Χαμένοι παράδεισοι και χαμένες πατρίδες (θεατρική κριτική της Όλγας Σελλά)

0
357

 

 

της Όλγας Σελλά

Μπορεί να κυριάρχησαν οι μικρές παραγωγές τον πληθωρικό θεατρικό Μάιο, που σε λίγο τελειώνει, αλλά προσωπικά ολοκλήρωσα τα ανοιξιάτικα θεάματα με δύο μεγάλες παραγωγές, σε δύο εξίσου μεγάλες σκηνές: με τη νέα παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου «Φρανκεστάιν, ο χαμένος Παράδεισος» στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, και με τα «Ματωμένα Χώματα» της Διδώς Σωτηρίου, στη θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία που υπέγραψε ο Γιώργος Παλούμπης στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Δύο διαφορετικοί χώροι, δύο εκ διαμέτρου διαφορετικές θεατρικές προτάσεις, που κατά μία σύμπτωση βασίστηκαν και οι δύο σε λογοτεχνικά βιβλία, που το καθένα έχει τη δική του ξεχωριστή θέση στο είδος του και στην εποχή του: στον «Φρανκεστάιν» της Μαίρης Σέλλεϋ πάτησε η Λένα Κιτσοπούλου, κρατώντας μόνο τα ονόματα των ηρώων, μέρος της αρχικής ιστορίας και την αισθητική της εποχής του -στην αρχική τουλάχιστον εικόνα της παράστασής της. Ο Γιώργος Παλούμπης από την άλλη σεβάστηκε απολύτως το ύφος και την ιστορία του βιβλίου της Διδώς Σωτηρίου και επιχείρησε να μεταφέρει αυτή την τεράστια τοιχογραφία στη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, με τον τρόπο που αγαπά, τον ρεαλιστικό.

 

«Φρανκεστάιν, ο χαμένος Παράδεισος»

Στην Κεντρική  Σκηνή της Στέγης έχει στηθεί ένα αστικό οικογενειακό τραπέζι, που παραπέμπει σε μακρινό χρόνο, στις αρχές του 19ου αιώνα. Εκεί ο Βίκτωρ (Πάνος Παπαδόπουλος) προσπαθεί να ψελλίσει τις επιθυμίες του, και βρίσκει απέναντί του το τείχος της γονεϊκής υπερπροστασίας και χειραγώγησης: «Εδώ μέσα έχει αγάπη, αγάπη και μόνο αγάπη» λέει με σπαρταριστό τρόπο η μητέρα (Ιωάννα Μαυρέα) και ο πατέρας (Νίκος Καραθάνος), που κυρίως επαναλαμβάνει τις απόψεις της μητέρας. Ο Βίκτωρ θέλει να αναζητήσει το δικό του δρόμο, που στην εκδοχή της Κιτσοπούλου δεν γίνεται επιστήμονας, αλλά κεραμίστας (που κι αυτός πλάθει εξαρχής ό,τι θελήσει). Μια γκροτέσκο κατάσταση επικρατεί σ’ αυτό το οικογενειακό τραπέζι (από τις καλύτερες σκηνές της παράστασης, αυτή που κυρίως έβγαλε γέλιο), με πρωταγωνιστικό στοιχείο αυτό που κυριάρχησε σ’ όλο το έργο της Λένας Κιτσοπούλου, αυτό που την απασχολεί σε όλα τα έργα της: η οικογένεια, η επιβολή της στη διαμόρφωση των παιδιών, η υπερπροστατευτικότητα, η κτητικότητα που βαφτίζεται αγάπη, η βίαιη διεκδίκηση στις σχέσεις, η κακοποίηση σε κάθε μορφή της. Στον «Φρανκεστάιν» η Λένα Κιτσοπούλου δεν μένει μόνο σ’ αυτά: σχολιάζει τα πάντα –ό,τι έχει απασχολήσει την επικαιρότητα-, με παραπάνω υπερβολή, με παραπάνω θόρυβο, με παραπάνω εμμονή, με παραπάνω πρόκληση, τόσο που χάνεται το χιούμορ και μένει μόνο η πρόκληση: για τη σχέση του καλλιτέχνη με τη δημιουργία, για τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, για τα στερεότυπα του καλλιτεχνικού χώρου («Κουβαλάς δονητή; Άρα είσαι καλλιτέχνης»). Κι όλα αυτά τα ανακατεύει μ’ ένα γραφείο κηδειών, μ’ έναν ΜΑΤατζή που «επιβάλλει» την τάξη (Γιάννης Κότσιφας), με μια ανάπηρη που ξαφνικά περπατάει και μετά ξαναγίνεται ανάπηρη (Έμιλυ Κολιανδρή), μ’ έναν χώρο πειραμάτων και φυσικά με το τέρας που δημιουργεί ο Βίκτωρ και με το οποίο είναι πια ζευγάρι. Και με μια επανάληψη ευρημάτων, που παύουν πια να είναι ευρήματα, όπως η παρουσία, πάλι, μιας ηθοποιού (Χριστίνα Αντωναράκη) που μιμείται τον τρόπο υποκριτικής της Λένας Κιτσοπούλου. Η ιστορία της ξεκινάει με τη δεσποτική μητέρα του Βίκτορα και τελειώνει με τη… βασίλισσα Ελισάβετ, σε μια εξαιρετική μεταμφίεση του Νίκου Καραθάνου, που ήταν και πάλι απολαυστικός, όπως και η Ιωάννα Μαυρέα, η Έμιλυ Κολιανδρή, ο Γιάννης Κότσιφας, ο Πάνος Παπαδόπουλος, ο Ηλίας Μουλάς, όλοι.

