Cesare Pavese ,Διάλογοι με την Λευκώ (μτφρ:Γιάννης Η.Παππάς)

0
210

 

του Γιάννη Η. Παππά

Η σύνθεση του έργου απασχόλησε τον Παβέζε από τον Δεκέμβριο του 1945 μέχρι τον Μάρτιο του 1947. Επτά μήνες μετά είδε το φως η πρώτη έκδοση στις εκδόσεις Einaudi. Σε μια επιστολή προς τον ελληνιστή Mario Untersteiner με την ευκαιρία της έκδοσης των Διαλόγων με την Λευκώ ο Παβέζε εξηγεί πράγματι ότι το βιβλίο γεννήθηκε από το ενδιαφέρον του για τον μύθο και την εθνολογία που τον εισήγαγαν σε «παράξενες αναγνώσεις», δηλαδή στο να προσεγγίσει έργα εθνολογίας και πολιτιστικής ανθρωπολογίας όπως εκείνα του Karoly kerenyi, του Lucien Levy-Bruhl και του Ernesto de Martino, τα οποία εκδόθηκαν μετά το 1948 στις εκδόσεις Einaudi. Αυτή την περίοδο ο Παβέζε γνώρισε και την Bianca Garufi[1] με την οποία είχε μια ταραχώδη συναισθηματική και πνευματική σχέση.

Το ενδιαφέρον για τη γυναικεία μορφή υπάρχει ήδη από τον τίτλο του έργου: Λευκοθέα, η «λευκή θεά», είναι το όνομα που πήρε η Ινώ όταν μεταβλήθηκε σε θαλασσινή θεότητα. Η Ινώ ήταν κόρη του Κάδμου. Από το γάμο της με τον Αθάμαντα απέκτησε δύο παιδιά τον Λέαρχο και τον Μελικέρτη. Η Ινώ όμως είχε αδελφή τη Σεμέλη με την οποία ο Δίας απέκτησε ένα γιο που δεν ήταν άλλος από τον θεό Διόνυσο. Όταν πέθανε η Σεμέλη, ο Δίας έδωσε στην Ινώ τον Διόνυσο για να τον αναθρέψει. Παράλληλα ήταν αναγκασμένη να φροντίζει τον Φρίξο και την Έλλη, τα παιδιά του Αθάμαντα από τον πρώτο του γάμο. Μέχρι εδώ η ιστορία κυλάει αρκετά καλά, γιατί από εδώ και στο εξής αρχίζουν οι διάφορες παραλλαγές.

Σύμφωνα με μια άποψη η Ήρα θύμωσε που η Ινώ και ο Αθάμαντας φρόντιζαν το Διόνυσο και για να τους τιμωρήσει τους έκανε να χάσουν τα λογικά τους. Έτσι, ο Αθάμαντας σκότωσε τον πρωτότοκο γιο του Λέαρχο, νομίζοντας πως ήταν ελάφι, την ώρα που η Ινώ έριχνε στο βραστό νερό τον δευτερότοκο γιο της Μελικέρτη. Μετά από αυτό η Ινώ, σαν κατάλαβε τι έκανε, πήρε το πτώμα του Μελικέρτη και ρίχτηκε στη θάλασσα. Εκεί οι θαλασσινές θεές τη λυπήθηκαν και την ίδια τη μεταμόρφωσαν σε Νηρηίδα ενώ ο Μελικέρτης έγινε ο μικρός θεός Παλαίμονας. Από τότε η Ινώ μετονομάστηκε σε Λευκοθέα, Λευκή θεά, δηλαδή η θεά του αφρού των κυμάτων και μαζί με το γιο της τον Παλαίμονα βοηθούσαν τους ναυτικούς την ώρα της θύελλας και τους καθοδηγούσαν.[2]

Η δομή

Το έργο αποτελείται από 27 σύντομους διαλόγους στον καθένα από τους οποίους είναι στην σκηνή ένας μύθος. Οι συνομιλητές είναι πρωταγωνιστές μεσογειακών μύθων λίγο ή πολύ γνωστών και διαλέγονται πάντοτε δύο πρόσωπα.

