«Διπλή προσπέραση» ή διπλή προσπέλαση; (του Γιάννη Βασιλακάκου)

0
341

 

 

του Γιάννη Βασιλακάκου (*)

 

Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Ζαχαρία Σώκου Διπλή προσπέραση (εκδ. Μελάνι, 2017) αποτελείται από 47 συνολικά ποιήματα τα οποία είναι κατατμημένα στις εξής τρεις ενότητες: «Κίτρινη πέτρα», «Χλωρίνη στα χρωματιστά» και «Καραμέλες για ποιητές».  Ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει σαφώς σε μανούβρες αντικανονικής, ριψοκίνδυνης οδήγησης και σύγκρουσης. Προφανώς με τη ζωή, το χρόνο και τον θάνατο. Η αντιμετώπιση και υπέρβαση των δύο τελευταίων απασχολεί σχεδόν εμμονικά τον ποιητή στο μεγαλύτερο μέρος της συλλογής του. Η θεματολογία συνίσταται από μνημονικές, αυτοβιογραφικές αναφορές, εστιάζοντας σε πρόσωπα, τόπους και ψυχικές καταστάσεις που λειτουργούν σαν μπούσουλας για τον ποιητή και τον αναγνώστη. Οι αναφορές αυτές συμπεριλαμβάνουν στοχασμούς και προβληματισμούς για τα υπαρξιακά αδιέξοδα, το χρόνο, τον έρωτα, τον θάνατο και την ποίηση.

Η μνήμη, ως πρωταρχικός παράγοντας καταδυνάστευσης του ποιητή («Γράφω ποιήματα Κωστή, /  […] στενό παπούτσι / μου χτυπάει τη μνήμη…», «Στενό παπούτσι», σ. 18) κι εφαλτήριο της ποιητικής διεργασίας («Τα πιο καλά ποιήματα / […] στη μνήμη αλητεύουνε», «Κίτρινη πέτρα», σ. 12) είναι ο μείζων τροφοδότης των πεπραγμένων της ζωής τα οποία μετουσιώνονται σε ποίηση («Όμως τις αναμνήσεις / πώς να τις παλέψω / που ξεδιαλέγουν απ’ τη μνήμη, / που επιλέγουν, / σε ουλές, / στη δίπορτη και αφύλακτη / συνάφεια του παρόντος, / να επιμένουν», «Η συνάφεια του παρόντος», σ. 56). Η μνήμη θέτει σε λειτουργία την (επαν)αξιολόγηση της ζωής («Εκεί μνήμες αλειτούργητες / παλινδρομούν στην ωραία πύλη / του παρόντος και ύστερα βυθίζονται / στη μήτρα άπειρης λευκότητας», «Η ταρίχευση», σ. 40).

Πρόκειται για μια αυθεντική, ειλικρινή και θαρραλέα προσωπική κατάθεση, χωρίς παρωπίδες κι επιτηδεύσεις, εν αντιθέσει με τα μασκαρέματα των άλλων («όλοι στην πόζα, το μασκάρεμα, / όλοι σαν κάτι που δεν είναι», «Αρετή», σ. 51). Μια εξομολογητική αυτοκριτική όσον αφορά τα ουσιώδη της υπαρξιακής αγωνίας και περιπέτειας του ανθρώπου, η οποία επιτρέπει έναν έντιμο απολογισμό («Γι’ αυτό γράφω ποιήματα και λέω, / λέω την αλήθεια που με ξέρει, / αποκαλύπτομαι και ας με δείτε», «Στενό παπούτσι», σ. 19). Κάτι σαν ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τη ζωή και το χρόνο που σκηνοθετεί σαν «εμβρόντητα εφέ, σεκάνς μαγικές κι ανείπωτες / στοίβες των απωθήσεων και των εκκρεμοτήτων», («Η ταρίχευση», σ. 41).

Οι προαναφερθείσες θεματικές αναφορές εστιάζονται στις καταβολές των παιδικών χρόνων του ποιητή, κυρίως στο γενέθλιο τόπο του (Αιτωλία), την ιστορία και μυθολογία του. Ο συγκεκριμένος τόπος δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι το νοσταλγικό, απόμακρο και φολκλορικό, αλλά ως ένα οργανικά αναπόσπαστο στοιχείο διαμόρφωσης της προσωπικότητας και ταυτότητας του δημιουργού. Διότι οι πολιτισμικές αξίες και παραδόσεις με τις οποίες έχει γαλουχηθεί έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα την όλη ιδιοσυγκρασία κι αισθαντικότητά του. (Πράγμα που αντανακλάται εύγλωττα στην ευρεία χρήση του δημοτικού τραγουδιού το οποίο διαχέεται αφειδώλευτα και  διαποτίζει ένα μεγάλο μέρος των ποιημάτων του).

