Damon Galgut : “Η Αφρική να μιλήσει και να ακουστεί με τον τρόπο που της αξίζει” (επιμέλεια: Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

0
796
Photograph: Chris de Beer-Procter/The Observer

 

επιμέλεια: Αλεξάνδρα Σαμοθράκη

Ο άρτι βραβευθείς με Booker για  τη σάγκα μιας  λευκής οικογένειας στην Πρετόρια  Damon Galgut, απαντάει στις ερωτήσεις της Lisa Allardice της βρετανικής Guardian για την έμπνευση και τους  χαρακτήρες του βιβλίου του, τη Virginia Woolf και το Faulkner,την «Υπόσχεση» ως κριτική της σύγχρονης Ν. Αφρικής και το πώς η χώρα του πέρασε από την κατάσταση της ευφορίας σε αυτήν της παρακμής και τέλος αναλύει το πώς γράφεται ένα πουαντιγιστικό μυθιστόρημα.

ΕΡ: Ελπίζω να μην σας έχει κουράσει να μιλάτε για αυτό το μπουκάλι κρασί που οδήγησε στην ιδέα με τις κηδείες στην «Υπόσχεση»;

D.G. :  Ναι όλοι έχουν πάθει ψύχωση με αυτό το μπουκάλι κρασί! Μεθυσμένος αλλά όχι εντελώς, κατά τη διάρκεια ενός κρασοκατανυκτικού γεύματος, ένας φίλος μου διηγήθηκε τις ιστορίες των τεσσάρων κηδειών μελών της οικογένειας του στις οποίες παρευρέθηκε: της μητέρας, του πατέρα, της αδελφής και του αδελφού του. Ο φίλος μου είναι μεγαλύτερος από εμένα οπότε δεν είναι τόσο τραγικό όσο ακούγεται και έχει τρομερό χιούμορ. Είχε προσηλωθεί σε πολύ αστείες λεπτομέρειες οπότε στην πραγματικότητα μου διηγείτο ανέκδοτα: πράγματα που είχαν πάει στραβά, που είχαν συμβεί τη λάθος χρονική στιγμή και μερικά από αυτά τα αστεία, όπως και τα πιο φρικιαστικά από αυτά τα συμβάντα χώθηκαν στο βιβλίο μου. Ίσως όχι εκείνη τη στιγμή, αλλά αργότερα, το σκεφτόμουν για μερικές μέρες πως, από θεωρητικής άποψης, θα είναι ένας ενδιαφέρον τρόπος να διηγηθεί κανείς την ιστορία μιας οικογένειας.  Με γοήτευσε η πιθανή δομή που κάτι τέτοιο θα έδινε στο βιβλίο όπως και η θεματολογία της θνητότητας και του θανάτου που με απασχολούν σε κάποιο βαθμό καθώς μεγαλώνω.  Ενώ περνούσε ο καιρός, η ιδέα παρέμενε αρκετά ελκυστική για να αρχίσω να παίζω μαζί της- αυτός είναι ο τρόπος που ξεκινάω ένα βιβλίο. Έχω ιδέες όλη την ώρα αλλά δεν έχουν όλες το ίδιο σθένος για να θέλω να κάνω κάτι με αυτές. Η συγκεκριμένη όμως σιγόκαιγε και έτσι άρχισα να τη σκαλίζω.

ΕΡ: Μάλλον έχετε πολύ καλούς και διασκεδαστικούς φίλους αφού την ιδέα για την υπόσχεση του τίτλου σάς την έδωσε ένας άλλος φίλος σας κατά τη διάρκεια ενός άλλου γεύματος.