Τα θέματα της συλλογής είναι: το ενδιαφέρον για τον μύθο και την εθνολογία. Η αντίθεση ανάμεσα στον κόσμο των Τιτάνων (Χάος, άγρια και φυσική ζωή) και σε εκείνων των Θεών του Ολύμπου (Νόμος και τάξη). Οι τελετουργίες και οι προολυμπιακοί μύθοι της γονιμότητας. Η σύνδεση  ανάμεσα στο αίμα, το σεξ, τη ζωή και τον θάνατο.  Η μοίρα, η μνήμη και η ποιητική λέξη.

Οι θεματικοί δεσμοί ανάμεσα στα διαφορετικά κομμάτια της συλλογής είναι συχνά στενοί και πολυάριθμοι. Οι αιτίες βρίσκονται στην ίδια τη φύση των ελληνικών και λατινικών μύθων. Πολλά κλασικά έργα όπως η Θεογονία του Ησιόδου, συγκεκριμένα στοιχεία από τον Όμηρο, τις τραγωδίες του Ευριπίδη, τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου. Με τους διάλογους με την Λευκώ ο Παβέζε ήθελε να συνδεθεί με την ουμανιστική ιταλική παράδοση που ξεκινά από τον Βοκάκιο με το έργο του Genealogia deorum gentilium libri (Βιβλία γενεαλογίας εθνικών θεών) (1360, ανανεωμένη έκδοση 1374) και φτάνει μέχρι τον Ντ’ Ανούντσιο.

Ήδη από τον τίτλο οι διάλογοι με την Λευκώ έχουν το στοιχείο της αμφιβολίας. Σ’ αυτούς βρίσκουμε πολλά αντίθετα ζεύγη (τιτανικό/ολυμπιακό, άνθρωποι/θεοί, μοίρα/ελπίδα κ.λ.π).

Το βασικό θέμα του διαλόγου των θεών, της Νεφέλης δηλαδή με τον Ιξίωνα, είναι η αντίθεση ανάμεσα σε έναν κόσμο στον οποίο «ο νόμος δεν ισχύει», έναν κόσμο φυσικό όπου ακριβώς «ο νόμος είναι ο χιονιάς, η θύελλα, το σκοτάδι» και σε μια νέα τάξη πραγμάτων που δημιουργήθηκε από «ένα χέρι πιο δυνατό» αυτό του Δία νικητή του Κρόνου και των Τιτάνων.

Στην περίπτωση του Ιξίωνα ο νόμος, η απαγόρευση, συνίσταται στο ανυπέρβλητο του ορίου που χωρίζει υπάρξεις διαφορετικής φύσης.

Γι’ αυτό η Νεφέλη τον προειδοποιεί: «Το νερό, ο αέρας, τα βράχια και τα σύννεφα δεν είναι πια δικά σας, δε μπορείτε πια να τα σφίξετε γεννώντας και ζώντας. […] δεν μπορείς πλέον να σμίγεις μαζί μας, και με τις νύμφες των πηγών και των βουνών, με τις κόρες του ανέμου, και τις θεές της γης».

Όμως ο Ιξίωνας θα προσπαθήσει να ξεπεράσει το όριο που χωρίζει τους ανθρώπους από τους Ολύμπιους θεούς. Το αμάρτημα του Ιξίωνα θα είναι λοιπόν η ύβρις απέναντι στους θεούς, όπως συνέβη και με τα μεγάλα αρχετυπικά πρόσωπα, όπως ο Προμηθέας, ο Οδυσσέας ή στην μετέπειτα εποχή ο Φάουστ, ο Δον Κιχώτης, ο Φρανκεστάιν.