Ο Σώκος επιδίδεται σε καλά μελετημένους και τολμηρούς ποιητικούς πειραματισμούς, σε μοντέρνες και μεταμοντέρνες πρακτικές, πρωτότυπα γλωσσικά παιχνίδια, νεωτεριστικές τεχνοτροπίες, αδόκιμα λεκτικά σχήματα κι εκφραστικούς τρόπους. Χωρίς να διστάζει να «παντρέψει» τα παραπάνω με τη βρυσομάνα της ελληνικής παράδοσης (κυρίως το δημοτικό τραγούδι)  όπως και όποτε το θεωρεί πρόσφορο (βλ. παραδείγματα στα ποιήματα: «Άσσος μπαστούνι», σ. 22, «Θα γίνω Αχιλλέας», σ. 32, «Ωδή του χρόνου», σ. 38, «Κυνηγός», σ. 75, κ.α.).  Άλλοτε διατηρώντας την αυθεντική μορφή του (λιγότερο) και άλλοτε παίζοντας με διάφορες απομιμήσεις του (περισσότερο), έτσι που στο ίδιο ποίημα να συνυπάρχουν και οι δύο μορφές: η αυθεντική («Παπάς την είδε κι έσφαλε / διάκος κι αποξεχάστη», «Διπλή προσπέραση», σ. 68) και η απομιμητική («Έρχονται τρένα μακριά, / οχήματα πρησμένα, / πετούνε πήγασοι δειλοί, / κρεμιέται ανεμόσκαλα / από ξανθής μαλλάκια», ό.π., σ. 69). Αξιοποιώντας ευφάνταστα κάποια αρχετυπικά μοντέλα, αναχωνεύει το παρελθόν (παράδοση) με τον παρόν (νεωτερισμό) ως μια αδειάσπαστη και διαρκώς εμπλουτιζόμενη  ενότητα («έλα να πούμε / νέα ρητά με ρήματα αρχαία», «Διπλή προσπέραση», σ. 68). Έτσι, δημιουργείται μια γοητευτική σύνθεση ενός κράματος ευγενών μετάλλων, το οποίο πρέπει να πιστωθεί στον ποιητή.

Η ποίηση του Σώκου, αν και χαρακτηρίζεται από έναν εσωτερισμό, κι ενίοτε από μια κρυπτικότητα (λόγω ίσως του εσωτερικού της ρυθμού), τελικά δεν είναι ερμητική ή προσωποκεντρική, παρά την πληθωρική χρήση των βιωματικών στοιχείων. Απόδειξη αυτού είναι η διαρκής συν-διαλαγή (συν-ομιλία) μεταξύ ποιητή και αναγνώστη. Μέσω της χρήσης του δεύτερου ενικού προσώπου και των ερωταπαντήσεων, διεξάγεται ένας διάλογος όπου ο αναγνώστης καθίσταται κοινωνός και συμμέτοχος των προβληματισμών, αδιεξόδων και διλημμάτων του ποιητή. Απότοκο αυτής της υπαρξιακής δυσαρέσκειας είναι οι εσωτερικές καταδύσεις του. Μέσω αυτών αναστοχάζεται τα πεπραγμένα της ζωής του, τα οποία του προκαλούν σύγχυση: «Κλείνω τα βλέφαρα / στο μέσα μου βουλιάζω / κι εκεί τα πεπραγμένα /  τ’ άπραγα, τα παραπεταμένα / κάλαντα λένε: // […] Αυτά και κάτι υπόλοιπα / με κάνουν να σκιρτώ, / καθώς τα σκέφτομαι, / και σύγχυση μου φέρνουν» («Καταμεσής στη λιμνοθάλασσα», σσ. 44-45).