D.G:  Όχι αυτό δεν ήταν γεύμα και ήμασταν νηφάλιοι (γέλια). Ήταν η ιδέα ενός φίλου που τον απασχολούσε πολύ η στιγμή που η μητέρα του στο νεκροκρέβατο της, πολλές δεκαετίες πριν, είχε υποσχεθεί σε μια μαύρη γυναίκα που είχε στη δούλεψή της  πως θα της μεταβίβαζαν ένα κομμάτι γη όπου ήδη ζούσε σε ένα μισοδιαλυμένο σπίτι. Αυτός ο φίλος μου ήταν προβληματισμένος γιατί η οικογένεια του είχε χρειαστεί πολύ καιρό για να εκπληρώσει, ευτυχώς, στο τέλος,  αυτή την υπόσχεση. Καθώς ήδη δούλευα την ιδέα με τις τέσσερις κηδείες ως δομή του βιβλίου, αναζητούσα υλικό για να υφάνω αναμεσά τους  τη σύνδεση – δεν ήθελα να έχω τέσσερις διαφορετικές ιστορίες αλλά μια ιστορία με κοινά θέματα και αυτό ήταν ένα πολύ προφανές: η γη και το σε ποιον ανήκει αποτελεί κεντρικό θέμα στο διάλογο που λαμβάνει χώρα στη Ν. Αφρική αυτή τη στιγμή.  Οπότε αυτή ήταν η δεύτερη ιδέα που έδωσε υπόσταση στο βιβλίο- όπως ξέρετε ένα βιβλίο απαρτίζεται από πολλές διαφορετικές ιδέες- και εκείνη τη στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει πως θα ήταν τόσο θεμελιώδης που θα έδινε τον τίτλο του βιβλίου- ο τίτλος έρχεται πάντα τελευταίος.  Αν είχα επιλέξει άλλο τίτλο, οι αναγνώστες ίσως δεν θα έδιναν τόση μεγάλη βαρύτητα σε αυτό το θέμα αν και είναι ζωτικής σημασίας για το βιβλίο.

ΕΡ: Η Ν. Αφρική έχει αλλάξει 4 προέδρους σε 4 δεκαετίες και στην Υπόσχεση μια από τις 4 κηδείες ρίχνει φως σε μια άλλη δεκαετία. Πώς ζουμάρατε από το μακρο στο μίκρο και τι θέλατε να επιτύχετε με αυτό;

D.G: Δεν ήταν από την αρχή προφανές- κάθε κηδεία θα μπορούσε να απέχει 15 ή 20 χρόνια από την επόμενη. Δεν θυμάμαι ποια στιγμή ακριβώς σκέφτηκα πως ανάλογα με την χρονολογική τους τοποθέτηση θα μπορούσαν να φωτίσουν από μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία: το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης τη δεκαετία του ’80 υπό τον P.W. Botha και την αρχή του τέλους του απαρτχάιντ, την προεδρία του Μαντέλα τη μεθυστική δεκαετία του ’90 σχεδόν παραισθητική με τις ευφορικές της δυνατότητες, τις αρχές του 21ου αιώνα όταν υπήρχε ακόμη το μομέντουμ του Μαντέλα, η Ν. Αφρική ήταν μια πλούσια χώρα και όλα φαινομενικά έβαιναν καλώς αν και υπήρχε μια αίσθηση πως κάποια πράγματα δεν ήταν σωστά: ο Mbeki, αναλόγως των πολιτικών πεποιθήσεων του καθενός, ας πούμε πως ήταν τουλάχιστον εκκεντρικός: δεν πίστευε πως υπάρχει το AIDS, εφήρμοσε κάποιες περίεργες πολιτικές και υπήρχε μια αλλαγή του εθνικού τόνου. Όλα αυτά άνοιξαν το δρόμο για τον Jacob Zuma, για τον οποίο θυμάμαι πως είχα καλή γνώμη στην αρχή, όλοι ήταν τόσο πικραμένοι με τον Mbeki που υπήρχε η αίσθηση πως χρειαζόμασταν μια καινούργια σκούπα για να καθαρίσουμε και νομίζαμε πως ήταν ο Zuma- είναι σίγουρα χαρισματικός, πλέον όμως έχει γίνει προφανές πως το χάρισμά του έκρυβε τόσα άλλα μη υγιή πράγματα, ας τα αποκαλέσουμε αργή αποσύνθεση και διαστροφή της διακυβέρνησης του που μας άφησε, και χρησιμοποιώ επίτηδες τη λέξη, με την υπόσχεση των πρώτων δημοκρατικών εκλογών εξανεμισμένη.

ΕΡ: Αυτή θα ήταν περίπου η επόμενη μου ερώτηση. Στο βιβλίο σας η πορεία είναι καθοδική-  έχουμε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ράγκμπι του 1994 στην αρχή και μετά έχουμε νοσοκομειακές πτέρυγες με HIV,  αυξανόμενη εγκληματικότητα, τον αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής. Νομίζω έχετε χρησιμοποιήσει τον όρο «ταπετσαρία» για τα ιστορικά γεγονότα σε σχέση με την πλοκή του μυθιστορήματός σας.