 

 

Η Νεφέλη

 

Είναι πιθανόν ότι ο Ιξίωνας[3] έσβησε στα Τάρταρα εξαιτίας της αυθάδειάς του. Αντίθετα είναι λάθος να λέμε ότι τους Κενταύρους τους γέννησε μαζί με τις Νεφέλες, γιατί οι Κένταυροι,[4] την εποχή που παντρεύτηκε ο γιος του, ήταν ήδη λαός. Οι Λάπηθες[5] και οι Κένταυροι κατάγονται από εκείνον τον κόσμο τον τιτανικό, όπου και στα πιο διαφορετικά όντα επιτρεπόταν να σμίγουν και να βγουν-έτσι- στο φως όλα εκείνα τα τέρατα, με τα οποία ο Όλυμπος, θα είναι αμείλικτος.

(Συνομιλεί η Νεφέλη[6] με τον Ιξίωνα)

ΝΕΦΕΛΗ: Υπάρχει ένας νόμος Ιξίωνα, στον οποίο πρέπει να υπακούσουμε.

ΙΞΙΩΝ: Εδώ πάνω ο νόμος δεν φτάνει, Νεφέλη. Εδώ ο νόμος είναι ο χιονιάς, η θύελλα, το σκοτάδι. Κι όποτε βγαίνει η μέρα λαμπερή κι εσύ σκαρφαλώνεις ανάλαφρη στους βράχους, είναι πολύ ωραίο να τον σκέφτεσαι ακόμη.

ΝΕΦΕΛΗ: Υπάρχει ένας νόμος Ιξίωνα, που πριν δεν υπήρχε. Τα σύννεφα τα μαζεύει κάποιο χέρι πιο δυνατό.

ΙΞΙΩΝ: Εδώ δε φτάνει αυτό το χέρι. Και συ η ίδια τώρα που o ουρανός είναι καθαρός γελάς. Και όταν μαυρίζει ο καιρός και σφυρίζει ο αέρας, τί μας νοιάζει εμάς το χέρι που μας χτυπάει σαν σταγόνες; Τα ίδια τάχα δεν συνέβαιναν και στα χρόνια που δεν υπήρχε αφεντικό; Τίποτα δεν έχει αλλάξει πάνω στα βουνά. Έχουμε συνηθίσει πια σε αυτό.

ΝΕΦΕΛΗ: Πολλά πράγματα έχουνε αλλάξει πάνω στα βουνά. Το ξέρει το Πήλιο, το ξέρει η Όσσα με τον Όλυμπο. Το ξέρουν άλλωστε και βουνά ακόμα πιο άγρια.

ΙΞΙΩΝ: Τι άλλαξε λοιπόν, Νεφέλη, πάνω στα βουνά;

ΝΕΦΕΛΗ: Ούτε ο ήλιος, ούτε το νερό Ιξίωνα. Η μοίρα των ανθρώπων έχει αλλάξει. Γιατί υπάρχουν τα τέρατα. Έχει μπει ένα όριο για σας τους ανθρώπους. Το νερό, ο αέρας, τα βράχια και τα σύννεφα δεν είναι πια δικά σας, δε μπορείτε πια να τα σφίξετε γεννώντας και ζώντας. Άλλα χέρια κρατάνε τώρα πια τον κόσμο. Υπάρχει νόμος Ιξίωνα.

ΙΞΙΩΝ: Ποιος νόμος;

ΝΕΦΕΛΗ: Ήδη τον ξέρεις. Η μοίρα σου, το όριο…

ΙΞΙΩΝ: Τη μοίρα μου την κρατώ στο χέρι μου, Νεφέλη,. Τί άλλαξε; Αυτά τα νέα αφεντικά μπορούνε ίσως να μ’ εμποδίσουν να σηκώσω ένα βράχο για παιχνίδι; ή να κατέβω στο πεδίο της μάχης και να πάρω του εχθρού το κεφάλι; Θα είναι αυτοί πιο τρομεροί από την κούραση και τον θάνατο;

ΝΕΦΕΛΗ: Δεν είναι αυτό, Ιξίωνα. Όλ’ αυτά που λες, μπορείς να τα κάνεις και άλλα πολλά ακόμα. Όμως δεν μπορείς πλέον να σμίγεις μαζί μας, και με τις νύμφες των πηγών και των βουνών, με τις κόρες του ανέμου, και τις θεές της γης. Έχει αλλάξει η μοίρα σου.

