Δεκαπέντε non fiction – διάφορα αλλά όχι αδιάφορα (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

0
964

 

 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

Δεκαπέντε non fiction βιβλία που εκτείνονται σε πολλά πεδία του επιστητού και που το καθένα ορίζει ένα δικό του αναγνωστικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου κάθε τέτοιο βιβλίο μπορεί να οδηγήσει σε ένα παραπλήσιο ή σε ένα εκ διαμέτρου αντίθετό του. Από τη δημοσιογραφία έως τον Έρασμο, από τη λογοτεχνική γραφή έως την αυτοβιογραφία και από την πολιτική θεωρία και την οικονομία έως τον κινηματογράφο εκδίδονται συνεχώς βιβλία που περιμένουν τον ψαγμένο αναγνώστη.

 

Κατερίνα Λυμπεροπούλου, Χάρης Λυμπερόπουλος, «κοντά στον αιώνα», Πατάκης

Ο Χάρης Λυμπερόπουλος ήταν μια ευγενική μορφή παλαιάς κοπής δημοσιογράφος. Αθλητικογράφος, κοσμικός, πρωταθλητής στο πένταθλο και στο άλμα εις μήκος, οδηγός αυτοκινήτου σε αγώνες, νυχτερινός περιπατητής στα στέκια της Αθήνας, διευθυντής του καζίνο Μον Παρνές, ζεν πρεμιέ.  Έχοντας δουλέψει σε δύο ιστορικές εφημερίδες της εποχής, την Αθηναϊκή και την Απογευματινή,  εποχές που πουλούσαν 200.000 φύλλα την ημέρα, γνώρισε δημοσιογραφικές δόξες, πήρε συνεντεύξεις από αστέρια του στίβου αλλά και από τον Τίτο της Γιουγκοσλαβίας, κινήθηκε με άνεση στη νυχτερινή Αθήνα και στα στέκια πλουσίων, πολιτικών, αστέρων του σινεμά.  Η ζωή του αποτυπώθηκε από την κόρη του, δημοσιογράφο Κατερίνα Λυμπεροπούλου σε ένα βιβλίο μέσω μιας μακρόπνοης συνέντευξης. Το ενδιαφέρον στο βιβλίο πέρα από την ίδια την πολυτάραχη ζωή του Χάρη Λυμπερόπουλου έγκειται στη σκιαγράφηση της ζωής στην Αθήνα, πριν, κατά τη διάρκεια της Κατοχής και μετά την δικτατορία έως την μεταπολίτευση. Καταγράφονται πολιτισμικές συνήθειες, αισθητικά γούστα, εκκεντρικές προσωπικότητες. Καταγράφονται επίσης οι σχέσεις πολιτικών και επιχειρηματιών με μερίδα του τύπου και ορισμένα διαχρονικά συμβάντα όπως το πώς τα οργανωμένα αθλητικά κυκλώματα διεκδικούσαν τα συμφέροντά τους. Ο Χάρης Λυμπερόπουλος προσπάθησε όλα τα χρόνια της καριέρας του να υπηρετήσει τη δημοσιογραφία με τα καλά και τις αβαρίες της. Η ζωή του αντανακλά τις δύσκολες εποχές μέσα στις οποίες ανδρώθηκε και δημιούργησε. Το βιβλίο του είναι ένα κομμάτι αυτού που θα λέγαμε δημόσια ιστορία.

 

Άγγελος Τερζάκης, Αφιέρωμα στην τραγική μούσα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Ένα βιβλίο απάνθισμα της εμπειρίας του δάσκαλου Άγγελου Τερζάκη από τις παραδόσεις του στο Εθνικό θέατρο. Ο ίδιος αναφέρει ότι δεν ήθελε να κάνει μια ερευνητική εργασία  αλλά περισσότερο να συμμαζέψει τις δικές του απόψεις όλα αυτά τα χρόνια γύρω από την έννοια του τραγικού. Ο αναγνώστης διαθέτει  ένα κείμενο εμπειρικό , απόλυτα υποκειμενικό, με κέντρο την πάλη ενός ανθρώπου να κατανοήσει την έννοια της τραγωδίας. Οι απαντήσεις που δίνει μπορεί να φαντάζουν αποσπασματικές αλλά ταυτόχρονα είναι ουσιαστικές. Για τον Τερζάκη η τραγωδία είναι ένας ειδικός τρόπος να αντικρύζεις τη ζωή, να αναστοχάζεσαι τον κόσμο και τον δικό σου ρόλο σε αυτόν. Για να προχωρήσει την άποψή του διαλέγει πρωταγωνιστές/ ήρωες/ χαρακτήρες που διακρίνονται για την αναπτυγμένη πρωτοβουλία τους. Αυτούς που παρεμβαίνουν στα γεγονότα και τα διαμορφώνουν όπως ο Προμηθέας, ο Οιδίποδας, η Αντιγόνη, η Μήδεια. Είναι οι ήρωες που ενσαρκώνουν το τραγικό. Στις μελέτες του συνδιαλέγεται με τον Βάγκνερ, τον Σαίξπηρ, τον Μάρλοου καλλιτέχνες που εμπνεύστηκαν, επηρεάστηκαν, μελέτησαν και ενσωμάτωσαν στο έργο τους το τραγικό στοιχείο. Για τον Τερζάκη η τραγωδία δεν είναι είδος για κάθε εποχή. Η τραγωδία αφορά τα νιάτα, μια ηλικία έτοιμη να σπαταληθεί, να κάνει απερισκεψίες, να ζητήσει το αδύνατο. Η τραγωδία κατά Τερζάκη είναι αιμοστάλαχτη, δεν την αξιώνονται οι σώφρονες αλλά «οι μεγάλοι γελασμένοι του κόσμου». Πολύ σημαντικό είναι το επίμετρο του Δημήτρη Αγγελή καθώς παρουσιάζει τις σκέψεις του Τερζάκη σε σύγκριση με απόψεις άλλων γνωστών στοχαστών (π.χ. του Τζ.Στάινερ), συνθέτει και συγκεφαλαιώνει γνωστούς ορισμούς αφήνοντας πάντα τον τελικό λόγο στην άποψη του συγγραφέα.

