Δεν Φοβάμαι, Ταυρομάχε: η queer πλευρά του πολιτικού (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)

0
517

 

της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη

 

Σεπτέμβριος του 1986. Χιλή επί δικτατορίας Πινοτσέτ. Ο συγγραφέας, περφόρμερ και πολιτικός ακτιβιστής Πέδρο Λεμεμπέλ (1952-2015), του οποίου το τολμηρό πολιτικό μυθιστόρημα “Φοβάμαι, Ταυρομάχε” θα συζητήσουμε σε αυτό το HerStory, εμφανίζεται σε  συγκέντρωση της Αριστεράς και ζητά να παρέμβει.  Φορά ψηλά τακούνια, έχει όλη την αριστερή πλευρά του προσώπου του μακιγιαρισμένη με ένα σφυροδρέπανο και διαβάζει το “Μανιφέστο” του με τον υπότιτλο “Μιλάω για τη διαφορά μου”.

Ο Λεμεμπέλ απευθυνόμενος στο προοδευτικό ,αλλά άναυδο με την παρουσία του ακροατήριο καταγγέλλει με έναν πύρινο λόγο την ομοφοβία και τον σεξισμό ακόμα και στους κόλπους της Αριστεράς, καθώς και την αφέλεια των συντρόφων  μπροστά στην επικείμενη μετάβαση από την δικτατορία στη δημοκρατία.

Στην πρόσφατη ελληνική έκδοση του  Φοβάμαι, Ταυρομάχε, όπου ο ήρωας είναι ένας περιθωριακός μεσήλικας ομοφυλόφιλος ερωτευμένος με έναν αντικαθεστωτικό φοιτητή (εκδ. Καστανιώτης, μτφρ: Κώστας Αθανασίου), περιλαμβάνεται ένα απόσπασμα αυτού του “Μανιφέστου” και νομίζω πως δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη εισαγωγή στο έργο του Λεμεμπέλ.  Μεταφέρω ένα μέρος:

 

[…]

Ιδού το πρόσωπό μου

Μιλάω για την διαφορά μου

Υπερασπίζομαι αυτό που είμαι

Και δεν είμαι τόσο παράξενος

Μου προκαλεί αηδία η αδικία

Και είμαι καχύποπτος για αυτό το δημοκρατικό πανηγύρι

Μη μου μιλάτε όμως για το προλεταριάτο

Γιατί το να είσαι φτωχός και αδερφή είναι ακόμα χειρότερο

[…]

Γιατί η δικτατορία περνάει

Και έρχεται η δημοκρατία

Και λίγο λίγο μετά ο σοσιαλισμός

Και τότε;

Τι θα κάνετε μ’ εμάς σύντροφε;

[…]

Μήπως θα υπάρχει σε κάποια γωνία μία αδερφή

να αποσταθεροποιεί το μέλλον του νέου σας ανθρώπου;

[…]

Για την τρυφερότητα μιλάω σύντροφε

Εσείς δεν ξέρετε πόσο κοστίζει να βρει κανείς τον έρωτα

[…]

Ο κόσμος κρατάει τις αποστάσεις

Ο κόσμος δείχνει κατανόηση και λέει:

Είναι αδερφή αλλά γράφει καλά

Είναι αδερφή αλλά είναι καλός φίλος

[…]

Έχω στην πλάτη ουλές από τα γέλια

[…]

Γι΄αυτό και σε τούτο το τρένο δεν ανεβαίνω

Χωρίς να ξέρω που πάει

Εγώ δεν θ΄ αλλάξω από τον μαρξισμό

Που μ’ απέρριψε τόσες φορές

Δεν χρειάζεται ν’ αλλάξω

Είμαι πιο ανατρεπτικός από εσάς

[…]

Εγώ είμαι γέρος

Και η ουτοπία σας είναι για τις γενιές του μέλλοντος

Είναι τόσα τα παιδιά που θα γεννηθούν

Με μία μικρή φτερούγα τσακισμένη

Κι εγώ θέλω να πετάξουν σύντροφε

Θέλω η επανάστασή σας

Να τους δώσει ένα κομμάτι κόκκινο ουρανό

Για να μπορέσουν να πετάξουν.