ΙΞΙΩΝ: Δεν μπορείς τώρα πια… Τί θέλεις να πεις, Νεφέλη;

ΝΕΦΕΛΗ: Θέλω να πω ότι, όποτε θελήσεις, θα κάνεις αντί γι’ αυτό που θέλησες, πράγματα άλλα,… φοβερά. Σαν κι εκείνον που θέλει να χαϊδέψει το σύντροφό του, κι αντί να τον χαϊδέψει, τον πνίγει ή, έστω, το ίδιο κάνει, προλαβαίνει και τον πνίγει ο άλλος.

ΙΞΙΩΝ: Δεν καταλαβαίνω. Δηλαδή, δε θα ξανάρθεις στο βουνό; Θες να πεις ότι με φοβάσαι;

ΝΕΦΕΛΗ: Θα έρθω και στο βουνό κι όπου αλλού μου πεις. Εσύ δεν μπορείς να μου κάνεις τίποτα. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα ενάντια στο νερό και στον άνεμο. Αλλά θα πρέπει να σκύψεις το κεφάλι, Ιξίωνα. Μονάχα έτσι θα σώσεις τη μοίρα σου.

ΙΞΙΩΝ: Φοβάσαι, Νεφέλη;

ΝΕΦΕΛΗ: Ναι, φοβάμαι. Είδα τις κορυφές των βουνών. Μα δεν το ’κανα για μένα, Ιξίωνα. Εγώ δεν μπορώ να υποφέρω. Φοβάμαι για σας που δεν είστε τίποτε άλλο παρά άνθρωποι. Αυτά τα βουνά που κάποτε τα τρέχατε σαν αφεντικά, αυτά τα πλάσματα, που γεννήθηκαν ελεύθερα, τώρα τρέμουν ένα σημάδι. Είμαστε όλοι δούλοι ενός χεριού πιο δυνατού. Οι γιοι του νερού και του ανέμου, οι Κένταυροι, κρύβονται βαθιά μέσα στα δάση. Ξέρουν ότι είναι τέρατα.

ΙΞΙΩΝ: Ποιος το λέει αυτό;

ΝΕΦΕΛΗ: Μην αψηφάς το χέρι, Ιξίωνα. Είναι η μοίρα. Έχω δει τολμηρότερους από όλους εκείνους κι από σένα, να γκρεμίζονται απ’ τα βράχια και να μην πεθαίνουν. Κατάλαβέ με, Ιξίωνα. Ο θάνατος, που ήταν το δικό σας κουράγιο, μπορεί τώρα να σας αφαιρεθεί,… να σας τον πάρουν τον θάνατο, σαν να σας παίρνουν κάποιο πράγμα. Το ξέρεις αυτό;

ΙΞΙΩΝ: Μου το είπες άλλες φορές. Αλλά, και τί έγινε; Θα ζούμε πιο πολύ.

ΝΕΦΕΛΗ: Εσύ παίζεις και δεν γνωρίζεις τους αθάνατους.

ΙΞΙΩΝ: Θα ήθελα να τους γνωρίσω, Νεφέλη.

