Δεν υπάρχουν ένδοξοι πόλεμοι (του Θεόδωρου Γρηγοριάδη)

0
208

 

του Θεόδωρου Γρηγοριάδη (*)

 

Ένα σύντομο-δωρικό- μυθιστόρημα είναι το πρόσφατο βιβλίο του Θοδωρή Καλλιφατίδη που δίνει φωνή σε πρώτο πρόσωπο σε έναν έφηβο της Κατοχής. Μέσα από τις μνήμες, κατασταλαγμένες επιλεκτικά καθώς έχουν μεσολαβήσει πολλά χρόνια, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αναπλάσει την περίοδο 1941-44, όταν το χωριό του στην Πελοπόννησο βρισκόταν κάτω από την Γερμανική Κατοχή · επικεντρώνεται μάλιστα στις τελευταίες εβδομάδες που συμπίπτουν με την εμφάνιση μιας δασκάλας στη θέση των δύο δασκάλων που έχουν ήδη συλληφθεί από τους Γερμανούς. Μάλιστα ο ένας είναι και ο πατέρας του δεκαπεντάχρονου ήρωά μας.

Έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει την ιστορία ο συγγραφέας μέσα από τις δικές του αναμνήσεις και τις διηγήσεις της δασκάλας. Γιατί από τη μια έχουμε τα συμβάντα στο διαρκώς υπό βομβαρδισμό χωριό και από την άλλη την εξιστόρηση  των τελευταίων ημερών του πολέμου και της πολιορκίας της Τροίας.

Η δασκάλα με τα μαύρα έρχεται από την Αθήνα, νέα, όμορφη, λεπτή σαν φλόγα και ανάβει φωτιές όχι μόνον στους ενήλικες του χωριού μα και στον έφηβο αφηγητή που δεν αρκείται στην σχέση του με την συνομήλικη Δήμητρα αλλά ονειρεύεται και την όμορφη ξένη.

Η δασκάλα και ενόσω το χωριό βομβαρδίζεται, μαζεύει τους μαθητές σε μια σπηλιά όπου αντί των συνηθισμένων μαθημάτων, τους μαθαίνει την Ιλιάδα και κάποια επεισόδια του ομηρικού έπους όπως εκείνη θέλει να τα ξαναπεί. Έτσι σε κάθε κεφάλαιο συνυπάρχουν ένα περιστατικό από την βάρβαρη και αιματηρή καθημερινότητα και παράλληλα η αφήγηση της δασκάλας που λες και αντηχεί από τα βάθη της ιστορίας σαν διαχρονική ραψωδός. Στην σπηλιά, στην σκοτεινή μήτρα, εγκιβωτίζονται οι ιστορίες του Ομήρου ενώ εκείνη κρατάει σε ατέρμονη αγωνία τα επτά παιδιά που κρέμονται κυριολεκτικά από τα χείλη της. Θυμίζει άλλοτε “άγγελο στα εικονοστάσια” και άλλοτε μια μάγισσα, έναν κακό οιωνό. Ως γυναίκα φροντίζει να είναι πάντα περιποιημένη, μυρίζει λεμόνι, αλλάζει μαντίλι ανάλογα με την περίσταση και ταυτίζεται με τις γυναίκες της  ομηρικής εποχής, τις υποστηρίζει και τις συμπονά. Λυπάται την Ελένη, χλομιάζει στον θάνατο του Έκτορα σαν την Ανδρομάχη. Σαν την ωραία Ελένη, είναι κι αυτή μια ωραία γυναίκα που μάλιστα την διεκδικούν δύο Γερμανοί αξιωματικοί.

Και ενώ είναι μια ταλαιπωρημένη γυναίκα της κατοχής σταδιακά, μέσα από τις περιγραφές του τότε μικρού και νυν ώριμου συγγραφέα, καθίσταται μια μυθική φιγούρα. Μια γυναίκα από τον χορό της αρχαίας τραγωδίας που στέκεται όρθια στην μισοφωτισμένη είσοδο της σπηλιάς, μια γυναίκα που κοιτάζει έξω από το παράθυρο του σχολείου ή σκύβει στο παράθυρο του σπιτιού της με αγωνία για να δει όσα συμβαίνουν στους δρόμους, πάντα έτοιμη να αναδιηγηθεί όσα προηγήθηκαν δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Γιατί δεν υπάρχει καλός και τίμιος πόλεμος. Ίδιες οι σφαγές, οι ληστείες, οι βιασμοί, οι ανταγωνισμοί, η απανθρωπιά. Μέσα από την Ιλιάδα και, κρατώντας ίσες αποστάσεις, μιλάει και για τα δύο στρατόπεδα.

Όμως και στις μέρες της κατοχής δεν υπάρχουν ένδοξοι πόλεμοι, ούτε μικροί ούτε μεγάλοι · υπάρχουν θύματα και αίμα. Κάθε ανθρώπινη απώλεια είτε από χέρι Γερμανού είτε από χέρι Αχαιού παραμένει μια φονική πράξη. Άλλωστε οι εχθροί και οι σωτήρες μπερδεύονται. Τελικά είναι οι Εγγλέζοι που βομβαρδίζουν το χωριό και οι Γερμανοί που τους αναχαιτίζουν ενώ σε κάθε πράξη αντίστασης εξοντώνονται για αντίποινα αθώοι άντρες πάνω από τα δεκάξι.

