Χαμένα παιδιά

0
475

 Κατερίνα Σχινά.

Ίσως επειδή όλα τα παιδιά έχουν έφεση στο δράμα, υποπτευόμουν, από πολύ μικρή, ότι το υλικό της μεγάλης παιδικής λογοτεχνίας είναι η δυστυχία. Τα βάσανα του ασχημόπαπου, ο απελπισμένος έρωτας του μολυβένιου στρατιώτη, τα ανομολόγητα μαρτύρια της μικρής γοργόνας, μ’ έκαναν να φοβάμαι πως αντί για παραμύθια διάβαζα, μεταμφιεσμένη, τη βιογραφία του συγγραφέα τους. Παιδί μοναχικό που αναμηρύκαζε τις λύπες του με χάρτινη συντροφιά, τον ένιωθα τον πόνο – κι όχι μονάχα αυτόν που ζούμε στα μονοψήφια χρόνια μας, καθώς οι ματαιώσεις και οι διαψεύσεις χτίζουνε την ωρίμανσή μας. Χρόνια αργότερα ανακάλυψα πως δεν είχα άδικο – και πως ο Άντερσεν δεν ήταν μόνος. «Οι μεγάλοι ονειροπόλοι της αγγλικής παιδικής λογοτεχνίας δεν ήταν διόλου νεφελώδεις και αόριστοι∙ ήταν ακριβέστατοι, σχεδόν σχολαστικοί, στην εκδραμάτιση της ανελέητης δυστυχίας τους», έγραψε o κριτικός Άντονι Λέιν. Φτάνει να σκεφτούμε τον Λιούις Κάρολ, τον Έντουαρντ Λίαρ, τον Τζ. Μ. Μπάρι: τον μοναχικό παπά με την κάμερα, τον περιπλανώμενο επιληπτικό, τον φυματικό θαμώνα των κήπων του Κένσινγκτον. Αν οι ήρωες και των τριών σπαρταράνε παγιδευμένοι στην επιτακτική ανάγκη να φύγουν, να δραπετεύσουν – να χωθούν στο λαγούμι ενός κουνελιού, να ταξιδέψουν στη θάλασσα, να πετάξουν «δεξιά στο δεύτερο αστέρι και από εκεί όλο ευθεία μέχρι το πρωί» – είναι γιατί υπάρχει πάντα κάτι σκοτεινό, μια μίζερη πραγματικότητα ή ένα τρομερό παρελθόν, απ’ το οποίο παλεύουν να ξεφύγουν.

SB Theatre "Peter Pan" dress 12/16/08 Lobero TheatreΣαν σήμερα ο Πήτερ Παν γίνεται 111 ετών (μετράμε από την πρώτη παράσταση του έργου στο Θέατρο Duke of York στο Λονδίνο, στις 27 Δεκεμβρίου του 1904) και η πίκρα της μαγείας του δεν λέει να φύγει. Φόβοι των παιδιών και αγωνίες των μεγάλων μέσα εκεί μετουσιώνονται. Είναι το βιβλίο μιας ριζικής απώλειας, το βιβλίο των επαναλαμβανόμενων θανάτων. Μητέρες ανεύρετες για πάντα, χαμένα παιδιά, εξαφανισμένα από την κούνια τους, που μασκαρεύουν σε περιπέτεια ένα αέναα μετέωρο δάκρυ – ο Πήτερ Παν ο ίδιος, φάντασμα ενός νεκρού αγοριού, που ταξιδεύει, νύχτα, ανάμεσα στα σύννεφα, έτοιμος να πεθάνει πάλι και πάλι. «Το να πεθαίνεις θα είναι μια τρομερά μεγάλη περιπέτεια», ψιθυρίζει στον βράχο του, έτοιμος για τη θανάσιμη αναμέτρηση με τον Κάπταιν Χουκ. Κι ύστερα, η τραγωδία του να μεγαλώνεις – όπως τη διατύπωσε ένας φανατικός του Πήτερ Παν, ο ποιητής Ρούπερτ Μπρουκ, πεσών λίγο μετά τα είκοσι χρόνια του, το 1916, στην Καλλίπολη, θαμμένος στη Σκύρο, έμβλημα των αγαπημένων των θεών που χάνονται πριν σκληρύνει το χνούδι στα μάγουλά τους: «Χειρότερο κι από το να πεθαίνει ένα παιδί, είναι να μεγαλώνει, να ζει».

Τι είναι η παιδική ηλικία; αναρωτιέται ο Γκαστόν Μπασελάρ. Το πηγάδι του είναι. Μαύρο νερό, μακρινό, που καθρεφτίζει ένα έκπληκτο πρόσωπο. Καταχνιά, μια κρύα ανάσα στο βάθος, ίσως η βοή του αχανούς. Ανάμνηση ενός πριν-από-τον-κόσμο, που τείνει να μεταβεί σε ένα μετά-τον-κόσμο. Γιατί το παιδί φέρει τη σφραγίδα μιας θνησιγένειας. Το πρόσωπο που μας κοιτάει από τον καθρέφτη του πηγαδιού είναι έκπληκτο που υπήρξε παιδί, έκπληκτο που «μεγαλώνει και ζει», παρότι έχει κηδέψει το ροδαλό αλλοτινό του προσωπάκι. Ο Τζ. Μ. Μπάρι παίζει με την άρνηση του Πήτερ Παν να μεγαλώσει, όπως ο Λούις Κάρολ με το ύψος της Αλίκης για να μας δείξει, ίσως, πως δεν υπάρχει τόπος πιο σταθερός από εκείνον της παιδικής ηλικίας: θα μας ακολουθεί, ακυρωμένη απ’ τη σκληρότητα του χρόνου όμως για πάντα επίκεντρο του ψυχικού μας βίου, σε όλη την ενήλικη ζωή μας.

 

 

Προηγούμενο άρθροΠαραμύθι χωρίς όνομα: οι πολλές όψεις του
Επόμενο άρθροΠολυάννα, το παιχνίδι της χαράς

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