DG:  Ναι δεν ήθελα τα ιστορικά γεγονότα να βγάζουν μάτι σαν πινακίδες- αυτό μου φαίνεται άτσαλο και ενοχλητικό κυριολεκτικά- ήθελα μόνο ελαφριές πινελιές. Επί παραδείγματι, για να εκπροσωπήσει τα χρόνια του Μαντέλα, το Παγκόσμιο Κύπελλο Ράγκμπυ ήταν μια προφανέστατη επιλογή αφού προκαλεί τα ίδια συναισθήματα: κερδίσαμε, νιώθαμε τέλεια, μαύροι και λευκοί της Ν. Αφρικής είχαμε την αίσθηση ότι ταιριάζαμε , επικρατούσε εξωπραγματική ευφορία. Σκέφτηκα να βρω παρόμοιες στιγμές και για τους άλλους προέδρους αλλά ένιωθα πως παραφόρτωνα το βιβλίο: αν κάθε μια από τις κηδείες διέθετε μια αντίστοιχα αντιπροσωπευτική πολιτική ή ιστορική στιγμή, τότε θα παραήταν εμφανής στον αναγνώστη και το αποτέλεσμα θα ήταν άγαρμπο.  Έτσι αντί να χρησιμοποιήσω αυτό το τέχνασμα με κάθε δεκαετία, κατέφυγα σε μικρά περιστατικά και λεπτομέρειες. Πχ για τα χρόνια του Zuma, ένας από τους χαρακτήρες δωροδοκεί τους αστυνομικούς όταν το σταματάνε μεθυσμένο σε ένα μπλόκο- δυστυχώς η δωροδοκία είναι πλέον πολύ συνηθισμένη στη Ν. Αφρική. Θα πρέπει να ειπωθεί- αν και το έχω πει τόσες φορές που έχω καταντήσει βαρετός- ως το πραγματικό θέμα του βιβλίου είναι ο χρόνος και το πέρασμά του, οπότε αυτή η τεχνική φευγαλέας αναφοράς σε περιστατικά χωρίς να εμμένω για πολύ σε κανένα, είναι στο μυαλό μου σύμφωνη με τον τρόπο που περνάει ο χρόνος.  Μόνο στα μυθιστορήματα οι στιγμές λαμβάνουν τεχνητό βάρος και ουσία και φορτίζονται με φοβερή σημασία. Προσπάθησα να εργαστώ ενάντια σε αυτή τη σημασία και να φέρω στο νου το πραγματικό πέρασμα του χρόνου, ας πούμε, με μικρά τινάγματα και χτυπηματάκια.

ΕΡ: Μπορεί το βιβλίο να αφορά το θάνατο, την παρακμή, το πέρασμα του χρόνου και σίγουρα δεν είναι το «4 Γάμοι και Μια Κηδεία» αλλά είναι πολύ αστείο- γεμάτο με “ήσυχο” γέλιο. Αυτό προφανώς βοηθάει τον αναγνώστη- μήπως όμως βοήθησε και εσάς;

DG: Ναι θα μπορούσε να είναι ένα πολύ βαρύ και σκοτεινό βιβλίο: κηδείες, θάνατοι, η χώρα παρακμάζει, οπότε χρειαζόταν να βρω μια φωνή για το βιβλίο κόντρα σε όλα αυτά. Εντελώς τυχαία, ή θα μπορούσατε να πείτε πως ήμουν ανοιχτός στην πιθανότητα, 2-3 μήνες αφού είχα ξεκινήσει να γράφω το βιβλίο, μου δόθηκε η ευκαιρία να γράψω ένα σενάριο που με ανάγκασε να παρεκκλίνω χρονικά για 8 μήνες και ήταν πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία καθώς η γλώσσα είναι το λιγότερο σημαντικό στοιχείο του σεναρίου- η εικόνα είναι το παν και είναι κάτι που συνιστώ για συγγραφείς που αυτοθαυμάζονται ως προς τη χρήση της γλώσσας. Στο σενάριο η γλώσσα πρέπει να είναι ελαφρά, μόνο ότι βλέπει η κάμερα έχει σημασία, από τη μια οπτική στην άλλη. Έτσι η γλώσσα του κινηματογράφου υπήρχε ακόμη στο μυαλό μου όταν ξαναέπιασα το βιβλίο. Άρχισα να παίζω με τη διήγηση κάνοντας χρήση της λογικής του κινηματογράφου και νομίζω ταίριαξε πολύ καλά. Ενστικτωδώς ένιωσα πως είχα βρει μια φωνή που θα δούλευε ενάντια στη βαρύτητα του βιβλίου, γιατί πράγματι άνοιξε ένα χώρο όπου μπορούσε να λειτουργήσει το χιούμορ- η κάμερα μετατράπηκε σε αφηγητή  και αυτή η παρουσία διέθετε χιούμορ, κοφτερό μάτι, μου επέτρεψε να αναδείξω τους τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιούσα τη γλώσσα. Ο αφηγητής μιλάει και κάθε ιστορία λέγεται από κάποιον έτσι μπορούσα να επιστήσω την προσοχή στο γεγονός ότι επρόκειτο για τεχνητή άσκηση στη διήγηση. Όλα αυτά υπήρχαν σε ένα κανάλι παράλληλο με την κεντρική αφήγηση της  ιστορίας της οικογένειας και μου έδωσαν πρόσβαση σε ένα χώρο όπου μπορούσα να παίζω και να ενθουσιάζομαι. Ελπίζω να είναι ενδιαφέρον και για τον αναγνώστη.