Ο μικρός θα νιώσει  τον θάνατο, τον φόβο να σταθεί κι αυτός απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα. Ωριμάζει ραγδαία, σκέφτεται το μυστήριο της ζωής και του χαμού: “ήμασταν κι εμείς ένα μυστήριο”. Μέσα από τον κρυφό του πόθο για την ωραία Κυρία, την ζήλια για όσους την αγγίζουν, μέσα από το ερωτικό παιγνίδι με την συνομήλικη, τον θάνατο που κυκλώνει και θερίζει, αυτός ωριμάζει, ονειρεύεται να γίνει ποδοσφαιριστής, μέχρι και συγγραφέας! Να γιατί η μητέρα του, μαζί και οι άλλοι του χωριού, τον φωνάζουν “ανεμοδαρμένο”.

****

 

Ξαναγυρίζουμε στην Σεχραζάτ της κατοχής. Η δική της Τροία βρίσκεται σ΄αυτόν τον μικρό τόπο. Η φίλη της Ιφιγένεια, από ένα κοντινό χωριό, θυσιάζεται άδικα και όταν το μαθαίνει καταρρέει. Την νεκρή, σκοτωμένη από τους Γερμανούς, την πλύνουν και την ντύνουν, τη θρηνούν με ένα δημοτικό τραγούδι. Όμως δεκάδες άλλοι νεκροί δεν θα θαφτούν κανονικά. Τουλάχιστον στην Τροία έκαναν ανακωχή για να τους θάψουν με τιμές ενώ τώρα τα θύματα παραμένουν πεταμένα σε χαράδρες χωρίς θυσίες και τελετές.

“Πέρασαν πάνω από εξήντα χρόνια από τότε…” Εδώ η αναδιήγηση είναι του συγγραφέα. Ένα παιγνίδι μνήμης και ιστορίας, παραμυθιού και ομηρικού έπους. Ο σημερινός συγγραφέας ξαναθυμάται τις διηγήσεις της δασκάλας και προσθέτει ορισμένα ομηρικά αποσπάσματα όπως του θυμωμένου Αχιλλέα: “έτσι είπε στα κύματα και στον αέρα, στον κίτρινο ουρανό και στον εαυτό του. Μετά αποκοιμήθηκε με βαριά καρδιά”. Το ύφος θυμίζει μεταφράσεις αρχαίου κείμενου. Η δασκάλα διασκευάζει και ο συγγραφέας διασώζει  τα λόγια της. Μέσα στην σκοτεινή σπηλιά  συνεχίζεται η προφορική παράδοση. Η ραψωδία γίνεται αργότερα πεζός λόγος με μια εσωτερική ποιητικότητα.

Από την άλλη, η περιγραφή της παιδικής ηλικίας του αφηγητή, έχει τις δικές της χάρες. Στο χωριό, βουτηγμένο στη φύση, ξεχωρίζουν τα δέντρα: η μουριά, κάτω από την οποία συναντιέται το εφηβικό ζευγάρι, το κυπαρίσσι που σκαρφαλώνει ο δεκαπεντάχρονος για να παρακολουθεί την δασκάλα στο σπίτι της, η  μυρωδιά από τις ανθισμένες αμυγδαλιές κόντρα στην φοβερή απειλή που αιωρείται στο χωριό και ακόμη πιο τραγικό οι κρεμασμένοι από την καστανιά συγχωριανοί του.

Από την πλευρά της Τροίας, ενώ παραβλέπεται ο ηρωισμός μέσα από τις επιλογές της δασκάλας και υποβαθμίζεται η θεϊκή παρέμβαση, προβάλλεται το συναίσθημα, η σωματικότητα, η ανθρώπινη διάσταση, τα λουσίματα με λάδι, τα παλέματα. Οι όμορφες γυναίκες, τα κορμιά των αντρών, οι φιλίες, οι αγάπες, η ελευθερία της συνείδησης, η περηφάνεια. Τονίζεται η εξαπάτηση και το ξεγέλασμα του εχθρού μέσα από μεταμφιέσεις με δέρματα θηρίων, με τον αρπαγμένο οπλισμό του αντιπάλου, τις μάνες που ντύνουν κοριτσάκια τα αγόρια τους για να μην πολεμήσουν.

Στο τέλος η κυρία αλλάζει ρούχα, πετάει τα μαύρα, αποκτάει ταυτότητα. Είναι η κυρία Μαρίνα. Στο σχολείο ανοίγουν όλα τα παράθυρα και προβάλει απέξω η εύφορη πλάση. Η ζωή συνεχίζεται με ιστορίες που νοηματοδοτούνται από τις ανθρώπινες ζωές. Η κυρία με το πέρασμά της άγγιξε  έναν έφηβο, του έδωσε ψυχικά και πνευματικά εφόδια για να συνεχίσει την πορεία του. Η πολιορκία της από τη μεριά του μπορεί να μην ήταν μοιραία αλλά ήταν τουλάχιστον ευεργετική.

 

(*) O Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι  συγγραφέας, το κείμενο βασίζεται στην παρουσίαση που έγινε πρόσφατα στον Ιανό.

 

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Η πολιορκία της Τροίας, Πατάκης 2022

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΑπονομή των Βραβείων 2022 της Εταιρείας Συγγραφέων
Επόμενο άρθροΗ εύλογη αμοιβή για τα πνευματικά δικαιώματα και ποιοι την αμφισβητούν

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