 

Κυριακή Χρυσομάλλη – Heinrich, Προσεγγίσεις στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, University Studio Press

Κείμενα της συγγραφέως , τα οποία με διάφορες ευκαιρίες δημοσίευσε σε πρακτικά συνεδρίων ή περιοδικά. Όλα όμως συντείνουν στη μελέτη βασικών κατηγοριών που αφορούν τη θεωρία της λογοτεχνίας. Ιδιαίτερα ασχολείται με τα ζητήματα ύφους, τη διακειμενικότητα, τη ρομαντική ειρωνεία. Επίσης αναλυτικά εισέρχεται σε ζητήματα της αφηγηματολογίας με θέματα για τη διαμεσολάβηση, την προοπτική, τον χρόνο, τον αφηγητή / ενδοσκοπητή. Στα περισσότερα τις αφορμές της και το σώμα κρίσης το αντλεί από συγκεκριμένους έλληνες λογοτέχνες, κυρίως από τον Θανάση Βαλτινό, τον Παύλο Μάτεσι, την Ρέα Γαλανάκη, την Ιωάννα Καρυστιάνη, τον Σωτήρη Δημητρίου. Αλλά και από τους Γιώργο Γραμματικάκη, Νίκος Δαββέτα, Ευγενία Φακίνου, Αλέξη Πανσέληνο κ.ά. Σε όλα τα κείμενά της υπάρχει ένας διακριτός ιστός, ο οποίος και αποτελείται από στοιχεία του ερμηνευτικού της κώδικα.  Και η θεματολογία της ποικίλλει καθώς αναπτύσσεται από τη λογοτεχνία της μετανάστευσης, στα στερεότυπα του χρήματος, στην μοντέρνα νησιωτική λογοτεχνία, στον διαχρονικό δονκιχωτισμό, στην αιμομιξία κ.ά.  Η ανάλυση των κειμένων πέρα από την εισαγωγική τοποθέτηση χρησιμοποιεί εκτεταμένα τα ίδια τα κείμενα για πιστοποίηση των θεωρητικών της θέσεων. Ένα έργο προσιτό σε όσους θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα την ελληνική λογοτεχνία μέσα από κορυφαία λογοτεχνήματα.

 

Κ.Σπ. Στάικος, Ο Έρασμος, ένας απόστολος της ελληνικής διανόησης από τον Βορρά, Ατων.

Ο Κώστας Στάικος συνεχίζει την έκδοση σπάνιων βιβλίων, τα οποία σχετίζονται κυρίως με τα ελληνικά γράμματα την εποχή της Αναγέννησης και τα πρόσωπα που τα διακονούσαν. Ο Έρασμος είναι μια ιστορική μορφή αυτής της κατηγορίας διανοουμένων. Δεινός μελετητής της ελληνικής γλώσσας μέσω των αρχαίων συγγραμμάτων αλλά και της λατινικής και ιουδαϊκής θέλησε να μπολιάσει την χριστιανική θρησκεία με την αρχαιοελληνική σκέψη, να αποκαθαίρει τα κλασικά κείμενα της χριστιανική θεολογίας από τις κακές μεταφράσεις και τις παραναγνώσεις. Πίστευε ότι η αρχαία ελληνική σκέψη των φιλοσόφων, πρωτίστως του Πλάτωνα, μπορεί να βοηθήσει τους πιστούς στο να διάγουν μια ζωή σωστή επί της ουσίας και όχι τυπολατρική. Μεγάλο έργο του, έργο ζωής για τον ίδιο, ήταν η μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το ελληνικό κείμενο στα λατινικά. Αναμίχθηκε στη μάχη της Μεταρρύθμισης μην παίρνοντας θέση υπέρ ή κατά του Λούθηρου, πράγμα που τον δυσκόλεψε πολύ στο έργο του, καθώς βρέθηκε αντιμέτωπος και με τα δύο στρατόπεδα μεταρρυθμιστών – αντιμεταρρυθμιστών. Σε όλη τη διάρκεια της ζωή του συνδέθηκε με τα πιο γνωστά τυπογραφεία της εποχής, του Βάδιου, του Άλδου, του Φροβένιου, στα οποία εκδίδονταν τα έργα του με μεγάλη τυπογραφική φροντίδα. Η πνευματική πορεία του Ολλανδού ουμανιστή συνδέθηκε με τους ευρωπαίους λόγιους με τους οποίους ανάπτυξε πνευματική  αλληλογραφία,  με πολλούς ηγεμόνες, θρησκευτικούς άρχοντες, μονάρχες. Η βιβλιοθήκη του από 400 σπάνια βιβλία και χειρόγραφα διασώθηκε προσωρινά από έναν πλούσιο Πολωνό και σήμερα έχουμε τον κατάλογό τους. Ο Στάικος με πολλή αγάπη παρουσιάζει επίσης τα βιβλία του Έρασμου στην τυπογραφική τους εμφάνιση στα διάφορα τυπογραφεία που τα εξέδωσε. Πολλές σημειώσεις, εκτενείς κάποιες από αυτές, δίνουν την εικόνα της εποχής των διανοουμένων στην Αναγέννηση.