Παραδέχεται απερίφραστα ότι, παρά τις προσπάθειές του, η κατάκτηση της αλήθειας τον βασανίζει, χωρίς όμως να παίρνει απαντήσεις («Κι αλίμονό μου / παρότι βασανίζομαι / ακόμα την αλήθεια / δεν κατέχω», «Έρχονται», σ. 49. Και αλλού: «Απάντηση σε ό,τι δασκάλεψες / αναζητώ, βρε Μάρκο…», «Χλωρίνη στα χρωματιστά», σ. 47). Αυτό το αδιέξοδο τού δημιουργεί ένα αίσθημα ψυχικής ένδειας, κάνοντάς τον να νιώθει σαν απόβλητος που δεν έχει πού την κεφαλήν κλίναι («Αλλά μετά, / τις ώρες που η ψυχή κάνει ταμείο, / παίρνεις των ομματιών σου / και δεν ξέρεις / πού θα βρεις γωνιά / για ν’ απαγκιάσεις», «Το βράδυ όμως», σ. 50). Γι’ αυτό και, σε πλήρη απόγνωση, καταφεύγει στα άψυχα φυτά αναζητώντας βοήθεια, προκειμένου να φωτιστεί και κατανοήσει τα μυστικά και μυστήρια της ευτυχίας («Ω! ιβίσκε αυτοκρατορικέ, […] στάξε μου λίγη / από την ευτυχία / της αγνωσίας σου / και την επηρμένη / μακαριότητά σου […] // Μήνυσέ μου κάτι / από τα τραχιά μυστικά, / τα γήινα, / που δεν τα ξέρει η γλώσσα μου / που δεν τα βάνει ο νους μου», «Σε ιβίσκο», σ. 42).

Ένα εξίσου μεγάλο αδιέξοδο που απασχολεί έντονα τον ποιητή, είναι αυτό του αντικειμένου ενασχόλησής του. Κατ’ αρχήν, υπαινίσσεται ότι η προσφυγή στην ποίηση δεν είναι πολυτέλεια αλλά ένα αναγκαίο κακό, όπως αυτό του καπνιστή που προσπαθεί να καλύψει το κενό (τη «μαύρη τρύπα») μέσα του («Και το πρωί, άγγελέ μου, / γνωστή η συνήθεια του καπνιστή, / τσιγάρο ανάβει, / το βάραθρο, / τη μαύρη τρύπα / τη γνωστή, να κλείσει, / που τον τρώει», «Ο άγγελός μου ΙΙΙ», σ. 25). Δεν είναι όμως μόνο η δυσκολία τού να μιλήσει για την ποίηση («Για τα ποιήματα / να πω δεν έχω…», «Κίτρινη πέτρα», σ. 12), και το ανέφικτο της γλώσσας να αποδώσει και δικαιώσει πλήρως το ποιητικό εγχείρημα («Τα πιο καλά ποιήματα / έτσι κι αλλιώς δεν γράφονται, / ανάπηρες οι λέξεις να τα πούνε», ό.π., σ. 13). Είναι και η ψευδαίσθηση, η απατηλότητα της ποίησης, την κιβδηλεία της οποίας συνειδητοποιεί («Για αγορές και για πωλήσεις / αισθημάτων πολύτιμα νομίσματα οι λέξεις // Δεν λέω πως δεν θα ’θελα / να μην αποσυρθούν / απ’ την κυκλοφορία / οι δικές μου // Τι να το κάνεις όμως / στο τέλος-τέλος / όλοι κιβδηλοποιοί», «Οι κιβδηλοποιοί», σ. 61). Πράγμα που τον κάνει να οικτίρει την προσωπική του ήττα («…δεν είμαι είρων / Δον Κιχώτης είμαι / παίζω ευθέως / τι κι αν χάνω // Με κάτι ζώπυρα / που μείναν / μες στη στάχτη / να χτίσω βιάζομαι / πικρός καυσοκαλύβης», «Στενό παπούτσι», σ. 18). Αλλά και να συνδιαλέγεται με τραγικά πρόσωπα της ποίησης, όπως τον αυτόχειρα Κώστα Καρυωτάκη (βλ. «Καραμέλες για ποιητές», σ. 76), συμπεραίνοντας πως «ζωή και ποίηση είναι ένα» (ό.π.). Παρ’ όλα αυτά, δεν διστάζει να αναγνωρίσει στην ποίηση μια λυτρωτική, σωτήρια ιδιότητα («Τα πιο καλά ποιήματα / φαντάσματα, // Τα πιο καλά ποιήματα / σωσίβια στο πέλαγος [μπορεί και ξεβρασμένα]», «Κίτρινη πέτρα», σ. 12).