Και κρατάει για τον εαυτό της η Λένα Κιτσοπούλου, έναν μονόλογο, άκρως εξομολογητικό, άκρως σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό, άκρως προκλητικό και άκρως πικρό.  Μ’ έναν λυγμό στη φωνή της. «Γεννάω τις πρωτοπορίες που όλοι περιμένουν να δούνε», «Το μόνο που αξίζει: να είσαι εσύ μόνος με το δημιούργημά σου», «Τίποτα δεν με αγάπησε όσο το αγάπησα εγώ».  Και απαντάει εμμέσως και σε όσα κατά καιρούς της καταλογίζουν για τα έργα της, είτε είναι θεατρικά είτε είναι βίντεο.

Το συναίσθημα που είχα μετά το τέλος της παράστασης ήταν αμηχανία και θλίψη. Γιατί δεν είδα τίποτα διαφορετικό και καινούργιο από μία δημιουργό που μοιάζει να είναι εγκλωβισμένη σε μια εικόνα, σ’ έναν ρόλο. Ο «Φρανκεστάιν» της ήταν σίκουελ του «Cry» που είδαμε το χειμώνα στο Θέατρο Τέχνης, με μεγαλύτερη διάρκεια και μεγαλύτερη πρόκληση. Υπήρχε κι εδώ περισσότερος ζόφος και λιγότερο χιούμορ. Μόνο που στον «Φρανκεστάιν» η αγωνία, η πίκρα και ο τρόμος έγιναν επιθετική πρόκληση στη σκηνή και τεράστια αμηχανία στην πλατεία.

 

φωτο Ανδρέας Σιμόπουλος

Η ταυτότητα της παράστασης
Σύλληψη, Κείμενο & Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου, Σκηνικά & Σχεδιασμός Βίντεο: Τεό Τριανταφυλλίδης, Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική: Νίκος Κυπουργός, Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος, Sound Design: Κώστας Λώλος, Ηχολήπτης: Κωστής Παυλόπουλος

Ηθοποιοί (αλφαβητικά): Χριστίνα Αντωναράκη, Γιώργος Βουρδαμής, Χρήστος Καραβέβας, Νίκος Καραθάνος, Λένα Κιτσοπούλου, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Ιωάννα Μαυρέα, Φώντας Μίχος, Ηλίας Μουλάς, Πάνος Παπαδόπουλος

Εκτέλεση Παραγωγής: POLYPLANITY Productions/ Γιολάντα Μαρκοπούλου & Βίκυ Στρατάκη

 

Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, Τετάρτη ως Κυριακή στις 8.30μ.μ. Μέχρι τις 5 Ιουνίου.

 

«Ματωμένα Χώματα»

