Δ.Ν.Μαρωνίτης: από την κλασική φιλολογία στην ερμηνεία και την κριτική (του Β. Χατζηβασιλείου)

0
1050

                                

 

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.

Ως κλασικός φιλόλογος, αλλά και ως νεοελληνιστής, ο Δ. Ν. Μαρωνίτης δεν αγάπησε την εκδοτική δραστηριότητα. Αντί για τις εκδόσεις αρχαίων κειμένων και τον σχολαστικό υπομνηματισμό τους, προτίμησε τις μεταφράσεις και την ερμηνευτική τους προσέγγιση, δίνοντας πάντοτε ένα κλειδί για να τα εννοήσουμε από τα μέσα: σύμφωνα με τους δικούς τους, κάποτε δυσδιάκριτους ή και αδιάγνωστους κώδικες, αλλά και με ένα βλέμμα γειωμένο στη σύγχρονη φιλολογική επιστήμη, τη θεωρία της λογοτεχνίας και την αφηγηματολογία, χωρίς να παραμερίζονται οι εκάστοτε ανθρωπολογικές και φιλοσοφικές τους προκείμενες. Σε παρόμοια γραμμή, αντί να καταπιαστεί με την έκδοση του Σολωμού ή του Καβάφη, ο Μαρωνίτης προτίμησε και πάλι την ερμηνευτική προσέγγιση, αναδεικνύοντας το πολιτικό νόημα του καβαφικού στίχου σε μιαν από τις πιο σκοτεινές ώρες της δικτατορίας ή μιλώντας για το μεταίχμιο ζωής και θανάτου στο οποίο κινείται η σολωμική ποίηση δίχως να ρέπει ούτε κατά διάνοια προς τη θανατοφιλία.

Τα παραδείγματα θα μπορούσε να τραβήξουν σε μάκρος, το ζήτημά μου, όμως, μερικές μονάχα ώρες μετά τον θάνατο του Μαρωνίτη, τώρα που επείγει ένας πρώτος, πολύ συνοπτικός απολογισμός, είναι διαφορετικό: το πώς η προσήλωσή του στην ερμηνεία (η επιμονή του να χτίζει ερμηνευτικά συστήματα προκειμένου να εκπορθήσει ξανά και ξανά μια λογοτεχνική μονάδα) τον βοήθησε να παρακάμψει την αθυμία της φιλολογικής συντεχνίας και να απευθυνθεί σ’ ένα ευρύτερο κοινό, διατηρώντας εκ παραλλήλου στο ακέραιο τα επιστημονικά του κριτήρια.

Η διαδικασία που περιγράφω έφερε πολύ κοντά τον Μαρωνίτη (κυριολεκτικά τον εγκλιμάτισε) στο περιβάλλον της λογοτεχνικής κριτικής. Η λογοτεχνική κριτική δεν διαθέτει, βεβαίως, επιστημονικά κριτήρια (βασίζεται στη διαίσθηση, την υποκειμενικότητα και τη μορφωτική περιουσία του προσώπου το οποίο την ασκεί) ενώ ο Μαρωνίτης δεν ανέλαβε παρά σπανίως τον ρόλο του βιβλιοκριτικού (αν και δεν είναι λίγες οι φορές που φρόντισε να προβάλει και να υπερασπιστεί ένα λογοτεχνικό έργο άμα τη εμφανίσει του). Από την άλλη, ωστόσο, πλευρά, η λογοτεχνική κριτική είναι εξ ολοκλήρου ταυτισμένη με την ερμηνεία. Το ξέρουμε καλά από τον Βαρίκα, από τον Χουρμούζιο, από τον Καραντώνη και, για να πάμε ακόμα πιο πίσω, από τον Πολυλά. Για να ζυγίσει και να αξιολογήσει, ο κριτικός οφείλει πριν και πάνω απ’ όλα να ερμηνεύσει το έργο που τον απασχολεί: να το  διασχίσει οριζοντίως και καθέτως, να το αναλύσει εις τα εξ ων συνετέθη, να μας ξεναγήσει στις πλέον αναπάντεχες όψεις του και, αν το κατορθώσει, να αφήσει το αποτύπωμα της ερμηνείας του στις αναγνώσεις των νεώτερων ερμηνευτών.

Κι αν με τις αρχαιοελληνικές του μελέτες ο Μαρωνίτης μάς έβαλε στα μυστικά ενός κόσμου οικείου και ταυτοχρόνως ξένου χωρίς να διολισθήσει ποτέ στη χρηστομάθεια, με τις νεοελληνικές του ερμηνείες άνοιξε δρόμους για να ενισχύσουμε και να πολλαπλασιάσουμε τα δικά μας ερμηνευτικά και κριτικά εργαλεία, για να κάνουμε κτήμα μας το γεγονός πως η λογοτεχνία είναι οι ρητορικοί της τρόποι και τα άδυτα που κρύβονται πίσω από την αρχιτεκτονική τους. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here