Το στοιχείο της ποιητικής σωτηρίας αντικατοπτρίζεται στη σχέση ζωής- τέχνης και ζωής-θανάτου όπου, παρόλο το ανέφικτο της (ποιητικής) γλώσσας και των «ανάπηρων λέξεων» να εκφράσουν την πεμπτουσία του άρρητου, ο ποιητής δεν καταθέτει τα όπλα. Αντιθέτως,  προχωρεί στην παραδοχή ύπαρξης των δύο κόσμων: του ενθάδε και του επέκεινα – κόσμους τους οποίους θεωρεί ενιαίους και αναπόσπαστους (βλ. «Απογεύματα του Απρίλη στη Θεσσαλονίκη», σσ. 62-63). Εξού και με αφετηρία-μπούσουλα τον αισθητό κόσμο, προβαίνει στη φιλόδοξη αποκρυπτογράφηση του «άλλου», του άγνωστου, σκοτεινού και μυστηριώδους (αυτόν του θανάτου). Το κάνει ανακαλώντας στη μνήμη προσφιλοί του πρόσωπα (επωνύμων ομοτέχνων αλλά και ανωνύμων θνητών, όπως τους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Κώστα Καρυωτάκη, Κωστή Παπαγιώρη, Μάρκο Μέσκο και άλλους) τα οποία λειτουργούν ως δίαυλοι επικοινωνίας των δύο κόσμων. Μέσω της παντοδύναμης φαντασίας  και των ευρηματικών ποιητικών εφαρμογών  καταλύονται τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου, καθώς οι μεταστάντες επιστρέφουν, ποιητική αδεία, έστω και προσωρινά. Η ποιητική αλχημεία διευκολύνει αυτή τη συνάντηση (του ενθάδε και του επέκεινα) καταργώντας προσωρινά το θάνατο, όταν αυτός χάνει την ιδιότητά του προσωποποιούμενος  («Μπορεί κι ο θάνατος / νταλκάδες να ’χει», «Στον Υμηττό το έστρωσε», σ. 27), με αποτέλεσμα οι εκλιπόντες να αποκτούν μια εφήμερη αθανασία («Έτσι κι αλλιώς / δεν έχει η γη πατήματα / κι ο ουρανός κρικέλια / κι ο Άρχοντας ο θάνατος / τοις μοίρας ορντινάτσα», «Θα γίνω Αχιλλέας», σ. 32).

Η ποίηση του Σώκου δεν είναι κραυγαλέα, επιτηδευμένη κι εντυπωσιοθηρική, αλλά  χαρακτηρίζεται από σεμνότητα και χαμηλούς τόνους. Εμφανή είναι τα στοιχεία του συγκρατημένου, του αβέβαιου και διλημματικού. Ενίοτε και του αντιφατικού (όπως π.χ. το μάταιο και/ή το σωστικό της ποίησης), με κάποια ίχνη «αγνωστικισμού». Όχι αναγκαστικά με τη θεολογική έννοια – μολονότι ενυπάρχει και αυτός («…κι εμείς, αφού η ψυχή, / λέει, αθάνατη πως είναι, / τι μαζευτήκαμε εδώ, / γι’ αυτό το τιποτένιο σώμα;», «Η Σωτηρία», σ. 30). Εξού και σκωπτικά λογοπαίγνια του είδους: «Αχ: Σωτηρία, Σωτηρία, / δεν υπάρχεις σωτηρία / μα εσύ, αν, λόγω ονόματος, τη βρεις / βρες ένα τρόπο να μας το μηνύσεις» ό.π.). Γενικότερα, η ποίηση του Σώκου είναι πεσιμιστική, κλειστοφοβική, κι εν πολλοίς ελεγειακή, λόγω της φθοράς που επιφέρει ο χρόνος («Και φθίνει ο κύκλος, / ο κυκλοτερής, / και βαθαίνουν οι γκρεμοί / κι ό,τι μεγάλωσε μικραίνει», «Ο άγγελός μου ΙΙ, σ. 24), αλλά και της προοπτικής του αναπόφευκτου θανάτου που καραδοκεί σε κάθε βήμα. Αποτέλεσμα, μερικές φορές, ακόμη και στις πιο ευφρόσυνες εκφάνσεις της ζωής (όπως είναι ο έρωτας και η Άνοιξη), ο ποιητής να κομπλάρει, να μην αφήνεται ελεύθερα στην απόλαυσή τους, νιώθοντας ηττημένος («Φεγγάρι μου, / νύχτα πίσω / από κάγκελα / φοβάμαι να με βλέπεις / την ήττα, την αναπόφευκτη, / μη και αναγνωρίσω», «Μην ξυπνάτε την αγάπη», σ. 72). Στο ίδιο μοτίβο αντιμετωπίζει και την Άνοιξη αυτοεξομολογούμενος: «Ω! παντοδύναμη Άνοιξη, / κάποτε στίλβωνες /ψυχή και σώμα, / τώρα μια ψωριασμένη συκιά / στον ακάλυπτο / σε αναγγέλει» («Χήνας πέλμα», σ. 73). Ωστόσο, το καλύτερο δείγμα γραφής αντικατοπτρίζεται στο ποίημα «Απογεύματα του Απρίλη στη Θεσσαλονίκη», όπου η παλλόμενη από ζωή κι έρωτα ατμόσφαιρα αναιρείται από τον φόβο της προοπτικής του θανάτου («Τον θάνατο φοβάμαι, τον καργιόλη, / που παραμονεύει / στα σιωπηλά δρομάκια / τα κρύα, τα υγρά, τα αβάδιστα», σ. 62), με αποτέλεσμα η μαγευτική, οργασμική χοάνη της πόλης να ακυρώνεται από την υποψία του παραμονεύοντος μαύρου καβαλάρη «Κι ο θάνατος, ο χαμερμής, / εκεί σιμά, εκεί κοντά, /εκεί και παραπέρα, / σελώνει πράσινο φαρί / και μαύρο καλιγώνει, / αυτός ο παλιοπούστης» (ό.π., σ. 63).

