ακολουθούν αντλούνται από τα βιβλία μεταφρασμένης αρχαίας ελληνικής ποίησης του φιλολόγου και μελετητή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Νίκου Μουλακάκη Ερωτικό Αιγαίο (πρώτη έκδοση Gutenberg, 1986) και Αρχαία ελληνικά ερωτικά επιγράμματα (εκδόσεις Λιβάνης, 2003).

 

 

Αρχίλοχος (περίοδος ακμής 7ος αιώνας π.Χ., Πάρος)

 

  1. Εντελώς συγκρατημένος. Τόλμησε ίδια να ποθείς.

Αν όμως εσύ βιάζεσαι και η ψυχή σου λαχταρά,

ζει τώρα μες στο σπίτι μας κι αυτή πολύ σε θέλει

γλυκιά παρθένα, τρυφερή,

μου φαίνεται αψεγάδιαστη πως είναι η μορφή της.

Πιάσ’ τηνε γκόμινα λοιπόν.

Εκείνη τόσα μου ‘λεγε και ‘γω της απαντούσα:  «Κορίτσι

της Αμφιμεδούς

σοφής γυναίκας ξακουστής, που τη σκεπάζει η μαύρη γης:

η Αφροδίτη έχει χαρίσει στους νέους τέρψεις πολλές

πάρεξ το θείο σμίξιμο·

κάποια απ’ αυτές θα με γεμίσει, όταν το γένι μου μαυρίσει

χωρίς βιασύνη εγώ και συ

ετούτα θα σκεφτούμε· θα σ’ ακούσω ως με προστάζεις·

με θέλξαν, με μαγέψανε τα λόγια τα δικά σου·

μα κάτω απ’ τα μπαλκόνια σου και στα κρυφά σου χείλη

τίποτα μη μου αρνηθείς από κακία φίλη·

γιατί εγώ στον κήπο θα βαδίσω.

[…]

Εγώ τόσα της έλεγα και την παρθένα πήρα.

Την πλάγιασα σιγά- σιγά στα χόρτα τ’  ανθισμένα·

τύλιξα το γυμνό κορμί στη μαλακή μου χλαίνη,

η αγκαλιά μου σφάλισε τριγύρω στο λαιμό της.

Κι έτρεμε απ’ το φόβο της,

σαν το μικρό ‘λαφάκι που τρέχει και το κυνηγούν.

Και τα βυζιά της απαλά άγγιξα με τα χέρια,

μ’ αυτά αμέσως άναψε η τρυφερή της σάρκα

και φλογισμένη πρόβαλε πρωτόγνωρη η ήβη,

ναι, τ’ όμορφο κορμάκι της το γιόμιζα όλο χάδια·

καθώς στις τρίχες τις ξανθές τριβόμουν με λαχτάρα,

εχύθηκε άσπρο με ορμή το σπέρμα σαν το γάλα

κι εμπήκα στην απανεμιά μετά την άγρια καύλα.

[…]

 

Σαπφώ (γέννηση 630 ή 612 π.Χ., Ερεσσός Λέσβου)

 

  1. Ίδιος θεός μου φαίνεται

πως είναι αυτός ο άντρας

που απέναντί σου κάθεται.

 

Κι όταν εσύ γλυκά μιλάς

με σιγανή φωνούλα,

προσεκτικά και σιωπηλά

κάθε σου λέξη τη ρουφά

και κάθε γέλιο σου γλυκό.

 

Ετούτο κάνει την καρδιά

στα στήθη και σπαράζει.

Μόλις λοιπόν για μια στιγμή

εσένα αντικρίσω,

σβήνει η φωνή και χάνεται,

η γλώσσα μου παγώνει.

Κι αμέσως σιγανή φωτιά

τυλίγει το κορμί μου –

δεν βλέπουν τα ματάκια μου,

τ’ αφτάκια μου βουίζουν.

