Διαστάσεις του χωροχρόνου (του Μάριου Μιχαηλίδη)

0
50

του Μάριου Μιχαηλίδη

 

 

Η Πέμπτη  ποιητική συλλογή του Σωτήρη Βαρνάβα Διαστάσεις του Χωροχρόνου έρχεται να επιβεβαιώσει τη σοβαρότητα και το συγγραφικό ήθος που τον διακρίνουν ως πανεπιστημιακό δάσκαλο και ως ποιητή. Το προσωπικό του στίγμα στην ποίηση το έχει δώσει εδώ και πολλά χρόνια με σποραδικές δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά. Όμως, η πρώτη εκδοτική απόπειρα χρονολογείται μόλις από το 2006, με τη συλλογή  Ψήγματα Απείρου. Το στίγμα αυτής της έκδοσης ήταν η απαρχή μιας επίσημης πλέον πορείας στον χώρο της ποιητικής δημιουργίας. Ακολούθησαν τρεις άλλες συλλογές Ηχογράμματα (2008), Χρεόγραφο (2013), Γράμματα εμπράγματα (2015), και αισίως, τον  Ιούνιο του 2018, κυκλοφόρησε η πέμπτη συλλογή με τη χαρακτηριστική αισθητική-εκτυπωτική σφραγίδα του εκδοτικού οίκου Γαβριηλίδης.

Πολλοί, βέβαια, γνωρίζουν τον Σωτήρη Βαρνάβα  από την πρωτοστασία του στη διοργάνωση του Συμποσίου Ποίησης που, μέχρι πρόσφατα, πραγματοποιείτο αδιαλείπτως στο Πανεπιστήμιο Πατρών.  Σ’ αυτήν τη σπουδαία εκδήλωση με την Πανελλήνια απήχηση, και όχι μόνον, συμμετείχαν πανεπιστημιακοί καθηγητές, κριτικοί της λογοτεχνίας, εκδότες, καθώς και διακεκριμένοι ποιητές, έλληνες και ξένοι. Το σημαντικό αυτό Συμπόσιο έφερε την Αχαϊκή πρωτεύουσα στο προσκήνιο των λογοτεχνικών πραγμάτων και την καθιέρωσε ως μία πόλη με καθαρά πνευματικό πρόσωπο. Γι αυτό και ο κόσμος των γραμμάτων και ειδικότερα της ποίησης, προσδοκά στην ταχεία επανασύστασή του.

Το έργο  Διαστάσεις του Χωροχρόνου συνιστά κορυφαία στιγμή στην ποιητική πορεία του Σωτήρη Βαρνάβα. Θα τολμούσα μάλιστα να πω ότι επικοινωνεί άλλοτε εμφανώς και άλλοτε ανεπαισθήτως με την ποιητική ουσία  της συλλογής Ψήγματα Απείρου, αφού ο δημιουργός, από αυτήν την πρώτη επίσημη παρουσία του χαράσσει τις διαστάσεις και την εσωτερική γεωγραφία του ποιητικού του στίγματος. Γιατί, Άπειρο και Χωροχρόνος ενυπάρχουν αδιακρίτως μέσα στον συμπαντικό κόσμο που αποτελεί  κεντρικό σημείο αναφοράς και στοχασμού στην πρόσφατη συλλογή.

Η ευστοχία των λογικών και ποιητικών επιλογών του Σ.Β. στο νέο του βιβλίο, υπογραμμίζεται, καταρχάς, με την παράθεση της  ε΄ στροφής  από την Ογδόη Ωδή του Ανδρέα Κάλβου Εις Αγαρηνούς, ως προμετωπίδας (moto) της συλλογής:  Μόνον βλέπω τον Ήλιον/ μένοντα εις στον αέρα/τους τριγύρω χορεύοντας/ ουρανούς κυβερνάει/με δίκαιον νόμον. Ασφαλώς, αυτοί οι στίχοι συνάδουν με την έννοια του χωροχρόνου και την ευταξία του σύμπαντος.