ΕΡ: Φαίνεται να διασκεδάσατε πολύ ενώ γράφατε, ο δηκτικός αφηγητής μάς επιτρέπει να πάμε κάπου αλλά όχι κάπου αλλού και εσείς που έχετε εμπειρία και ως θεατρικός συγγραφέας ας πούμε πως κατεδαφίσατε αυτό τον περίφημο τέταρτο τοίχο.

DG: Η σύμβαση, αν πρόκειται να γράψεις ένα βιβλίο σε τρίτο πρόσωπο, είναι να κρύβεις τον αφηγητή, ώστε αυτός να μην παρεμβάλλεται ανάμεσα στον αναγνώστη και την ιστορία. Ποτέ δε μου άρεσε αυτό, και άλλες τέχνες, όπως οι εικαστικές τέχνες ή το θέατρο, έχουν εδώ και χρόνια απορρίψει αυτή τη σύμβαση και εστιάζουν την προσοχή του κοινού στην πλαστότητά τους.  Υπάρχουν μυθιστορήματα που το κάνουν αυτό, αλλά στην πλειοψηφία της η λογοτεχνία διστάζει να διαβεί αυτή τη γραμμή.  Άρχισα λοιπόν να χρησιμοποιώ τον αφηγητή με τρόπους που θα έκαναν τον αναγνώστη να αντιληφθεί πως κάποιος του λέει μια ιστορία χωρίς ποτέ να καθορίσω επακριβώς ποιος είναι ο αφηγητής- μερικές στιγμές είναι μια οικεία, φιλική φωνή, ενώ άλλες θα μπορούσε να μην είναι καν ανθρώπινη, όπως όταν απευθύνεται στον αναγνώστη λέγοντας «εσείς οι άνθρωποι συμπεριφέρεστε περίεργα», ενώ μερικές φορές σχεδόν βγαίνει από τη σελίδα και τον κατηγορεί ευθέως. Ήμουν κάπως διστακτικός να πάω κόντρα στη σύμβαση, εξυπηρετούσε όμως ωραία τους σκοπούς μου. Μόνο όταν ολοκλήρωσα το βιβλίο και το έδειξα σε μερικούς έμπιστους αναγνώστες μου, ζητώντας τους να είναι βάναυσα ειλικρινείς μαζί μου για το αν βγαίνει νόημα ή είναι μπάχαλο, ο δισταγμός μου εξαφανίστηκε.  Αν δεν δούλευε αυτό, δεν έχω ιδέα πώς θα το έλυνα.

ΕΡ: Σας συγκρίνουν με τον Joyce, τη Woolf και φυσικά το Faulkner. Είχατε καταβυθιστεί στο γράψιμο ή συνειδητά προσπαθούσατε να τιμήσετε αυτή τη λογοτεχνική παράδοση;