 

Κρύος ιδρώτας μ’ έπιασε, τρέμει όλο το κορμί μου.

Πρασίνισα, κιτρίνισα πιότερο κι από χόρτο –

φοβάμαι και μου φαίνεται σε λίγο θα πεθάνω.

 

Όμως τα πάντα τα τολμώ,

μια κι είμαι ‘γω μονάχη.

 

  1. Καλά ‘καμες και γύρισες, αχ πόσο σε ποθούσα

και την ψυχή μου δρόσισες που λαμπαδιάζει ο πόθος.

 

  1. Γλυκιά μανούλα, δεν μπορώ

να υφαίνω πια στον αργαλειό,

για μια μικρούλα τρυφερή

πόθο με τύλιξε βαρύ

η Αφροδίτη.

 

  1. Στάσου απέναντι καλέ μου και τη χάρη

των ματιών σου χύσε στα δικά μου μάτια.

 

Αλκαίος (γέννηση ανάμεσα 630-600 π.Χ., Μυτιλήνη)

 

  1. Έβρε, το πιο ‘μορφο

απ’ όλα τα ποτάμια στο πορφυρό

το πέλαγος εκβάλλει, δίπλα

στην πόλη μας, την Αίνο.

Πλήθος παρθένες σ’ ακολουθάνε

με τ’ απαλά τους τα χεράκια

γύρω στους όμορφους μηρούς

και που πολύ φχαριστιούνται

καθώς αλείβουν το κορμί τους

με τ’ άγιο σου Έβρο, το νερό.

 

  1. Βρέξε τα πλεμόνια στο κρασί γιατί τ’ αστέρι ανάτειλε.

Περνούν οι ώρες δύσκολα κι από τη ζέστη την πολλή

όλα ‘ναι διψασμένα, μεσ’ απ’ τα φύλλα ακούγεται

του τζιτζικιού τραγούδι…

ανθεί τ’ αγκάθι στους αγρούς [σαν κάθε καλοκαίρι]·

τώρα οι γυναίκες ειν’ υγρές μα οι άντρες δεν

μπορούνε, γιατί ο Σείριος μάρανε τα πόδια,

το κεφάλι.

 

Ανακρέων (γέννηση 570 π.Χ. – θάνατος 485 π.Χ., Τεώ Ιωνίας)

 

  1. Φοραδίτσα από τη Θράκη

γιατί με λοξοκοιτάζεις πονηρά

κι άκαρδα φεύγεις μακριά;

Θαρρείς από έρωτα τίποτα δεν κατέχω;

Μάθε λοιπόν, θα το μπορούσα όμορφα να σου βάλω χαλινάρι

και τα γκέμια σου κρατώντας

στο δρόμο πέρα να σε φέρω, στο σημάδι.

Μα τώρα εσύ μες στα λιβάδια

ναζιάρικα κι ανέμελα βόσκεις και παιχνιδίζεις.

Γιατί δεν έχεις βέβαια έμπειρο αναβάτη!

 

  1. Πιο βαθιά ακόμη

κι από τ’ άγρια φαράγγια

ειν’ τα στήθια τα δικά σου·

… γιατί δεν πετάς κοντά μου

αφού τ’ άλειψες με μύρο;

 

  1. Πήρα το πρώτο κι έφαγα

παστέλι ένα κομμάτι

κι ύστερα τον κατέβασα

ένα κουβά γιομάτο γιοματάρι.

Και τώρα ένα γλυκό σκοπό

με μια κιθάρα τραγουδώ όλο(ς) μεράκι

για τη μικρή, την όμορφη

και την αγαπημένη.

 

*

 

Ρουφίνος (έζησε τον 2ο αιώνας μ.Χ. με καταγωγή από την Έφεσο ή τη Σάμο)

 

  1. Της Ευρώπης το φιλί είναι γλυκό,

ακόμη κι αν με τις άκρες των χειλιών της

αγγίξει μόνο λίγο το στόμα σου·

δεν το αγγίζει μόνο με την άκρη τω χειλιών·

μόλις σφηνώσει το στόμα,

ρουφά την ψυχή ως τα νύχια.