 

Paolo Stellino, Νίτσε και Ντοστογιέβσκη, στις παρυφές του μηδενισμού, μτφρ: Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης, Γκοβόστη

Υπάρχει μια διάχυτη άποψη ότι οι απόψεις του Ντοστογιέβσκη  όπως εμφανίζονται σε ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του βιβλία αντανακλούν τις νιτσεϊκές απόψεις για τον μηδενισμό, τον υπεράνθρωπο και ότι στην ουσία είναι η αντανάκλαση της ψυχολογίας πάνω στην οποία εργαζόταν ο Νίτσε. Η αλήθεια είναι πιο πολύπλοκη, υπάρχουν σχέσεις μεταξύ των δύο κορυφαίων διανοουμένων αλλά αυτές απαιτούν διεξοδικότερη μελέτη, κάτι με το οποίο ασχολείται ο Ιταλός συγγραφέας. Ο Νίτσε είχε ενθουσιαστεί όταν ανακάλυψε τυχαία σε ένα περιοδικό δύο διηγήματα του Ντοστογιέβσκη. Συνέκρινε μάλιστα την συγκίνηση του με αυτήν όταν πρωτοδιάβασε Σταντάλ.  Σύμφωνα με τον Stellino αλλά και άλλους μελετητές του Νίτσε, ο γερμανός φιλόσοφος θεωρούσε τον Ντοστογιέβσκη τυπικό εκπρόσωπο της νεωτερικής ευρωπαϊκής ντεκαντάνς και του ρομαντικού πεσιμισμού. Το μυθιστόρημά του και οι χαρακτήρες του – άρρωστοι, αδύναμοι, παρακμασμένοι – ήταν ενάντια στα βαθύτερα ένστικτα του Νίτσε, καθώς ο φιλόσοφος πίστευε πως υπάρχει και «κλασικός πεσιμισμός» (Φλωμπέρ, Ζολά, Γκονκούρ) που σε αντίθεση με τον «ρομαντικό πεσιμισμό» (Τολστόι, Ντοστογιέβσκη)  είναι σημάδι αισιοδοξίας. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον Νίτσε να έχει υψηλή εκτίμηση για το έργο του Ρώσου συγγραφέα καθώς τον θεωρούσε απαράμιλλο ψυχολόγο που του προσέφερε πολύτιμο υλικό στοχασμού.  Τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα οι ανθρώπινες σχέσεις κυριαρχίας, η ψυχολογική και κοινωνιολογική ανάλυση της μνησικακίας, η απεικόνιση των ρώσων εγκληματιών ως αλύγιστοι χαρακτήρες αλλά και οι ιδέες του μηδενισμού, του αθεϊσμού, του σοσιαλισμού της θρησκείας όπως διατυπώνονται μέσα από τους χαρακτήρες των «Δαιμονισμένων». Τέλος ο συγγραφέας θέτει το ερώτημα αν κάποιοι χαρακτήρες του Ντοστογιέβσκη (Ρασκόλνικοβ, Κυρίλοβ κ.ά) προεικόνισαν τις απόψεις του Νίτσε για τον υπεράνθρωπο. Μια σπουδαία μελέτη λογοτεχνικής κατανόησης και στοχαστικής υπέρβασης των στερεότυπων.

Σπύρος Κιοσσές- Ελένη Χατζημαυρουδή, Η λογοτεχνία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, Κριτική