Υποκύπτοντας στην γοητεία των συνειρμών,  δεν θα μπορούσε παρά να αναφερθεί η εναγώνια επίκληση του Οδυσσέα Ελύτη προς τον νοητό Ήλιο της δικαιοσύνης που κανοναρχεί την οικουμένη, να αποκαταστήσει το δίκαιο και την ηθική τάξη στη χειμαζόμενη μεταπολεμική Ελλάδα (βλ. Άξιον Εστί, Πάθη, άσμα στ΄: Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ).

Στη συλλογή απαριθμούνται 92 ποιήματα -ουσιαστικά 91, εφόσον το 92ο είναι μετάφραση στα αγγλικά του ποιήματος Εικόνα λογισμού (Image of though) από τον David Connolly-. Τα ποιήματα στις σελίδες 26-29, καθώς και 75-92 είναι ποιήματα της μνήμης. Σ’ αυτά ο Σ.Β. επιστρέφει στη γενέθλια γη, την Κύπρο, και ανασύρει βιώματα του δικού του μικρόκοσμου που σημάδεψαν την προσωπική του όραση και πορεία στον χωροχρόνο.

Όλα τα ποιήματα είναι γραμμένα με τα υλικά της σύγχρονης ποιητικής γραφής. Ο ελεύθερος και άστικτος, κατά κανόνα, στίχος αφήνει ορατά περιθώρια για τη χρήση ενός πολύ εύστοχου μεταφορικού λόγου που τον υπηρετούν η προσεκτική επιλογή των λέξεων και των ποιητικών ζευγμάτων, καθώς και μία θέλγουσα εικονοπλασία. Όλα αυτά συνιστούν ένα ποιητικό όλον που προσδίδει χάρη στην αναγνωστική εμπειρία και συνεργεί στην πρόσληψη των μηνυμάτων.

Στις Διαστάσεις του Χωροχρόνου, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε ένα στρόβιλο ποιητικών αποτυπώσεων με τις οποίες ο Σωτήρης Βαρνάβας, οπλισμένος με γνώση και διάθεση φιλοσοφικού και συνάμα ποιητικού στοχασμού, επιχειρεί να διεισδύσει στα έγκατα ενός  κόσμου μυστικού. Και αυτό, με σκοπό να αποκαλύψει, με τη δυναμική του λόγου, τους ακατάλυτους δεσμούς του ανθρωπίνου όντος που γεννιέται, ζει, και ολοκληρώνει τη βιολογική του περιπέτεια μέσα σε ένα τετραδιάστατο χωροχρονικό συνεχές.

Εξαρχής, (ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΣ, σελ. 11) ο ποιητής υπογραμμίζει το αναπόσπαστο που συνέχει την πράξη της  γραφής με τις έννοιες “χρόνος” και “χώρος”, οι οποίες όμως εξακολουθούν να υφίστανται με τα φορτία τους και πέραν αυτής:

Καθώς γράφω το ποίημα/η στιγμή παραπέμπει σε μιαν άλλη στιγμή/κι εκείνη σε άλλους χρόνους/ (…) Τοπίων αισθήσεις επαναφέρει η γραφή/κάτι από κειμήλια καιρών/κάτι από ευτυχία των τόπων/(…) τόποι τα μάτια σου/χρόνοι το χαμόγελό σου/ποτέ δεν χάθηκαν στο πλήθος των λέξεων.

Μα και οι ίδιες οι λέξεις μπολιάζονται από τις συμπαντικές δυνάμεις  και μεταβάλλονται και αυτές  σε μέρη του απείρου: (ΑΝΤΙΒΑΡΥΤΗΤΑ, σελ. 13):

(…) Να σου πω επιθυμώ το θέλημα των λέξεων/(…) Καθώς ταξιδεύουν τις στιγμές/ κι απ’ τη γη ξεμακραίνουν/κι όπου να ’ναι μέρη τ’ απείρου/ θα στολίζουν το σύμπαν/(…)

Και καθώς οι λέξεις τροχοδρομούν στο σύμπαν, ο νους γεννάει άλλες κι άλλες που ο ποιητής τις υποδέχεται με αισθήματα χαροποιά, γιατί αυτές είναι που θα κινήσουν το ενδιαφέρον για νέα ταξίδια: (ΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ, σελ. 22):

(…) Μέσα από το σύννεφο θα φτερουγίζουν/σε τοπία του αγνώστου/εκείνο που δε θα γνωρίσουμε ποτέ (…) Κι όσα δε γράψαμε ρήματα φως/κι όσα δεν αναγνώσαμε/γράμματα της αλφαβήτας/ο ουρανός θα τα υποδέχεται/μικρά αστέρια στο στερέωμά του.