Παραδόξως όμως, η ποίηση του Σώκου δεν είναι πάντα απαισιόδοξη και καταθλιπτική, αλλά εξοσορροπείται και από εκλάμψεις αισιοδοξίας, όταν το παιγνίδι του έρωτα έρχεται να καταργήσει προσωρινά τον θάνατο («Και τι γλυκό / και τι φρικτό / ν’ ανακαλύπτεις / του έρωτα το παίγνιο / […] όταν τον χρόνο καταργεί / κι ο θάνατος / σκυλί δαρμένο, να λουφάζει», «Μοιρολόι των καναρινιών», σ. 65), και «η ζωή θα δραπετεύει, / έστω και καψαλισμένη, / προς το μέλλον» (Βραδύκαυστο φιτίλι», σ. 37). Ακόμη και οι συχνές αναφορές του ποιητή στους προσφιλείς νεκρούς του που τον επισκέπτονται τακτικά, δεν αποτελούν ένα στοιχείο μακάβριο, αλλά ευφρόσυνο και παραμυθητικό  («Όταν με επισκέπτονται / οι νεκροί μου / φοράνε πάντα / το χαμόγελό τους», «Τι δώρο», σ. 11). Έτσι, όσο περισσότερο ο ποιητής αναφέρεται στην απώλεια προσφιλών του προσώπων και στην προοπτική του θανάτου, τόσο η ποίησή του σφύζει και πάλλεται από ζωή («Ω! σεις ψυχές, / και αυτή η πλημμύρα / η μέσα μου, / στο στήθος έμπλαστρο / η ανάμνησή σας // Αχ! Και να  ξεπροβαίνατε / ως ξεπροβαίνει ο ήλιος», «Κόκινο χελιδόνι», σ. 16).

Τούτων δοθέντων, ο τίτλος της παρούσας συλλογής θα μπορούσε να διεκδικήσει μια διττή ερμηνεία: Όχι μόνο της επικίνδυνης «διπλής προσπέρασης» (με τη ζωή και το χρόνο), αλλά και της «διπλής προσπέλασης» στα άδηλα και τα κρύφια της ύπαρξης και ανυπαρξίας (δια της μεσολάβησης του ποιητικού λόγου).

Η σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζει τα θέματά του ο Σώκος, και ο εμφανής προβληματισμός (γλωσσικός, εκφραστικός, τεχνοτροπικός κλπ) στο χειρισμό τους («Σ’ έπιασα του ποιήματος κορμί, // […] Τώρα θέλω να σε φροντίσω, / […] σαν που ταιριάζει στην αισθητική μου […], «Ο απόσεχτος λαγός», σ. 17), επιβεβαιώνουν το πλούσιο πολιτιστικό του υπόβαθρο, τις στέρεες πνευματικές καταβολές και τη γερή λογοτεχνική αρματωσιά του. Αναμφίβολα, η παρούσα ποιητική συγκομιδή του εγγράφει σοβαρές υποθήκες για τη μελλοντική του εξέλιξη.

 

(*) Ο Δρ Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός (νεοελληνιστής), συγγραφέας, δοκιμιογράφος-κριτικός και μεταφραστής λογοτεχνίας.

 

Ζαχαρίας Σώκος, Διπλή προσπέραση, Μελάνι

Βρες το εδώ

 

 

Προηγούμενο άρθροΑστυνομική Βιβλιοθήκη 2 , Μάρτιος 2021 (του Μάρκου Κρητικού)
Επόμενο άρθροΗ τύφλωση, ο αντισυμβατικός Δον Κιχώτης, η απόδραση  (της Ελένης Γεωργοστάθη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