Για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση λέγονται και γράφονται πολλά, για τα οποία δεν ξέρω αν συνεισφέρουν σε μια δημιουργική αντιμετώπισή της ή θολώνουν το τοπίο. Ο Σπύρος Κιοσσές με το πόνημα αυτό, μαζί με την Ελένη Χατζημαυρουδή,  συμπληρώνει την προηγούμενη μελέτη του ίδιου «Εισαγωγή στη δημιουργική ανάγνωση και γραφή του πεζού λόγου»(εκδ.Κριτική) καθώς επεκτείνει τις μελέτες του για τη δημιουργική γραφή και ανάγνωση και στο εκπαιδευτικό πεδίο. Το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε όσους διδάσκουν (και φυσικά σε όλους όσοι ενδιαφέρονται για το θέμα) λογοτεχνία, προσφέροντας μια απαραίτητη θεωρητική σκευή, μια ενδιαφέρουσα τυπολογία και πολύ χρηστικά πρότυπα διδασκαλίας. Τα πρώτα μέρη του βιβλίου αναφέρονται σε γενικές κατηγορίες όπως η διδακτική της λογοτεχνίας ή  τα είδη κειμένων για να προχωρήσει σε μια ενδελεχή παρουσίαση των στοιχείων του λογοτεχνικού κειμένου, δηλαδή το σκηνικό, τους χαρακτήρες, την πλοκή, τον χρόνο αλλά και ζητήματα αφηγηματολογίας. Σε ένα τελευταίο κεφάλαιο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε ζητήματα ερμηνείας των λογοτεχνικών κειμένων, κάτι που ζητά και το νέο πρόγραμμα σπουδών  για τη νεοελληνική λογοτεχνία στην Γ΄Λυκείου. Οι συγγραφείς σε αυτό το κεφάλαιο δίνουν ορισμένα κλειδιά για την λογοτεχνική ανταπόκριση και την ερμηνεία των λογοτεχνικών έργων. Τέλος παραθέτουν ένα παράρτημα με «κειμενικούς δείκτες» και ένα δεύτερο με θέματα σχετικά με το παιδαγωγικό περιβάλλον. Αναλυτικό, έξυπνο, βασικό βοήθημα για διδάσκοντες που χρειάζονται να ενισχύσουν τις θεωρητικές γνώσεις τους, αρκεί να μη γίνουν αυτές άκαμπτη τυποποιημένη φόρμα.

Τζέημς Τζόυς, Επικίνδυνη γραφή, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, Πατάκης

Ο Τζέημς Τζόυς θεωρείται από πολλούς αναγνώστες «δύσκολος συγγραφέας» και μάλιστα κάποια έργα του όπως το Finnegans Wake ως ένα απρόσιτο έργο. Πίσω όμως από το έργο του συγγραφέα υπάρχει η φιλοσοφική και αισθητική του σκέψη, η οποία φανερώνει ότι ο Τζόυς είχε ένα πολύ στέρεο κοινωνικο-πολιτιστικό και λογοτεχνικό κριτήριο στη δημιουργική του εργασία. Τα αποσπάσματα που διάλεξε από έργα του και επιστολές ο ιταλός Φεντερίκο Σαμπατίνι δίνει χώρο στις ιδέες πίσω από τον συγγραφέα. Αποδεικνύει πως «το μάθημα γραφής του Τζόυς πάει πέρα από τους ακραίους τελικούς πειραματισμούς του» και συνιστούν μια εκπληκτική περιγραφή αυτού που θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει η γνήσια τέχνη και ο γνήσιος καλλιτέχνης, ανεξάρτητα από το είδος της επιδιωκόμενης αισθητικής ή τα στυλ γραφής που εφαρμόζει». Στόχος του Τζόυς, κατά τον ανθολόγο,  ήταν να αναδημιουργήσει το αισθητικό ισοδύναμο των πιο αδιόρατων διεργασιών της συνείδησής μας, της αντιληπτικής και αισθητηριακής μας εμπειρίας και των βαθύτερων συναισθημάτων που διαμορφώνουν την ύπαρξη μας. Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει αν δεν είχε βαθιά κατανόηση του κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος. Στο  πρώτο μέρος ανθολογούνται απόψεις του συγγραφέα για την τέχνη, την αισθητική, την έμπνευση και τη γλώσσα ενώ το δεύτερο μέρος ανθολογούνται απόψεις του Τζόυς για τον καλλιτέχνη – συγγραφέα και τον ρόλο του. Εξαιρετική η εισαγωγή του ανθολόγου Φ.Σαμπατίνι, συνιστά δοκίμιο εισαγωγής στον ιρλανδό συγγραφέα.

 

Μορφία Μάλλη, Για τον Λευτέρη Πούλιο, Κριτικά κείμενα, Αιγαίον, Λευκωσία.