Ο φιλοσοφικός στοχασμός του ποιητή δεν σταματάει εδώ,  αλλά αντίθετα, κορυφώνεται, καθώς ταυτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη και τις διαστάσεις του χρόνου με τις λέξεις. Γιατί οι λέξεις είναι αυτές που αποτυπώνουν, με την ηχητική και την νοηματική τους ιδιότητα, την αλήθεια που εκπορεύεται από την ανθρώπινη ψυχή και διάνοια σε τόπο και χρόνο, ως ζώσα και αδιαφιλονίκητη πραγματικότητα.

Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν εντάσσει ο ποιητής τον δικό του μικρόκοσμο, ελάχιστο ψήγμα από την πατρώα γη, με τρόπο που φέρνει στο προσκήνιο εμβληματικές πλέον ποιητικές αποφάνσεις από το Άξιον Εστί. Αυτός ο κόσμος ο μικρός και μέγας αντανακλάται στο ποίημα Ο ΟΙΚΟΤΟΠΟΣ ΜΑΣ (σελ. 26-27), από το οποίο, όμως, απουσιάζει ο δοξαστικός χαρακτήρας. Γιατί, κατά κανόνα, όσα διασώζει η μνήμη, συνοδεύονται από συναισθήματα μελαγχολίας και άλγους. (…) Λύχνοι στους τοίχους,/το μπαούλο/για βάρκες κλειδιά και κατσαβίδια/ κι ό,τι ήθελε η θάλασσα/ κι ό,τι της γης χρειώδη/ άνεργα κοιμούνται εκεί δρεπάνια/κασμάδες πολλοί και φτυάρια.

Το καταγεγραμμένο στην παιδική μνήμη “χτες”, μοιραία συγκρίνεται με τον οδοστρωτήρα του σήμερα:

Πέτρινο το σπίτι πάνω σε βράχο/(…) Μόδα τα εμφιαλωμένα/ και τα πιθάριa ανάποδα/διακοσμητικά/αδειάζουν την παράδοση του νησιού μας/ (…) καθώς επιτάσσουν επιτήδεια οι συνθήκες. (ΝΕΟ-ΙΔΙΩΜΑΤΙΣΜΟΙ, σελ 29).

Όπως όρισε στο πρώτο ποίημα της συλλογής ο ποιητής, οι λέξεις αποτυπώνουν στίγματα του χωροχρόνου. Σ’ αυτό χαρακτηριστική είναι η εμμονή του να συνομιλεί με τα τοπία της μνήμης και να αποκαλύπτει την αυθεντικότητα  και την αισθητική  ιδιαιτερότητα που τα διακρίνει. Ταυτοχρόνως, δεν παραλείπει να αναφέρει τις καταπελτικές αλλαγές που, συν τω χρόνω, έχουν συμβεί. Τα χάσματα που άνοιξε ο καιρός είναι πολλά. Το ίδιο και οι στιγμές σιωπής και μοναξιάς. Και τίποτα δεν φαίνεται ικανό να αναπληρώσει το κενό. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το ποίημα ΑΠΟΘΕΜΑ ΔΙΨΑΣ (σελ 32).

Πότισα τη ροδιά/με τα ελάχιστα φύλλα/να κρατηθεί στη ζωή/(…) την πότιζε ο πατέρας/ και πιο πριν ο παππούς/πάνε χρόνια που πέθαναν/ κι όλο καύσωνας έκτοτε (…).