 

Δίνοντας φωνή στο ομοφυλόφιλο προλεταριάτο της Χιλής, ο Λεμεμπέλ που δεν υπήρξε ποτέ εγγεγραμμένο μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, έθιξε χωρίς περιστροφές την απολύτως βιωματική αγωνία του να είσαι όπως έλεγε ο ίδιος χαρακτηριστικά και για τον εαυτό του: “φτωχός, κομμουνιστής και αδερφή”. Και οι τρεις αυτές ιδιότητες αξιοποιούνται στο χτίσιμο του βασικού ήρωα στο Φοβάμαι, Ταυρομάχε.

Κεντρικός χαρακτήρας του ανατρεπτικού μυθιστορήματος είναι η αποκαλούμενη Τρελή από Απέναντι, μία μοναχική τρανς που μεγαλώνει. Πρώην χρήστρια, “κραγμένη” και “καλντεριμιτζού” – όπως γράφει ο Λεμεμπέλ στο κείμενό του – που ζει σε μία φτωχογειτονιά του Σαντιάγο  και βιοπορίζεται κεντώντας περίτεχνα τραπεζομάντιλα για τις κυρίες της καλής κοινωνίας. Η Τρελή (Loca στο πρωτότυπο και Queen στην αγγλική έκδοση)  ερωτεύεται βαθιά τον Κάρλος, έναν νεαρό φοιτητή που την προσεγγίζει φιλικά, αλλά και μία αύρα συναισθηματικής υπόσχεσης,  με απώτερο σκοπό να φυλάξει στο σπίτι της κάποια μυστηριώδη κιβώτια και να το μετατρέψει σιγά-σιγά σε κρησφύγετο, σε τόπο αντιδικτατορικών συναντήσεων κάτω από την μύτη του καθεστώτος.

Ποιος εκμεταλλεύεται ποιόν, ποιος φοβάται τι και πόσο αληθινές μπορεί να είναι οι προσωπικές σχέσεις που γεννήθηκαν για να εξυπηρετήσουν κάτι μύχιο ή κάτι το ηρωικό; Το περιεχόμενο των κιβωτίων, η πραγματική δράση του Κάρλος, καθώς και η δυναμική της σχέσης τους μας αποκαλύπτονται σταδιακά. Η  πολιτική συνείδηση της Τρελής ξυπνά κι ας παριστάνει πως δεν καταλαβαίνει τι γίνεται μέσα στο ίδιο της το σπίτι, τυλιγμένη σε φαντεζί υφάσματα και χαμένη στα ελαφρά τραγουδάκια που συνεχώς  μουρμουρίζει μπροστά στα  αμέτρητα “θα σου εξηγήσω μετά” του Κάρλος, που αισθάνεται πως την προσβάλλουν θεωρώντας την ανόητη κι αναξιόπιστη “αδερφή”.

Στο φόντο μία ενέδρα του Πατριωτικού Μετώπου Μανουέλ Ροδρίγκες στον Πινοτσέτ, και μία διαδοχική αντιπαραβολή σκηνών από τον ιδιωτικό βίο του δικτάτορα με την ανυπόφορα φλύαρη σύζυγό του, γραμμένη ως έξοχη πολιτική σάτιρα του χουντικού κιτς. Έτσι, ο Λεμεμπέλ, μας συστήνει όχι ένα αλλά δύο ζευγάρια στην ιστορία του. Την φαινομενικά ανάλαφρη και λούμπεν Τρελή με τον μορφωμένο αντικαθεστωτικό φοιτητή, αλλά και τον σκοτεινό τύραννο με την κενόδοξη Πρώτη Κυρία, αφήνοντας μας να κάνουμε τους συσχετισμούς και τις συγκρίσεις.

Σ’ αυτό το διαμάντι της ισπανόφωνης λογοτεχνίας ο Λεμεμπέλ περνά με επιδεξιότητα από το κωμικό στο τραγικό για να καταλήξει στο βαθιά ανθρώπινο. Ανάμεσα στις σελίδες του οπωσδήποτε ξεχωρίζουν –  για την ποιότητά, την ειλικρίνεια και την αξιοπρέπειά τους –  πολλές δύσκολες περιγραφές. Όπως για παράδειγμα, το κτηνώδες βίωμα της σεξουαλικής κακοποίησης της Τρελής μέσα στην οικογένειά της. Αλλά και  η εκστατική σκηνή περιγραφής στοματικού έρωτα σε μία ονειρική  – ή και όχι – συνθήκη μέθης ανάμεσα στην Τρελή και τον Κάρλος.