Οι κυπριακές εκδόσεις Αιγαίον έχουν εγκαινιάσει εδώ και καιρό την συναγωγή κριτικών δοκιμίων που γράφτηκαν, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά, για ποιητές της γενιάς του ΄70 με εκτενή εισαγωγικά κείμενα των επιμελητών – ανθολόγων. Μέχρι στιγμής έχουν ανθολογηθεί οι κριτικές για τους Ν. Βαγενά, Γ. Ιωάννου, Γ.Μαρκόπουλο, Κ.Γ.Παπαγεωργίου, Αντώνη Φωστιέρη, αλλά και για παλιότερους όπως τους Τ. Σινόπουλο, Ντ. Χριστιανόπουλο, Μ. Σαχτούρη κ.ά. Η Μορφία Μάλλη ανέλαβε την ανθολόγηση, επιμέλεια και εισαγωγή για τον ιδιαίτερο, ρηξικέλευθο και πιο πολιτικοποιημένο ποιητή της γενιάς του ΄70, Λευτέρη Πούλιο. Ο Λευτέρης Πούλιος είναι ίσως ένας από τους πιο  αυθεντικούς μπητ έλληνες ποιητές της γενιάς του (μαζί με 2-3 άλλους ακόμα). Η πολιτική του στράτευση συμπορεύτηκε με το κίνημα αμφισβήτησης στις ΗΠΑ και εν πολλοίς διαμόρφωσε την καλλιτεχνική του στάση όπου η ποίηση γίνεται γι αυτόν κώδικας ζωής. Σκληρή πολλές φορές απόφαση αφού μετά το 1970, την εποχή της ευμάρειας ο ποιητής βρίσκεται εξόριστος μέσα στη «μαζική πολιτιστική δημοκρατία» (κατά Π.Κονδύλη). Μετά το ΄80 ο ποιητής γίνεται πιο στοχαστικός, ελλειπτικός, με τόνους που αντλούν από το μοντερνίστικο κίνημα. Η Μορφία Μάλλη ανθολογεί τις κριτικές που αφορούν το σύνολο του έργου του αλλά και αυτές που γράφτηκαν και αφορούν χωριστές ποιητικές συλλογές, τον καιρό της έκδοσής τους. Για τον Λευτέρη Πούλιο έχουν γράψει σπουδαίοι έλληνες ποιητές όπως ο Τάκης Σινόπουλος που τον υποδέχτηκε ως «εκλεκτόν μνηστήρα της ποίησης» από την πρώτη του συλλογή. Έγραψαν ακόμα ο Γ.Π.Σαββίδης, η Νόρα Αναγνωστάκη, η Μαντώ Αραβαντινού, ο Ανδρέας Μπελεζίνης, ο Αλέξης Ζήρας, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ο Roderick Beaton, ο Δ.Ν.Μαρωνίτης και άλλοι πολλοί. Ο τόμος ανοίγει με ένα αναλυτικό βιογραφικό χρονολόγιο του ποιητή και κλείνει με ανθολόγηση του έργου του. Ιδανικό βιβλιαράκι για τη γνωριμία με το έργο και τη φιλοσοφία  αυτού του σπάνιας ιδιοσυγκρασίας και αισθητικής ποιητή.

 

Νικόλας ΣεβαστάκηςΤαξίδι στο άγνωστο, φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού, στερέωμα

Παρατηρώ ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία επικρίνεται συχνά και ταυτίζεται με τον νεοφιλελευθερισμό, τον αμοραλιστικό ατομισμό, ή με διάφορους νεότερους λαϊκιστές και δικτατορίσκους. Ο Νικόλας Σεβαστάκης είναι από τους λίγους διανοούμενους που σχολιάζει τακτικά την τρέχουσα πολιτικο-κοινωνική επικαιρότητα με όρους πολιτικής θεωρίας. Στην παρούσα συλλογή δοκιμίων αναλύει το τι είναι ακριβώς η φιλελεύθερη δημοκρατία, προβληματίζεται για το σήμερα της κοινωνίας και το μέλλον της. Επιλέγει ως καμβά της πολιτικής του σκέψης την φιλελεύθερη δημοκρατία για να αναρωτηθεί αν η “εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα  δημοκρατία” έχει ακόμα αντοχές για να επανακάμψει, αν έχει την κρίσιμη μάζα θεωρίας και πράξης για να προτείνει ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνικής και πολιτικής ζωής σε έναν κόσμο που ταράσσεται διαρκώς από πυκνούς μετασχηματισμού, κοινωνικές πρωτόγνωρες μετατοπίσεις σε ένα χαώδες μη προβλέψιμο περιβάλλον  Αναρωτιέται αν το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα συλλογικά πάθη και τα μεγάλα πολιτικά συναισθήματα είναι, μοιραία, ξένο προς τις θεσμικές ισορροπίες, τις δικαιοπρακτικές ανησυχίες, τον ορθολογικό ατομικισμό και όλες τις άλλες πολιτικές και διανοητικές κλίσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η φιλελεύθερη δημοκρατία παρουσιάζει πλευρές αναχρονισμού και καθήλωσης σε περασμένες εκφράσεις της αστικής κοινωνίας αλλά όπως διαπιστώνει ο συγγραφέας διατηρεί ακόμα την ικανότητα να προσαρμόζει και να εξελίσσει τη βασική της δομή. Το διακύβευμα είναι να ξανακερδίσουν οι θεσμοί και οι ιδέες της δημοκρατίας την ευμένεια των πολιτών σε πολιτικό, θεσμικό και ηθικό πεδίο. Ο Ν. Σεβαστάκης αναλύει τα δεδομένα, τις ιστορικές καταβολές, τα δυναμικά στοιχεία θέτοντας ερωτήματα προς τον αναγνώστη που επιθυμεί να δει σφαιρικά και ουσιαστικά τα σημερινά προβλήματα της δημοκρατίας.