Ωστόσο, η ματιά του ποιητή είναι στραμμένη προς το μέλλον και στα όσα αυτό θα φέρει. Η γλυκειά προσδοκία μεταβάλλεται  σε βεβαιότητα και μπολιάζεται με έναν υπερβατικό ερωτισμό, καθώς ανοίγει ο δρόμος για μια πρόσθετη διάσταση στον ήδη τετραδιάστατο χωροχρόνο. Το ποίημα Η ΠΕΜΠΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ (σελ. 41-42) είναι ομολογία πίστης και αφοσίωσης στα φορτία πρωτόγνωρων λέξεων:

(…) Και θα ’ναι τα δέντρα/και οι λέξεις πουλιά/και το δάσος ουρανού μονοπάτι/να μάθω απέξω το βλέμμα σου (…)/ Κι όλη η πόλη θα είναι τα γράμματα/και όλη η πόλη θα είναι χαμόγελο/κι εσύ η πόλη/κι όλες οι διαστάσεις/του σύμπαντος χώρου/θα ’ναι τότε η ανάγνωση.

Η εμμονή του ποιητή στην εύστοχη επιλογή  λέξεων, καθιστά, κάθε φορά, εύληπτη τη σχέση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο.

Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο ποιητικός λόγος κρίνει και καυτηριάζει συμπεριφορές. Όχι μόνον δεν εκπίπτει αλλά αντίθετα αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον, όπως συμβαίνει στο ποίημα ΜΟΡΦΗ ΒΑΡΒΑΡΩΝ (σελ. 65),  όπου η αλληγορία και το σχήμα μεταφοράς αρθρώνονται με τη συνέργεια καβαφικών υλικών:

(…) Φήμες τους φέρανε/πως  στρατοπέδευσαν έξω από τα τείχη/ άλλοι πως περιφέρονταν εντός/(…) μα εμείς πως δεν υπάρχουν βάρβαροι/πιστεύαμε και πως/ η φαντασία μας του γέννησε/αφού φιλόφρονα μας χαιρετούν οι άνθρωποι,/φιλιά μοιράζοντας/και τα χειροφιλήματα δεν λείπουν (…).

Αλλά και όταν ακόμη ο λόγος γίνεται ιδιαίτερα καυστικός, όπως στο ποίημα ΜΕΤΟΙΚΟΣ (σελ. 74), η ποιητική ατμόσφαιρα καθόλου δεν υπονομεύεται:

(…) Καθώς γέρνουν φορτωμένα τα δέντρα φωνές/παραπέμπουν σε λόγια «δικαίων» /που ζυγίζανε άχυρα/Στοιχειωμένοι τώρα εξουσία/σε σάβανα τηβέννων/κοιμούνται ύπνο δικαίου.

 Μέτοικος θέλω λοιπόν/σε τοπίο ουρανού/ σταγόνες σκέψεις να στάζω.

Καθώς διαπιστώνουμε, η άρνηση και απόρριψη αυτού του κόσμου γίνεται όχι με τυμπανοκρουσίες και πολεμικές ιαχές, αλλά με ελεγχόμενη ποιητική ένταση, και πιο συχνά με έναν υποδόριο ποιητικό ψίθυρο, όπως αποδεικνύει το προηγούμενο παράθεμα.

Ασφαλώς απομένουν πολλά ακόμη να ειπωθούν για τα ποιήματα της συλλογής. Βέβαια, δεν μένει απαρατήρητο το ότι ο ποιητής σε όλα τα έργα κινείται με σοβαρότητα, γνώση, ευαισθησία, στοιχεία που αποτυπώνονται στις επιλογές του.

Ειδικότερα ο Σωτήρης Βαρνάβας πείθει ότι η ποίηση είναι αιθέριο απόσταγμα μυστικών ψιθύρων μέσα στην περιπέτεια που επιφυλάσσουν οι διαδρομές στον χωροχρόνο, εκεί όπου οι ποιητές αποστάζουν της ψυχής τα μύρα σε υπέροχο αμάλγαμα μιας ουράνιας ιδιολέκτου.

 

info: Σωτήρης  Βαρνάβας,  Διαστάσεις του χωροχρόνου (Γαβριηλίδης 2018)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here