DG:  Νομίζω πως πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός πως πλέον το μυθιστόρημα δεν βρίσκεται στο κέντρο του πολιτισμικού βίου.  Πλέον αυτή η θέση έχει καταληφθεί από τις σειρές που κάνουν αυτό που έκανε κάποτε το μυθιστόρημα: λένε μια ιστορία που μπορεί να διασταλεί προς όλες τις κατευθύνσεις.  Στα διαβάσματα μου, ιδίως τα πρώιμα, περισσότερο απ’όλα με εξίταραν οι μοντερνιστές. Είμαι σίγουρος πως πολλοί ακαδημαϊκοί θα με ψέξουν, αλλά πιστεύω πως τότε το μυθιστόρημα  βρισκόταν στο ζενίθ του και η δύναμή του προερχόταν από την απόρριψη των συνόρων και των αυστηρών κανόνων-οι μοντερνιστές ήταν αυτοί που έπαιξαν με τις φωνές και το χρόνο πιο τολμηρά από όλους.  Εκτός από το Faulker που στα 20 μου ήταν αποκάλυψη, επίσης με σημάδεψαν ο Beckett και ο Patrick White. Οι μοντερνιστές δούλευαν με όλη τη δύναμη του μυθιστορήματος και όλες του τις δυνατότητες.  Αν και η Virginia Woolf είναι εμφανέστατα παρούσα στο βιβλίο, στην πραγματικότητα δεν την είχα διαβάσει μέχρι που μου την πρότεινε ένας φίλος ενώ έγραφα την Υπόσχεση.  Μου πήρε τα μυαλά με την παντελή αδιαφορία της για τις συμβάσεις- για το πόσο μακρά μπορούσε να φτάσει και με τον τρόπο που επέλεγε να το κάνει. Έτσι όταν με έπιανε η δειλία μου, ένιωθα πως μου έδινε άδεια να κάνω το ίδιο. Υπάρχουν όλοι αυτοί οι συγγραφείς που το κάνουν τόσο τέλεια όλο αυτό που σκεφτόμουν πως ακόμη και αν αποτύχω θα έχω αποτύχει μιμούμενος τους πολύ άξιους προκατόχους μου.

ΕΡ: Ενώ η αφήγηση μπαινοβγαίνει στις συνειδήσεις των λευκών πρωταγωνιστών, αποφεύγει τη μαύρη υπηρέτρια, τη Σαλωμέ, που είναι κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, φαντάζομαι όχι τυχαία;

DG: Σωστά. Άπαξ και το ρεύμα συνείδησης (stream of consciousness) λειτουργεί σε ένα βιβλίο, θα μπορούσα να το επεκτείνω και στη Σαλωμέ, επίτηδες όμως την άφησα σιωπηλή. Ήθελα να προβληματίσω τον αναγνώστη, έστω ασυνείδητα. Ενώ η Ν. Αφρική έχει αλλάξει, για τη Σαλωμέ και τους ανθρώπους σαν τη Σαλωμέ τίποτε δεν έχει αλλάξει: ποτέ δεν ακούγονται. Το απαρτχάιντ μπορεί να κατέρρευσε, συνεχίζουμε όμως  να έχουμε το μεγαλύτερο χάσμα στον κόσμο μεταξύ πλούσιων και φτωχών και μια αποτυχημένη εκδοχή του καπιταλισμού με θεσμούς, όπως η αστυνομία, να μη λειτουργούν και έρευνες κατά της διαφθοράς να οδηγούν σε καταδίκες ενόχων που δεν φυλακίζονται.

ΕΡ: Ο Αντουάν και η Αμόρε είναι δυο χαρακτήρες- αδέλφια που έχετε δηλώσει πως θα μπορούσαν να εκπροσωπούν τους δυο πυλώνες του ψυχισμού σας.

DG: Ο Αντουάν είναι πρωτότοκος και συνομήλικός μου- θα μπορούσα και εγώ να αφεθώ στα προνόμια του φύλου μου. Η Αμόρε είναι μεν γυναίκα, αλλά ως λευκή θα μπορούσε να μετέχει στα προνόμια των λευκών. Είναι η μόνη από την οικογένεια της που διαθέτει κάποια ηθική παρόρμηση. Το βιβλίο ξεκινάει με την Αμόρε, περνάει στον Αντουάν και κλείνει με την Αμόρε- ελπίζω αυτό να είναι κάποια ένδειξη για το γεγονός πως αυτή είναι ο βασικότερος χαρακτήρας του βιβλίου. Πάντως δεν εμπιστεύομαι τα βιβλία με τελείως κακούς ή καλούς χαρακτήρες- στην πραγματικότητα αναλόγως των περιστάσεων όλοι μας είμαστε κάπως καλοί και κάπως κακοί.