Neil Sinyard, Άλφρεντ Χιτσκοκ, ο Άρχοντας του σασπένς, μτφρ.Πάρις Μνηματίδης, vakxikon-το μέλλον

Στη σειρά με τίτλο “Με το βλέμμα της κριτικής” εκδόθηκε ακόμα ένα βιβλίο για τον μετρ της αγωνίας και του τρόμου. Ο συγγραφέας αναλύει διεξοδικά τις ταινίες του Χίτσκοκ στις διάφορες περιόδους του, την αγλλική (1925-1939), την πρώιμη αμερικανική (1940-1950) καθώς και τις τελευταίες μεγάλες ταινίες του, τα αριστουργήματα του, τα οποία ενέπνευσαν δεκάδες δημιουργούς. Στην ώριμη αμερικανική περίοδο του ο συγγραφέας στέκεται τόσο στις τηλεοπτικές του παραγωγές όσο και αναλυτικά στα βασικά του αριστουργήματα όπως τα “Δεσμώτης του Ιλίγγου”, “Ψυχώ”, “Τα πουλιά” , “Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων” και “Μάρνι”. Οι ταινίες αυτές υπήρξαν τα μέγιστα επιδραστικές ακριβώς λόγω της πρωτοτυπίας τους. Ο Χίτσκοκ εξέπληττε το κοινό του καθώς  προτιμούσε την αργή συσσώρευση σασπένς ενώ αλλού αποφάσιζε να σκοτώσει την σταρ στο μέσο της ταινίας παραβιάζοντας τα συνηθισμένα προσδοκώμενα στάνταρ του θεατή. Παράλληλα κατάφερνε να συνδυάζει τον τρόμο, το σασπένς με το χιούμορ όπως στο “Στη σκια των τεσσάρων γιγάντων” , προσφέροντας συνεχείς εκπλήξεις στους θεατές. “Ο δεσμώτης του ιλίγγου” υπήρξε σίγουρα το πιο παράλογο, παράτολμο, εκκεντρικό φιλμ του μετρ. Ο συγγραφέας τονίζει την κατανόηση της ψυχοπαθολογίας των χαρακτήρων, την άρνηση των συμβατικών προσεγγίσεων στη δράση τους, την ευκρίνεια τους παρά τη σκοτεινότητα του στόρυ, τη δύναμη να υπηρετούνται από σπουδαίους ηθοποιούς. Ο Χίτσκοκ σκόπιμα άφηνε ανοικτό το τέλος σε πολλές από τις ταινίες του, γι αυτό και όπως επισημαίνει ο συγγραφέας ακόμα και σήμερα – παρά την υπερανάλυσή τους- διατηρούν ένα αρχέγονο μυστήριο.

 

Νίκος Ερηνάκης, Αυθεντικότητα και αυτονομία, (από τη δημιουργικότητα στην ελευθερία), Κείμενα

Ένα βιβλίο που κινείται πάνω στο πρωταρχικό φιλοσοφικό ερώτημα «τι είμαστε και τι θα θέλαμε να γίνουμε αλλά και πώς μπορούμε εν τέλει να γίνουμε αυτό». Με άλλα λόγια πως μπορούμε να συγκροτήσουμε τον εαυτό μας δημιουργικά. Ο συγγραφέας διακρίνει τις έννοιες της αυθεντικότητας με αυτή της αυτονομίας. Η αυτονομία στηρίζεται κυρίως στην ορθολογικότητα ενώ η αυθεντικότητα στη δημιουργικότητα. Χρησιμοποιώντας πολλά παραδείγματα από τις εικαστικές τέχνες, τη μουσική  και την ποίηση ο Ερηνάκης διερευνά «τι σημαίνει μια δημιουργία να είναι κάποιου και πως συμβαίνει να είναι δική του. Ως συνέπεια αναζητά να κατανοήσει τι καθιστά κάτι δημιουργικό και πώς μπορούμε να πραγματώνουμε κάτι ως δημιουργικό , τόσο σε προσωπικό όσο και συλλογικό επίπεδο. Η έννοια της αυθεντικότητας θα εξεταστεί διεξοδικά σε ένα μεγάλο κεφάλαιο με κριτική των σύγχρονων ιδεών της αυθεντικότητας, τις οποίες ο συγγραφέας θεωρεί μη πειστικές. Σε χωριστά κεφάλαια ο Ερηνάκης εξετάζει το θέμα της δημιουργικότητας , της «ευφαντασιακότητας», της διάκριση καινοτομίας – πρωτοτυπίας,. Επίσης τον απασχολεί το ζήτημα της ελευθερίας βούλησης και πράξης, όπως και της ελευθερίας ιδεών πάντα με κέντρο αναζήτησης της σχέσης του «εαυτού» με την έννοια της αυθεντικότητας. Τέλος ο Ερηνάκης ασχολείται με την ανάλυση διαφόρων τύπων συγκρούσεων, εντάσεων μεταξύ αυθεντικότητας και αυτονομίας ώστε να καταλήξει στη θεώρηση τη σχέσης αυθεντικότητας και δημιουργίας απαντώντας στο κλασικό ερώτημα του Σαρτρ «σημασία δεν έχει τι είμαστε αλλά τι μπορούμε να γίνουμε».