ΝΕΦΕΛΗ: Ιξίωνα, πιστεύεις ότι οι αθάνατοι είναι σαν κι εμάς, σαν τη Νύχτα, τη Γη ή τον γέρο Πάνα. Είσαι νέος, Ιξίωνα, αλλά έχεις γεννηθεί την εποχή του παλιού πεπρωμένου. Για σένα δεν υπάρχουν τέρατα,…μονάχα σύντροφοι. Για σένα ο θάνατος είναι κάτι που απλά συμβαίνει, σαν τη μέρα και τη νύχτα. Είσαι ένας από μας, Ιξίωνα. Στο χέρι της πράξης είσαι ολόκληρος. Όμως γι’ αυτούς τους αθάνατους, οι πράξεις σου έχουν νόημα που διαρκεί και διαρκεί. Αυτοί τα νιώθουν όλα από μακριά, με τα μάτια, με τα ρουθούνια, τα χείλη. Είναι αθάνατοι, δεν ξέρουν να ζήσουν μόνοι. Ό,τι τελειώνεις ή ό,τι αφήνεις στη μέση, ό,τι λες και ό,τι ζητάς – ό,τι κάνεις και δεν κάνεις, τους ευχαριστεί ή και δεν τους αρέσει. Κι όταν τυχόν τους απογοητεύσεις – αν κατά λάθος τους ενοχλήσεις εκεί πάνω στον Όλυμπό τους – σου ορμούν αμέσως και σου δίνουν τον θάνατο. Τον θάνατο εκείνον που μόνο αυτοί γνωρίζουν, τον θάνατο- εκείνον τον θάνατο που αυτοί γνωρίζουν,  που είναι μια γεύση πικρή που διαρκεί και τη νοιώθεις.

ΙΞΙΩΝ: Που σημαίνει ότι μπορεί κανείς ακόμα να πεθάνει.

ΝΕΦΕΛΗ: Όχι, Ιξίωνα, όχι γιατί από σένα έρχονται και φτιάχνουν κάτι σαν σκιά, μια σκιά όμως που ζητάει πίσω τη ζωή, μια σκιά που δεν πεθαίνει ποτέ.

ΙΞΙΩΝ: Εσύ τους έχεις δει αυτούς τους Θεούς;

ΝΕΦΕΛΗ: Τους έχω δει… Ω Ιξίωνα, δεν ξέρεις τι μου ζητάς…

ΙΞΙΩΝ: Και γω έχω δει μερικούς Νεφέλη. Δεν είναι τρομεροί.

ΝΕΦΕΛΗ: Το ήξερα. Η μοίρα σου είναι σημαδεμένη. Ποιον έχεις δει;

ΙΞΙΩΝ: Πώς μπορώ να το ξέρω; Ήταν ένας νεαρός που πήγαινε ξυπόλυτος στο δάσος. Πέρασε από μπροστά μου, και δεν μου είπε κουβέντα. Έφτασε σ’ έναν βράχο, κι εξαφανίστηκε. Τον έψαχνα ώρες να τον βρω να τον ρωτήσω ποιος ήταν- η απορία και η έκπληξη με κρατούσαν στη γη. Φαινόταν πλασμένος απ’ την ίδια σάρκα με τη δική σου.

ΝΕΦΕΛΗ: Τον είδες μόνο του;

ΙΞΙΩΝ: Τον ξανάδα ύστερα με τις θεές στο όνειρό μου. Ήμουν κι εγώ εκεί, μιλούσα και γέλαγα μαζί τους. Και μου ’λεγαν ό,τι μου λες κι εσύ τώρα,… όμως δίχως φόβο, ούτε να τρέμουν σαν κι εσένα. Κουβεντιάσαμε για τη μοίρα και για τον θάνατο. Μιλήσαμε για τον Όλυμπο, διασκεδάσαμε με τα γελοία τα τέρατα…

ΝΕΦΕΛΗ: Ω Ιξίωνα, Ιξίωνα, η μοίρα σου είναι σημαδεμένη. Τώρα ξέρεις τί πράγμα έχει αλλάξει πάνω στα βουνά. Κι εσύ ο ίδιος έχεις αλλάξει. Και πιστεύεις ότι είσαι κάτι περισσότερο από άνθρωπος.   ^

ΙΞΙΩΝ: Σου λέω, Νεφέλη, πως και εσύ είσαι και αυτές. Γιατί, όμως-τουλάχιστον στο όνειρο- να μην μ’ αρέσουν καθόλου;

ΝΕΦΕΛΗ: Τρελέ, δεν μπορείς να σταματήσεις στα όνειρά σου. Θ’ ανέβεις μέχρι πάνω εκεί, θα τις βρεις. Θα κάνεις κάτι τρομερό. Κι ύστερα θα ’ρθει εκείνος ο θάνατος.