Ανεπούλωτο τραύμα, στιγματισμός, εξαθλίωση. Έρωτας, τρυφερότητα και δημοκρατική αφύπνιση σ’ ένα γενναίο και σπαραχτικό βιβλίο. Παρά τον φόβο, τον αυταρχισμό και την πολιτική αναταραχή του Σαντιάγο εκείνης της περιόδου, το μυθιστόρημα του Λεμεμπέλ δημιουργώντας έναν ολόδικό του χώρο στην κοινή επικράτεια του πολιτικού και του προσωπικού, επαναφέρει και δικαιώνει την αξία του ερωτικού λόγου που πολλές φορές λείπει από τα κινήματα και τις διεκδικήσεις του σήμερα. Βιβλίο γραμμένο ως κινηματογραφικό λιμπρέτο ή και μελόδραμα, όπως υποστήριξε ο Λεμεμπέλ, από έναν αυθεντικά queer συγγραφέα που αντιμάχονταν την εξουσία ως ιδέα και τα κατεστημένα κάθε είδους.

Γιατί ο Λεμεμπέλ ήταν ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία του Πινοτσέτ αλλά την ίδια ώρα στεκόταν κριτικά και απέναντι στην μαρξιστική αντίσταση που καταδίκαζε την ομοφυλοφιλία ως αστικό κακό.  Κι ακόμη, κατακεραύνωνε την νεοφιλελεύθερη συναίνεση – το περίφημο πολιτικό consensus – και το διαφημιζόμενο «οικονομικό θαύμα» της Χιλής. Δίχως να χαρίζεται στους  “βολεμένους γκέι” – δική του διατύπωση- και τους L.G.B.T. ακτιβιστές όταν πίστευε πως  εμπορευματοποιούσαν τις  queer  ζωές, στηρίζοντας τις κανονιστικές νόρμες ενός θα λέγαμε rainbow capitalism, προδίδοντας τα διαθεματικά προτάγματα της συλλογικής απελευθέρωσης.

Η λογοτεχνία του Λεμεμπέλ, άλλωστε, έχει μελετηθεί από την queer θεωρία ως μία γραφή που εστιάζει στις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η ταυτότητα της Λατινικής Αμερικής.  Μία ταυτότητα  καθορισμένη από την βίαιη πολιτική ιστορία και τις επιπτώσεις των δικτατορικών καθεστώτων στις ζωές κυρίως των φτωχών και των κοινωνικά αποκλεισμένων ανθρώπων της. Ανθρώπων που δεν είχαν καμία σχέση με το  βορειοαμερικανικό ιμπεριαλιστικό γκέι μοντέλο της αφομοίωσης. Στην σχετική εργασία του Jordan GeRue (που λαμβάνεται υπόψη στο επίμετρο)  διαβάζουμε πως για τον Λεμεμπέλ δεν είχε κανένα νόημα ένα κίνημα ομοφυλόφιλων που δεν αμφισβητεί όλων των ειδών τις ανισότητες, που δεν υπολογίζει δηλαδή και την ταξική διαφορά.

Όπως σημειώνει ο Αθανασίου στο πολυσέλιδο  επίμετρό του: “σε μία εποχή που στη Χιλή η ομοφυλοφιλία ήταν ένας στιγματιστικός ψίθυρος, που το να είναι κανείς ομοφυλόφιλος και συνάμα φτωχός σήμαινε μία ζωή στο σκοτάδι, σε μία διαρκή απειλή, σε έναν διαρκή κίνδυνο, μια εποχή όπου οι ομοφυλόφιλοι ήταν αποσυνάγωγοι ακόμα και από τις αντιδικτατορικές οργανώσεις, ο Πέδρο Λεμεμπέλ δεν δίστασε να μιλήσει ανοιχτά […]”.

