Χωρίς όνομα (διήγημα της Ασημίνας Χαχούλη)

0
372

                                                                 

 

της Ασημίνας Χαχούλη(*)

 

Ήμουν εφτά χρονών και πίστευα ότι τα ζώα πρέπει να ακολουθούν τις συνήθειες των ανθρώπων. Για τον λόγο αυτό, όταν σε κάποια οικογενειακή επίσκεψή μας στο χωριό, γνώρισα έναν κεραμιδόγατο, αποφάσισα να τον βαφτίσω.

Στο χωριό είχαμε πάει για ένα διήμερο. Για τα βαφτίσια μιας ξαδέρφης. Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου είχα κολλήσει πάνω σε μια θρήσκα θεία μου που ήξερε να μιλάει τη γλώσσα των παιδιών. Οι δυο μας είχαμε βρεθεί σ’ ένα σημείο της εκκλησίας με προνομιακή θέα στην κολυμπήθρα. Εκείνη είχε έρθει στο ύψος μου ακουμπώντας τα γόνατά της στο πάτωμα, προκειμένου να μου εξηγήσει τους συμβολισμούς του μυστηρίου. Τη σημασία του αριθμού τρία, την τούφα των μαλλιών, το «Πιστεύω».  Εγώ ψόφαγα για κάτι τέτοια. «Γιατί βαφτίζουμε τα μωρά;» τη ρώτησα. «Για να τους δώσουμε όνομα και για να τα προστατεύει ο καλός θεός, για να ζήσουν γερά και δυνατά». Η φωνή της ήταν γλυκιά. Ακόμη και όταν η ξαδέρφη μου έμπηξε μια διαπεραστική τσιρίδα, εκείνη μου είπε στ’ αυτί: «Το μωρό κλαίει γιατί είναι μικρό και δεν ξέρει ότι το βαφτίζουμε για το καλό του». Το κεφάλι του μωρού είχε κοκκινίσει και σιγά σιγά άρχιζε να φέρνει προς το μοβ.  Τα ακαταλαβίστικα λόγια του παπά, η γλυκιά φωνή της θείας και το κλάμα του μωρού είχαν γίνει ένα στο κεφάλι μου. Το λιβάνι με ζάλιζε.

Όταν γύρισα στο σπίτι, έκατσα στην αυλή και άρχισα να τρώω τα κουφέτα μιας δεύτερης μπομπονιέρας. Τότε τον είδα. Ήταν ο πιο όμορφος γάτος που είχα δει. Μικροσκοπικός, ξανθός, με στρογγυλό κεφάλι. Βγαλμένος από καρτούν. Ξαπλωμένος κάτω από τα πλατιά φύλλα του φίκου αδιαφορούσε παντελώς για μένα. Τεντωνόταν ανοίγοντας και κλείνοντας τα πατουσάκια του.

Παράτησα τα κουφέτα και έτρεξα πάνω του. Αυτός πετάχτηκε και άρχισε να τρέχει προς τον κήπο. Κάθε λίγα μέτρα γύριζε το κεφάλι και με κοίταζε. Ώσπου χάθηκε.

Την πρώτη μου αυτή συνάντηση με τον γάτο, έτυχε να παρακολουθεί η γιαγιά μου, η  οποία εκείνη την ώρα στεκόταν στην πόρτα του σπιτιού.  «Α, ο αγαπησάρης δε θέλει πρόγκημα. Θέλει να τον πλησιάζεις σιγά σιγά. Είναι μικρούτσικος και τρομάζει». «Πώς τον είπες, γιαγιά»; «Αγαπησάρη τόνε λέω. Επειδή του αρέσουν τα χάδια. Δε του ‘χω ακόμη βγάλει όνομα». Αυτό ήταν. Το βαρετό μεσημέρι μου στο χωριό, μόλις είχε αποκτήσει νόημα. Έπρεπε να βαφτίσω τον αγαπησάρη.