ΙΞΙΩΝ: Πες μου τα ονόματα των θεαινών.

ΝΕΦΕΛΗ: Το βλέπεις ότι το όνειρο δε σου φτάνει πια. Κι ότι πιστεύεις τ’ όνειρό σου ότι είναι πραγματικό; Σε ικετεύω, Ιξίωνα, μην ανέβεις στην κορυφή. Τα τέρατα σκέψου και την τιμωρία. Άλλο απ’ αυτές να βγει μην περιμένεις.

ΙΞΙΩΝ: Απόψε ονειρεύτηκα και κάτι άλλο ακόμα. Ήσουνα κι εσύ, Νεφέλη. Παλέψαμε με τους Κενταύρους. Είχα ένα γιο, ο οποίος ήτανε ο γιος κάποιας θεάς, δεν ξέρω ποιος. Μου φάνηκε πάντως ότι ήταν εκείνος ο νέος που ’χε περάσει από το δάσος. Ήταν πιο δυνατός κι από μένα. Οι Κένταυροι φύγανε, και το βουνό έγινε δικός μας. Εσύ γέλαγες, Νεφέλη. Βλέπεις ότι ακόμα και στο όνειρο, η μοίρα μου  είναι αποδεκτή.

ΝΕΦΕΛΗ: Η μοίρα σου είναι σημαδεμένη. Δε θα μείνουν ατιμώρητα τα μάτια σου που τόλμησαν να κοιτάξουν θεά.

ΙΞΙΩΝ: Ακόμα κι αν κοιτάξανε τη θεά της βελανιδιάς, την κυρά των κορυφών;

ΝΕΦΕΛΗ: Τη μία ή την άλλη, Ιξίωνα δεν έχει σημασία. Μη φοβάσαι, όμως. Εγώ θα μείνω μαζί σου μέχρι το τέλος.

 

[1] Η Bianca Garufi (1918-2006) και ο Cesare Pavese συναντήθηκαν στον εκδοτικό οίκο Einaudi όπου εργαζόταν και οι δύο. Η Bianca Garufi εργάστηκε στην έδρα των εκδόσεων στη Ρώμη ως γραμματέας από το 1944 μέχρι το 1958. Γεννιέται ένα αίσθημα, “κάτι παραπάνω από ένα πάθος”, που τον οδηγεί να ελπίζει ότι η δική τους «ιστορία» δεν «μοιάζει με τις άλλες που [Cesare] τον κάψανε” (Εισαγωγή στην αλληλογραφία σ.VI).

Στην παρέα συμμετείχε και η Natalia Ginzburg, και όλοι μαζί βρισκόντουσαν συχνά για φαγητό για να μιλήσουν για λογοτεχνία. Αρχίζει έτσι μια συνεργασία ωθούμενη κυρίως από την  περιέργεια του Pavese είτε λόγω  της ψυχανάλυσης, αντικείμενο το οποίο η Garufi είχε αρχίσει τότε να το μελετά, είτε λόγω του ενδιαφέροντος και των δύο για τους ελληνικούς μύθους, με τους οποίους η ψυχανάλυση ασχολούνταν συχνά (κυρίως η σχολή του Γιούνγκ).