 

  1. Δεν αγαπώ πια με πάθος τα αγόρια· τώρα λιώνω

για τα κορίτσια·  αντί για το δίσκο προτιμώ το κρόταλο,

αντί για το χνουδωτό δέρμα των αγοριών μού αρέσει

το χρώμα της πούδρας, είναι υπέροχα τα καλλυντικά/

Δελφίνια θα βοσκήσει ο δασωμένος Ερύμανθος

και γοργοπόδαρα ελάφια θα τρέχουν πάνω στ’ αφρισμένο κύμα.

 

  1. Μάλωναν η Ροδόπη, η Μελίτη και Ροδόκλεια,

ποια απ’ τις τρεις έχει το πιο ωραίο μουνάκι,

κι όρισαν κριτή τους εμένα· και σαν θεές οι πανέμορφες,

στήθηκαν γυμνές, αρωματισμένες με νέκταρ.

Και της Ροδόπης το μουνί έλαμπε πολύτιμο στη συμβολή των μηρών

σαν ροδώνας που τον χτυπά ισχυρός ζέφυρος.

[……(το απόσπασμα σώζεται θραυσματικό)……..

…………………………………………………….]

Της Ροδόκλειας το μουνάκι σαν κρύσταλλο, υγρό, όλο δροσιά,

σαν άγαλμα που μόλις το λάξεψαν και το τοποθέτησαν σε ναό.

Αλλά ξέροντας καλά τι ΄παθε ο Πάρις απ’ την κρίση του,

και στις τρεις θεές εγώ έδωσα το στεφάνι της νίκης.

 

  1. Λουζόταν μια ασημόποδη παρθένα

και δρόσιζε τα ολόχρυσα μήλα των μαστών της

με την πάλλευκη επιδερμίδα.

Τ’ ολοστρόγγυλο κωλαράκι της ανασάλευε με χάρη,

καθώς το δέρμα της αναριγούσε αππ’ το νερό.

Με το ένα της χέρι τεντωμένο

προσπαθούσε να καλύψει το μουνάκι της,

όχι όλο· όσο μπορούσε.

 

  1. Αυτή είναι ζωή, αυτή και μόνο: χαρά κι απόλαυση.

Μακριά οι έγνοιες!

Η ζωή του ανθρώπου είναι τόσο λίγη. Ας έρθει το κρασί,

ας αρχίσουν οι χοροί, πλέξτε στεφάνια από ωραία άνθη,

ελάτε γυναίκες.

Σήμερα θα καλοπεράσω· το αύριο κανείς δεν το ξέρει.

 

  1. Λέει πως δεν είναι ερωτευμένη η Μελισσιάς, μα το κορμί της

φωνάζει ότι ολόκληρη φαρέτρα από βέλη άδειασε πάνω του.

Το ίδιο και η άστατα λαλιά της κι η κομμένη της ανάσα

κι οι βαθιοί κύκλοι γύρω απ’ τα μάτια της.

Όμως πόθοι, στο όνομά της μητέρας σας της Αφροδίτης

με τ’ ωραίο στεφάνι,

αναφλέξτε την άθλια, μέχρις ότου «Φλέγομαι» να φωνάζει.

 

  1. Έχεις τα μάτια της Ήρας, τα χέρια της Αθηνάς,

της Αφροδίτης τα στήθια, τα πόδια της Θέτιδας.

Ευτυχισμένος αυτός που σε αντικρίζει,

τρισόλβιος όποιος ακούει τη φωνή σου,

ημίθεος όποιος σε φιλά,

θεός αυτός που σμίγει μαζί σου.