Μόλις ήρθε η ώρα της μεσημεριανής σιέστας των μεγάλων, ξετρύπωσα από το σπίτι κρατώντας μία πετσέτα και δυο κόκαλα που είχαν ξεμείνει από το μεσημεριανό. Ο αβάπτιστος κεραμιδόγατος λιαζόταν με τα μάτια κλειστά σ’ ένα πλατύσκαλο της αυλής. Τον πλησίασα πατώντας στις μύτες και του έβαλα τα κόκαλα μπροστά του. Άρχισε να τα γλείφει με μανία. Βρήκα την ευκαιρία και τον χάιδεψα απαλά στον αυχένα. Για μια στιγμή άνοιξε τα μάτια, με είδε και τα ξανάκλεισε αμέσως. Τότε τον γράπωσα και τον μετέφερα στη γούρνα. Όσο εγώ έψαχνα για κολυμπήθρα αυτός με κοιτούσε με κείνο το βλέμμα που ‘έχουν τα προς βάπτιση μωρά στα φωτογραφικά άλμπουμ. Ένα βλέμμα άγνοιας και χαζομάρας.

Βρήκα έναν τσίγκινο τενεκέ που χρησιμοποιούσε ο παππούς μου όταν έφτιαχνε φέτα. Με δυσκολία τον μετέφερα στη γούρνα και τον γέμισα νερό. Ανέλαβα χρέη παπά, γονέα και νονού. Η τελετή έγινε στον μικρότερο δυνατό κοινωνικό κύκλο. Μουρμούρισα κάτι λόγια για δούλους και θεούς, ό,τι θυμόμουν από το πρωί, κι έπειτα βύθισα τον γάτο στον τυροτενεκέ. Στην πρώτη φορά, εκείνος άρχισε να νιαουρίζει με έναν τρόπο που δεν είχα ξανακούσει ποτέ ως τότε. «Όπως η ξαδέρφη μου. Έτσι είναι τα μωρά. Κλάινε». Στην δεύτερη, άρχισε να σπαρταράει στα χέρια μου, ώσπου έμπηξε τα νύχια του στους καρπούς μου και εγώ ακαριαία τον άφησα να πέσει μες στον τυροτενεκέ. Στα αυλάκια που χάραξε με τα νύχια στο δέρμα μου άρχιζε τώρα να ρέει το πρώτο αίμα. Έπιασα την πετσέτα και βάλθηκα να σβήσω τις κόκκινες γραμμές αλλά αυτές εμφανίζονταν ξανά και ξανά. Οι πληγές έτσουζαν διαολεμένα κι εγώ έβαλα τα κλάματα κι έτρεξα στο σπίτι.

Πρώτη με είδε η γιαγιά μου που εκείνη την ώρα διάβαζε έναν καζαμία ξαπλωμένη. Έπεσα πάνω της με λυγμούς κι έτσι απέφυγα το βλέμμα της, γιατί ήξερα ότι το δικό μου ήταν ένοχο. Της είπα ότι τα τραύματά μου ήταν δουλειά του αγαπησάρη, αλλά της απέκρυψα τη βάφτιση του. Όσο με περιποιούταν μιλούσε για τον γάτο με άσχημα λόγια. Τον έλεγε αχάριστο και κακό και παλιόπλασμα. Κι εγώ δεν άντεξα άλλο και πριν μου βάλει το τελευταίο τσιρότο, το ‘σκασα και πήγα να τον βρω.

Και τον βρήκα˙ Να επιπλέει ακίνητος και ανώνυμος μέσα στον τενεκέ κοιτάζοντάς με με εκείνο το ηλίθιο βλέμμα που έχουν όσοι δε φταίνε.

 

(*) Ασημίνα Χαχούλη, ΜΑ Ceative Writing, Μητροπολιτικο Κολλέγιο

Προηγούμενο άρθροΤο σπίτι ως χώρος οικείος και ανοίκειος (του Θανάση Αγάθου)
Επόμενο άρθροDrama-τικες στιγμές μικρού μήκους (της Κυριακής Μπεϊόγλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here