ΕΡ: Η Υπόσχεση είναι ένα περίπλοκο μυθιστόρημα. Με ποιες τεχνικές επιβάλλεστε στη διήγηση; Πώς γράφετε;

DG: Υπήρξαν πολλές στιγμές που ένιωθα να πνίγομαι ή να χάνομαι μέσα στο μυθιστόρημα αλλά αυτό είναι κάτι το συνηθισμένο, ιδίως στην αρχή.  Στα πρώτα στάδια νιώθω σα να παλεύω μέσα στη λάσπη με τον εαυτό μου στο σκοτάδι και πως δεν θα υπάρξει τέλος επειδή πρέπει να βρεις τα πάντα: τι θα γίνει, πώς θα λέγονται οι χαρακτήρες, γιατί φέρονται με τον τρόπο που φέρονται και απλά προσπαθείς να πας από το ένα σημείο στο άλλο και είναι φρικτό. Όταν όμως το χαρτογραφήσεις και οδεύεις προς το τέλος μπορείς να το ραφινάρεις και να παίξεις μαζί του- η χαρά ενός βιβλίου έρχεται στα τελικά του στάδια όταν αρχίζεις να το τιθασεύεις. Για το συγκεκριμένο βιβλίο, αν και η σύμβαση απαιτεί μια ευθεία γραμμή ή μερικές ευθείες γραμμές που εξηγούν πώς η μια τελεία ενώνεται με την επόμενη όπως οι μεγάλες πινελιές στη ζωγραφική, κατέφυγα στον πουαντιγισμό- μπορείς να πεις μια ιστορία με τελίτσες; Δεν άφηνα την αφήγηση να κατακαθίσει πάνω σε κάποιον για πολύ, υπήρχε κίνηση από τον ένα χαρακτήρα στον άλλον- σα να γέμιζα ένα καμβά ελαφρά με τη μυτούλα του πινέλου μου. Με τις ευθείες πινελιές αναγκάζεσαι να κουβαλάς μεγάλο βάρος στην αφήγηση, ενώ αυτό ήταν πανάλαφρο- αν κάτι πήγαινε να βαρύνει πήγαινα αλλού και έτσι δημιουργήθηκε η δομική γλώσσα του βιβλίου μου που με διευκόλυνε πολύ.

ΕΡ: Η συγγραφή είναι για εσάς σωματική διαδικασία. Πείτε μας για το φετίχ σας να μη γράφετε  σε υπολογιστή.

DG:  Είμαι παλιομοδίτης. Μου αρέσει ο χαμός του χειρόγραφου. Έχω μια πένα και κάτι παλαιά κατάστιχα που αγοράζω στην Ινδία και μου αρέσει να γεμίζω τις σελίδες τους. Σε μεγάλο βαθμό για να βλέπω τη σύνδεση ανάμεσα στη λέξη όπως σχηματίζεται στο μυαλό μου και στη σελίδα, μέσω του χεριού μου- είναι κάτι που με ευχαριστεί πολύ. Η οθόνη του υπολογιστή ακρωτηριάζει αυτή τη σύνδεση- κάνεις κάτι στο κεφάλι σου και εμφανίζεται μακριά σου. Επίσης επειδή γράφω πιο αργά απ’όσο δακτυλογραφώ, μου δίνονται μερικά επιπλέον δευτερόλεπτα να αναλογιστώ και να νιώσω τη λέξη πριν την εναποθέσω στο χαρτί.  Ο Φρόυντ θα έλεγε πως είναι κάτι το πρωτόγονο- αλλά ο δικός μου κανόνας είναι «ότι λειτουργεί για τον καθένα».

ΕΡ: ‘Έχετε πει πως είναι μια κακή χρονιά για την Αφρική αλλά μια καλή χρονιά για την Αφρικάνικη λογοτεχνία.

Ναι, αλλά δεν ξέρω αν είναι τυχαίο ή πρόκειται περί δομικής αλλαγής στην αντίληψη περί αφρικανικής λογοτεχνίας. Ελπίζω τα βραβεία να κάνουν τους αναγνώστες να σκέφτονται διαφορετικά για την αφρικανική λογοτεχνία γιατί υπάρχουν πολλές ιστορίες, που έχουν διαβαστεί και που δεν έχουν διαβαστεί, όπως και συγγραφείς. Πιστεύω πως όλη η ήπειρος βρίθει ταλέντου και δυνατοτήτων αλλά υστερεί στην πλατφόρμα  που θα τα καταστήσει διαθέσιμα.  Ελπίζω αυτά τα βραβεία να κάνουν την Αφρική να μιλήσει και να ακουστεί με τον τρόπο που της αξίζει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

H Υπόσχεση θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ

 

Damon Galgut, The Promise, Random House

Βρες το στα αγγλικά εδώ 

 

Προηγούμενο άρθρο«Με στήθος προτεταμένο» (του Γιάννη Στρούμπα)
Επόμενο άρθροΟ Ιπποκράτης και η εποχή του (του Θανάση Αγάθου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