Και το έκανε με κάθε τρόπο.  Με δημόσιες παρεμβάσεις, με τα δημοφιλέστατα χρονογραφήματά του στον Τύπο, με ριζοσπαστικές δράσεις της κολεκτίβας “Οι φοράδες της Αποκάλυψης” που συν-ίδρυσε με τον εικαστικό καλλιτέχνη και ποιητή Φρανσίσκο Κάσας και μέσα από τα γραπτά του, εξασφαλίζοντας πάντα τόσο υψηλά αισθητικά κριτήρια  που έκαναν ομότεχνούς του όπως οι Λουίς Σεπούλβεδα και Ρομπέρτο Μπολάνιο να μιλούν για  έναν κορυφαίο συγγραφέα της γενιάς του, έναν γνήσιο “ποιητή” κι επαναστάτη.

Προ τριετίας, θυμίζουμε, στην ματωμένη εξέγερση της Χιλής , που ξέσπασε με αφορμή την αύξηση του εισιτηρίου του μετρό σε ώρες αιχμής  κι έφτασε να αφορά την διεκδίκησή  νέου Συντάγματος  – μετρώντας  πάνω από τριάντα νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες –  το όνομα του Λεμεμπέλ γραφόταν στους τοίχους της πρωτεύουσας ως ένδειξη αντίστασης. Με τον τίτλο του ενός και μοναδικού του μυθιστορήματος να γίνεται με μία δραστική παραλλαγή σύνθημα στα χείλη του πλήθους που διαδήλωνε φωνάζοντας: “Δεν φοβάμαι, ταυρομάχε”, διαμαρτυρόμενο για τις κοινωνικές ανισότητες και τα προνόμια της ελίτ χάρη στο οικονομικό μοντέλο του συντηρητικού Προέδρου Πινιέρα που γινόταν αντιληπτό ως παρακαταθήκη του Πινοτσετισμού (1973-1990).

“Δεν φοβάμαι, ταυρομάχε”, λοιπόν, στους δρόμους του Σαντιάγο σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την πρώτη δημοσίευση του βιβλίου. Ζωντανή απόδειξη της κοινωνικής αγωγιμότητας της λογοτεχνίας, μέσα από μία μυθιστορηματική υπόθεση θαυμαστά απλή στις βασικές γραμμές της  και ωστόσο , εντυπωσιακά σύνθετη στο υπόβαθρο, τις προεκτάσεις, τις συνδηλώσεις, τους συμβολισμούς και την μπαρόκ ιδιωματική γλώσσα της, για την εμπνευσμένη απόδοση της οποίας ευχαριστούμε τον μεταφραστή.

Δεν μπορούμε, όμως, να μην αναρωτηθούμε. Αρκεί που ο Λεμεμπέλ είναι πλέον ένα ορατό σύμβολο αγωνιστικότητας και ελευθερίας για όλη την κοινωνία; Πόσο έχει βελτιωθεί η ζωή της  ΛΟΑΤΚΙΑ+ κοινότητας στην Χιλή και με τι όρους; Χειραφέτησης ή αφομοίωσης; Υπήρξαν τα κατάλληλα πολιτικά εργαλεία και το πλαίσιο για μία συμπεριληπτική κοινωνική μεταρρύθμιση ή το μόνο που υπάρχει είναι η συναισθηματική άγκυρα της ποιητικής πρόζας του Λεμεμπέλ, ένα “σπίτι όπου φτερούγισαν ηλεκτρικές ουτοπίες στην πορφυρή νύχτα εκείνης της εποχής”;

Ο Πέδρο Λεμεμπέλ έφυγε από την ζωή το 2015 από καρκίνο στον λάρυγγα. Λίγο καιρό πριν,  με την βοήθεια των φίλων του κι έχοντας χάσει πια την φωνή του, βγαίνει από το νοσοκομείο και ανεβαίνει αιφνιδιαστικά στην σκηνή του Διεθνούς Φεστιβάλ Παραστατικών Τεχνών στο Σαντιάγο, όπου ήταν και το τιμώμενο πρόσωπο. Εκατοντάδες άνθρωποι του φώναξαν ρυθμικά:  Pedro, amigo, el pueblo  está  contigo. Φίλε Πέδρο, ο λαός είναι μαζί σου.

 

 

Πέδρο Λεμεμπέλ, Φοβάμαι, Ταυρομάχε, μτφρ. Κώστας Αθανασίου, Καστανιώτης

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΗ ιστορία των Βραβείων του περιοδικού “Ο Αναγνώστης” (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)
Επόμενο άρθρο10 χρόνια “Α”: Η ματιά του Beaton για την ελληνική αυτογνωσία (του Γιάννη Στουρνάρα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