 

Φιλόδημος (έζησε στα 100 π.Χ. με καταγωγή από τη Γάδαρα της Παλαιστίνης)

 

  1. Αχ, το πόδι, αχ, η κνήμη, αχ -θεέ μου, χάνομαι-, οι μηροί της,

αχ οι γλουτοί, η σχισμή της, τα λαγόνια

οι ώμοι, τα βυζιά, ο ραδινός της αυχένας,

τα χέρια -αχ, τρελαίνομαι-, τα ματάκια της,

τα πολύ εκμαυλιστικά της κουνήματα, τα μεθυστικά φιλάκια

κι εκείνοι οι ψίθυρισμοί που με εξάπτουν!

Τι κι αν είναι Ιταλίδα εταίρα που τη λένε Φλώρα;

Τι κι αν δεν τραγουδά Σαπφώ;

Και ο Περσέας αγάπησε την Ινδή Ανδρομέδα.

 

  1. Και στα μεσάνυχτα ξεγέλασα τον άντρα μου

κι ήρθα μούσκεμα απ’ τη νεροποντή.

Γιατί καθόμαστε άπραχτοι; Γιατί κοιμόμαστε;

Έχουν δικαίωμα να κοιμούνται οι ερωτευμένοι;

 

Διοσκορίδης (έζησε στα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνα στην Αλεξάνδρεια, με καταγωγή από την Νικόπολη της Αιγύπτου)

 

  1. Είχα ξαπλώσει τη ροδόπυγη Δωρίδα

σε κλίνη από χλόη και άνθη

και έγινα αθάνατος.

Με τα μεγάλα πόδια της γύρω στη μέση μου

νόμιζα πως έτρεχε ευθεία τον ερωτικό δρόμο της Αφροδίτης,

κοιτάζοντας με μάτια λάγνα και βλέμμα απλανές,

σαν φύλλα που πορφυρά τρεμόπαιζαν,

καθώς αυτή σπαρταρούσε,

μέχρις ότου ξεχύθηκε κι εκείνη

μαζί με το λευκό μου χύσι·

τα μέλη της λύθηκαν

και τα πόδια της έπεσαν κάτω μένοντας ασάλευτα.

  1. Με τρελαίνουν τα ροδόχαρα γλυκά της χείλια,

μου λιώνουν την καρδιά αυτά τα πρόθυρα του γλυκού της στόματος

και τα μάτια της που λάμπουν κάτω απ’ τον ίσκιο των φρυδιών της,

δίχτυα και παγίδες της δικής μου καρδιάς,

και τα βυζιά της τα πάλλευκα, τα δυο

χιλιοπόθητα κι ελκυστικά, τα πιο τερπνά από κάθε κάλυκα άνθους.

Γιατί όμως μιλώ πετώντας κόκαλα στους σκύλους;

Μάρτυρες για την αθυροστομία μου

Είναι οι καλαμιές του Μίδα.

 

Κιλλάκτωρ  (έζησε τον 1ο μ.Χ. ή το πρώτο μισό του 3ου μ.Χ. αιώνα)

 

  1. Γλυκό το πήδημα. Ποιος λέει όχι;

Όταν όμως κοστίζει χρήμα

γίνεται πιο πικρό

κι απ’ το φαρμάκι.

 

  1. Το νέο κορίτσι

πιότερα κερδίζει

όχι απ’ την τέχνη του

αλλ’ απ’ τη φύση του.

 

Μάρκος Αργεντάριος (έζησε κατά τη διάρκεια του 1ου π.Χ. ή του 1ου μ.Χ. αιώνα στη Ρώμη)

 

  1. Σήκωσε τα αραχνούφαντα δίχτυα σου, πλανεύτρα, Λυσιδίκη,

και μην περπατάς κουνώντας τους γοφούς σου.

Το ελαφρύ σου φόρεμα δεν σε καλύπτει:

όλα σου τα κρυφά και φαίνονται και όχι.