Φοίβος Καρζής, Το μεσαίο κενό, Παπαδόπουλος

«Η κρίση αύξησε την ανισότητα», να μια φράση που ακούμε συχνά και συνδυάζεται με ένα αντισυστημικό κρεσέντο. Και όμως όπως παραθέτει με στοιχεία ο συγγραφέας στις ανερχόμενες οικονομίες της Ανατολής ο πλούτος δημιουργεί ταυτόχρονα υπερ- πλούσιους και εκατομμύρια νέους μικρο- και μεσο αστούς. Το ζήτημα της μεσαίας τάξης σε παγκόσμιο επίπεδο  απασχολεί τον συγγραφέα στο πρώτο μέρος του βιβλίου όπου εξετάζει το τι είναι η μεσαία τάξη, ποιο είναι το νέο τοπίο των ανισοτήτων  και τις αναδυόμενες τάξεις που καλύπτουν το μεσαίο κενό. Αν αυτή είναι η παγκόσμια τάξη τι γίνεται στην Ελλάδα; Αυτό είναι και το αντικείμενο της εργασίας του έμπειρου δημοσιογράφου Φοίβου Καρζή στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Η μεσαία τάξη στην Ελλάδα υπέστη βαθιές αλλαγές, οδυνηρές πολλές από αυτές, στη διάρκεια της τελευταία υπερδεκαετούς κρίσης. Προκλήθηκαν  ρηγματώσεις  στη μεσαία τάξη που οδήγησαν σε μικρές ομαδοποιήσεις και απομάκρυνση της μεσο-ανώτερης μεσαίας τάξης από την κατώτερη. Το εγχείρημα της ανασύστασης μιας δυναμικής μεσαίας τάξης φυσικά δεν μπορεί να γίνει με όρους του παρελθόντος, ούτε με απλές στρατηγικές της πολιτικής και σύμφωνα με τη μελέτη του Καρζή  θα έχει χαρακτηριστικά συναφή με αυτά των αναδυόμενων οικονομιών. Τονίζει ακόμα πως η  νέα μεσαία τάξη θα είναι οργανικά συνδεδεμένη με την απαιτούμενη  ανάπτυξη, με συγκεκριμένα δομικά στοιχεία. Τέλος ο συγγραφέας υποστηρίζει πως  η νέα μεσαία τάξη θα έχει ως κορμό μια νέα ομάδα, με προδιαγραφές προσαρμογής και ανάδειξης μέσα από νέες κοινωνικές και οικονομικές πραγματικότητες, που θα παρακολουθούν τις αλλαγές στην Ευρώπη και τον κόσμο.

 

Πάτρικ Λη Φέρμορ, Ρούμελη, μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, Μεταίχμιο

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος ξαναδιαβάζει και μεταφράζει ένα ιστορικό κείμενο, τη Ρούμελη του Πάτρικ Λη Φέρμορ.Ο Φέρμορ ήταν ένας συνειδητός περιηγητής, εκκινώντας από την Ιρλανδία διέσχισε την Ευρώπη φτάνοντας μέχρι την ανατολή προσδοκώντας σε νέες εμπειρίες. Με την Ελλάδα συνδέθηκε ιδιαίτερα καθώς βρέθηκε απεσταλμένος των Άγγλων στην Κρήτη μετέχοντας στην αντίσταση. Αργότερα επανήλθε στη χώρα μας ζώντας για μεγάλα διαστήματα σε ένα ελαιώνα στη Μάνη. Τη Ρούμελη, αυτή τη ζώνη που περικλείεται στο νότο από τον Κορινθιακό κόλπο και εκτείνεται έως τα πρώτα σύνορα της Ελλάδας στο ύψος του Παγασητικού , τη γνώρισε οδοιπορώντας. Επισκέφθηκε μοναστήρια, είδε τον σαρακατσάνικο γάμο, ήπιε ρετσίνα και ούζο και κυρίως μίλησε και γνώρισε πολλούς απλούς ανθρώπους, αυτών των χωριών, βοσκούς, μεροκαματιάρηδες, ταβερνιάρηδες, τεχνίτες. Ιδιαίτερη αναφορά στο πως είδε τι γυναίκες στον αγροτικό πληθυσμό. Αγάπησε τους έλληνες σε όλες τις αποχρώσεις τους, κατάλαβε πολλά από τα κουσούρια τους και που αποδίδονται. Ιστορικός πια ο πίνακας που παραθέτει (με πολύ χιούμορ και αλήθειες)  για το πως είναι ο Ρωμιός και πώς ο Έλληνας, πως σκέφτεται ο ένας και πως ο άλλος. Γράφει για τις συνήθειες μας, την απλοχεριά, την πονηράδα στα οικονομικά. Θα παρατηρήσεις τις αλλαγές που έφερε ο τουρισμός στις αστικές πόλεις και τις μεταλλάξεις του αγροτικού πληθυσμού. Θα υμνήσει το ελληνικό τοπίο με απλά λόγια, θα αισθανθεί έλληνας όντως αυτός ένα ξένος. Βιβλίο που διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται.

 