«Ανάπλαση ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα» μας δήλωσε εξαρχής ότι επιχειρεί στην παράσταση του, ο Γιώργος Παλούμπης. Του κόσμου που ζούσε στα παράλια της Μικράς Ασίας για αιώνες, και ξαφνικά βρέθηκε στο δρόμο της προσφυγιάς και της φρίκης του πολέμου. Του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Αυτόν τον κόσμο ιστορεί η Διδώ Σωτηρίου στα «Ματωμένα Χώματα», που θαρρώ εξακολουθεί να είναι το πλέον long seller βιβλίο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, έτσι όπως τον παρέλαβε από τις σημειώσεις του Μανώλη Αξιώτη, ενός λαϊκού, αλλά έξυπνου και τολμηρού ανθρώπου, ενός survivor –χωρίς άλλο- μιας εποχής που από τη μια στιγμή στην άλλη δεν είχε καμία βεβαιότητα. Με συνδετικό κρίκο την αφήγηση του Μανώλη Αξιώτη στα ώριμα χρόνια του (Νικήτας Τσακίρογλου), έτσι όπως τη μετέγραψε σε λογοτεχνία η Διδώ Σωτηρίου, ο Γιώργος Παλούμπης με τη συνεργασία του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου στη θεατρική προσαρμογή, φωτίζει θεατρικά σκηνές του μυθιστορήματος, που προωθούν την ροή της ιστορίας. Πιστός στο ρεαλιστικό θέατρο (με μια πατίνα «τηλεοπτικής» αισθητικής αυτή τη φορά), ο Γιώργος Παλούμπης μ’ αυτόν τον τρόπο θεατροποίησε τις σκηνές του μυθιστορήματος, δίνοντας ιδιαίτερο χώρο και έμφαση στις πολεμικές σκηνές, στη φρίκη του πολέμου και στη βία –κι όλα αυτά με υπερβολικό θόρυβο κάποιες στιγμές,  «συνομιλώντας» κυρίως με το τωρινό συλλογικό ασυνείδητο του κοινού, με ό,τι μπορούσε να κινητοποιήσει τη συγκίνησή του, είτε αυτό ήταν μικροϊστορία, είτε στιγμές της μεγάλης Ιστορίας. Και υπήρχαν στιγμές που λειτούργησε αυτή η συγκίνηση, κυρίως μέσα από το λόγο της Διδώς Σωτηρίου κι όχι τόσο από τη σκηνική παρουσίαση των λόγων της.

Έχοντας δει όλες τις απόπειρες θεατρικής παρουσίασης μεγάλων μυθιστορημάτων, τείνω να καταλήξω ότι αυτά τα κείμενα είναι πολύ δύσκολο να παρασταθούν, ιδίως όταν αυτό γίνεται με ρεαλιστικό τρόπο. Είναι σα να χάνουν αυτομάτως τους χυμούς τους και τη λογοτεχνική τους δύναμη, αυτήν που συγκίνησε τους αναγνώστες που προηγήθηκαν, αυτήν που τα ενέταξε σε σημαντική θέση της νεοελληνικής λογοτεχνικής ιστορίας.

Από τους ηθοποιούς της παράστασης θα ξεχωρίσω ιδιαιτέρως τον Αντίνοο Αλμπάνη στο ρόλο του Νικήτα Δροσάκη, του ανθρώπου της νέας εποχής, του ανθρώπου με ιδανικά και οράματα. Ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, επίσης, σε κάποιους από τους πολλούς χαρακτήρες που υποδύθηκε, έδωσε την αυθεντικότητα που απαιτούνταν. Το ίδιο και ο Στέλιος Δημόπουλος. Ο Μιχάλης Σαράντης αυτή τη φορά έμοιαζε συχνά σαν έξω από τα νερά του.  Και χρειάστηκε μόνο η τελευταία φράση του Νικήτα Τσακίρογλου στο τέλος της παράστασης, για να νιώσω τη θεατρική συγκίνηση που αναζητούσα.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης, Θεατρική προσαρμογή: Γιώργος Παλούμπης, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Σκηνικά: Νατάσσα Παπαστεργίου, Φωτισμοί: Βασίλης Κλωτσοτήρας, Μουσική σύνθεση: Κώστας Νικολόπουλος , Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιώργος Λόξας, Οργάνωση παραγωγής: Χρυσαντίνα Κούλουμπου, Μικαέλα Καρή, Κοστούμια: Έλενα Γιαννίτσα, Νατάσσα Παπαστεργίου, Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Σιαβίκη, Βοηθός ενδυματολόγου: Τζούλια Κατζηλέλη

Παραγωγή: Gr Entertainment World Ltd

 

Παίζουν:

Νικήτας Τσακίρογλου, Μιχάλης Σαράντης, Αντίνοος Αλμπάνης, Θάνος Αλεξίου, Στέλιος Δημόπουλος, Μαρία Νεφέλη Δούκα, Τζένη Κόλλια, Φώτης Λαζάρου, Δάφνη Λιανάκη, Ευθύμης Ξυπολιτάς, Παναγιώτα Παπαδημητρίου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Κώστας Φυτίλης, Aντώνης Χρήστου

Μουσικοί επί σκηνής:

Αθηνόδωρος Καρκαφίρης & Βαγγέλης Παρασκευαΐδης

 

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – Ημέρες & ώρες παραστάσεων:

Τετάρτη & Κυριακή 7μμ

Πέμπτη & Παρασκευή 9μμ

Σάββατο 6 μμ & 9μμ

 

 

Προηγούμενο άρθρο10 χρόνια “Α”: Ένα παρθένο δάσος τσακισμένων φύλλων (του Δημήτρη Αρβανιτάκη)
Επόμενο άρθρο10 χρόνια “Α”: Η ηδονή της ανάγνωσης (της Κλεοπάτρας Δίγκα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