Εάν αυτό σου φαίνεται χαριτωμένο, και εγώ ο ίδιος όμοια

με πέπλο διάφανο θα σκεπάσω αυτόν που όρθιος είναι (από κάβλα).

 

  1. Στέρνο πάνω στο στέρνο, μαστός ακουμπισμένος με μαστό,

τα γλυκά της χείλη με τα χείλη μου έχω κλείσει,

τα στόματά μας σφιχταγκαλιασμένα -για τ’ άλλα σωπαίνω

γι’ αυτά μαρτυράς μας είναι ο λύχνος.

 

Μελέαγρος (έζησε στα 140 -70 π.Χ. με καταγωγή από τη Γάδαρα της Παλαιστίνης)

 

  1. Ξόβεργα έχεις στα χείλη, φωτιά στα μάτια·

όποιον κοιτάς, τον καις· όποιον φιλάς, τον κάνεις δέσμιό σου.

 

  1. Ανθίζει τώρα ο άσπρος μενεξές, ο νάρκισσος ανθίζει

που αρέσει η βροχή, ανθίζουν τα κρίνα

στις πλαγιές των βουνών. Κι η αξιαγάπητη Ζηνοφίλα

-της Πειθούς ρόδο ηδύπαθο- άνθισε κι εκείνη,

ώριμο άνθος μες στ’ άνθη.

Γιατί επαίρεσθε, λιβάδια, για τα ανθισμένα σας μαλλιά;

Ανάμεσα στα ηδύπνοα άνθη η κορασιά είναι καλύτερη.

 

Ανώνυμος

 

  1. Αγάπησα, φίλησα, πέτυχα, τα κατάφερα, αγαπήθηκα.

Με ποιον, με ποιαν και πώς μόνο η θεά το ξέρει.

 

  1. Περήφανη λουτράρισσα, γιατί με λούζεις και με καις;

Προτού γδυθώ ένιωσα κιόλας τη φωτιά σου.

 

  1. Αχ, ρόδο εγώ κόκκινο

μακάρι να γινόμουν·

μες στα δυο χεράκια σου

εσύ να με κρατήσεις

και στα χιονάτα στήθη σου

γλυκά να μ’ ακουμπήσεις.

 

  1. Σου στέλνω ένα άρωμα θεσπέσιο -στο άρωμα,

όχι σε σένα χάρη κάνω·

Γιατί εσύ μπορείς άρωμα

στο άρωμα να δώσεις.

Προηγούμενο άρθροΒραχείες λίστες κρατικών λογοτεχνικών Βραβείων 2023
Επόμενο άρθρο20+1 ιστορικά βιβλία: από τον μεσαιωνικό στον σύγχρονο κόσμο (του Σπύρου Κακουριώτη)

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Δεν γνωρίζω ποιος/ποια υπογράφει το Dirty Valentine 6, αλλά στον Βοκκάκιο δεν διηγούνται μόνον άνδρες. Για την ακρίβεια, περισσότερες είναι οι γυναίκες.

    • Αν διαβάσατε το κείμενο του Βοκάκιου θα δείτε ότι είναι μεταφρασμένο από τον Κοσμά Πολίτη. Ανήκει στη συλλογή που αναφέρεται στο τέλος του κειμένου: Δημήτρης Β. Προύσαλης, Άσεμνα, σεξουαλικά λαϊκά παραμύθια. Πρόλογος: Γιώργος Κατσαδώρος. Απόπειρα, Αθήνα 2023.

  2. Την μετάφραση σε δύο τόμους από τον Κοσμά Πολίτη την έχω. Να υποθέσω ότι τις πληροφορίες για τις ιστορίες στο «Δεκαήμερον» τις παραθέτει ο Δημήτρης Προύσαλης; ο επιμελητής/η επιμελήτρια του ίσως; Και πάλι, αυτό δεν σημαίνει ότι υπογράφουν την μεταφορά τού αποσπάσματος εδώ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