Ευρυδίκη Τρισόν- Μιλσανή, Το πορτρέτο της Χέντι Ντίνερ, Καπόν

Η συγγραφέας προσπαθεί να σκιαγραφήσει το πορτρέτο της μητέρας της Χέντι Ντίνερ. Όμως η Ντίνερ δεν είχε αφήσει πίσω της κάποιο σπουδαίο έργο τέχνης ώστε η συγγραφέας να μπορεί πάνω σε αυτό να απλώσει τον καμβά της. Θα μπορούσε απλώς να γράψει : «Η Χέντι Ντίνερ ήταν εβραία της κεντρικής Ευρώπης, γεννήθηκε σε ένα χωριό της Ουγγαρίας, στις 26 Δεκεμβρίου του 1914. Ήταν ψηλή με πυρόξανθα μαλλιά και καστανά μάτια. Ήρθε στην Ελλάδα το 1937, αφήνοντας πίσω της την οικογένεια της που δεν ξαναείδε ποτέ. Έζησε και πέθανε στην Αθήνα». Φτάνουν όμως αυτά τα στοιχεία για να γράψεις για την αγαπημένη σου μητέρα; Πώς θα γεμίσεις 207 σελίδες; Η συγγραφέας συνέλαβε την ιδέα του πορτρέτου όταν ακόμα ζούσε η μητέρα της και πρόλαβε να αποτυπώσει στο μαγνητόφωνο ορισμένα γεγονότα από τη ζωή της. Όμως ούτε αυτά έφταναν για να υπάρχει ένα πορτρέτο. Ξανασκέφτηκε το γραπτό της με όρους ζωγραφικής και επέλεξε να «στήσει» ένα τρίπτυχο όπως τα καθολικά εικονοστάσια που αφηγούνται τις ζωές των αγίων. Στα τρίπτυχα αυτά διακρίνει ο θεατής το παρελθόν , το παρόν  και το μέλλον. Κάπως αντίστοιχα η Τρισόν διαμόρφωσε το δικό της τρίπτυχο. Η πρώτη εικόνα αφορά τον αγαπημένο «άλλο», η δεύτερη ένα μπουκέτο από εικόνες φτιαγμένο από την ίδια την βιογραφούμενη και το τελευταίο είναι τα αισθήματα που κατακλύζουν την σχέση μητέρας – κόρης. Η συγγραφέας απέφυγε τις λεπτομέρειες της φρίκης και των βασάνων των εβραίων . Εστίασε περισσότερο στην αγάπη και τα προβλήματά της: υπήρξε ειλικρινής, μαζί της ; μπορούσε να είναι καλύτερη κόρη ; υπήρχαν λάθη και ποια; Οι αμφιβολίες αυτές διαπερνούν υποδόρια το κείμενο, κάνουν τις λέξεις να πάλλονται και να εμφανίζονται πολλές φορές ψυχρές και αγέρωχες. Από την άλλη ο αναγνώστης χαίρεται με την διάθεση για ζωή, την ευγένεια, την κομψότητα , την ελαφράδα που μια γυναίκα της πιο ταραγμένης γενιάς του αιώνα, όπως η Ντίνερ, είχε το κουράγιο, τη θέληση και τη δύναμη να ρουφήξει τη ζωή μέχρι τον πάτο.

 

Θανάσης Μαρκόπουλος, Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά, Μελάνι

Ο Μιχάλης Γκανάς ανήκει στους τυχερούς ποιητές της γενιάς του, αγαπήθηκε νωρίς και οι στίχοι του έγιναν τραγούδια στα χέρια άξιων συνθετών. Παραμένει όμως ένας ολιγογράφος, συνετός θα έλεγα, ποιητής με 7 συλλογές σε σχεδόν 30 χρόνια, αυτές που περιέχονται και στον συγκεντρωτικό τόμο των ποιητικών έργων του. Ο Θανάσης Μαρκόπουλος γεννημένος κι αυτός στα βόρεια της χώρας, την Κοζάνη, τον ανακαλύπτει δοκιμιακά το 2006 και έκτοτε διαμορφώνει ένα σώμα κριτικών που αποτελούν και το υλικό του βιβλίου αυτού. Τον αγαπά γιατί είναι κι αυτός ορεσίβιος, όπως οι φίλοι του ποιητή Χρήστος Μπράβος και Μάρκος Μέσκος. Φέρνει στην ποίησή του σπαράγματα  της σκληρής, άνυδρης, περίκλειστης ηπειρώτικής υπαίθρου. Στα δοκίμιά του ο συγγραφέας αναλύει τις οφειλές του Μιχάλη Γκανά στην ηπειρώτική καταγωγή του αλλά υποδεικνύει και τα μοντέρνα στοιχεία του, στοιχεία λογοτεχνικής υπέρβασης. Όπως και άλλοι ηπειρώτες λογοτέχνες ο Γκανάς έλκεται από την ορεινή μυθολογία, τα σκληρά τοπία, τους σιωπηλούς ανθρώπους. Παράλληλα η ποίησή του είναι γεμάτη μνήμες από τη δύσκολη παιδική ηλικία, τις οικογενειακές κακουχίες, τις κακοφορμισμένες μνήμες των προηγούμενων αιματηρών χρόνων. Εκτός από μια αρχική γενική θεώρηση ο Θανάσης Μακρόπουλος θα σταθεί διεξοδικά σε ξεχωριστές ποιητικές συλλογές του Μ. Γκανά, αλλά και στην υποδοχή του ποιητή από την κριτική. Στο Παράρτημα υπάρχουν κριτικές αποτιμήσεις για τα πεζά του Γκανά για τις γυναίκες, όπως και για τις διασκευές του πάνω στα ομηρικά έπη, μια ιδιόμορφη ποιητική τεχνική. Αν αγαπά κάποιος την ποίηση του Γκανά, αυτός ο τόμος είναι ένα μονοπάτι να εμβαθύνεις σε αυτή.

 

 

Αναζητήστε τα βιβλία εδώ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here