 

[3] Στην Ελληνική μυθολογία, ο Ιξίωνας ήταν ένας από τους Λάπηθες, βασιλιάς της Θεσσαλίας (με έδρα πιθανόν την Ιωλκό) και γιος του Φλεγύα. Γιος του ήταν ο Πειρίθους. Έλαβε ως σύζυγο τη Δία, θυγατέρα του Δηιονέα ή Δηίονα, υιού του Αιόλου, βασιλέα της Φωκίδας. Υποσχέθηκε στον πεθερό του ένα πολύτιμο δώρο, αθέτησε όμως την υπόσχεσή του. Ο Δηϊονεύς σε αντίποινα έκλεψε μερικά από τα άλογα του Ιξίωνα. Ο τελευταίος απέκρυψε την οργή του και προσκάλεσε τον πεθερό του σε εορταστικό γεύμα στη Λάρισα. Μόλις έφτασε ο Δηϊονέας, ο Ιξίωνας τον δολοφόνησε, σπρώχνοντάς τον στην πυρά. Με τη φρικτή αυτή πράξη, ο Ιξίωνας παραβίασε τον ιερό για τους Έλληνες νόμο της φιλοξενίας, προστάτης του οποίου ήταν ο Ξένιος Ζευς. Οι γειτονικοί άρχοντες, προσβεβλημένοι, αρνήθηκαν να του προσφέρουν άσυλο ή να εκτελέσουν τα τελετουργικά που θα του επέτρεπαν να αποκαθαρθεί από την ενοχή του. Έκτοτε, ο Ιξίωνας κηρύχθηκε εκτός νόμου, έζησε ως απόβλητος και τον απέφευγαν οι πάντες. Σκοτώνοντας τον πεθερό του, έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην Ελληνική μυθολογία που σκότωνε συγγενή του. Η τιμωρία που επέσειε κάτι τέτοιο ήταν τρομερή.

Κάποτε, ο Ιξίωνας, για να ξεφύγει από τους διώκτες του, κατέφυγε ικέτης σε ναό του Δία. Εκείνος συμπόνεσε τον Ιξίωνα, τον συγχώρεσε και μάλιστα τον ανέβασε στον Όλυμπο και τον κάθισε στο τραπέζι των θεών. Δείχνοντας αγνωμοσύνη, ο Ιξίωνας πόθησε τη θεά Ήρα, σύζυγο του Δία. Ο Δίας το αντιλήφθηκε και, για να δει μέχρι ποιου σημείου έφτανε η αγνωμοσύνη του Ιξίωνα, έδωσε τη μορφή της Ήρας στην Νεφέλη (σύννεφο – θεότητα) και ξεγέλασε τον Ιξίωνα ώστε να ζευγαρώσει μαζί της. Από την ένωση αυτή προήλθε το γένος των Κενταύρων (εξ ου και η ονομασία Ιξιωνίδες). Ο Ιξίωνας τότε κεραυνοβολήθηκε και αποβλήθηκε από τον Όλυμπο. Ο Δίας διέταξε τον Ερμή να δέσει τον Ιξίωνα με φίδια σ’ έναν φλεγόμενο τροχό. Έτσι δεμένος, ο Ιξίωνας περιφέρεται αιώνια στον Τάρταρο.

Ο μύθος του Ιξίωνα μνημονεύεται από τον Αριστοτέλη, Περί Ουρανού, τον Διόδωρο Σικελιώτη, τον Πίνδαρο, τον Βιργίλιο (Γεωργικά, 4 και Αινειάδα, 6), καθώς και από τον Οβίδιο στις Μεταμορφώσεις, 12.

[4] Για τους Κενταύρους, η Εγκυκλοπαίδεια «Μαλλιάρης-παιδεία», μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής:

«Κένταυροι. Άγρια φυλή, άνθρωποι από τη μέση και πάνω και άλογα στο υπόλοιπο σώμα τους. Ζούσαν στο Πήλιο και έτρωγαν ωμό κρέας. Κατάγονταν από τον Ιξίωνα και τη Νεφέλη, από την οποία γεννήθηκε ο πρώτος Κένταυρος. Από τη μυθολογία γνωστή είναι η μάχη Κενταύρων και Λαπήθων, η κενταυρομαχία. Ο βασιλιάς των Λαπήθων Πειρίθους κάλεσε τους Κενταύρους να παρευρεθούν στο γάμο του με την Ιπποδάμεια. Εκείνοι, ασυνήθιστοι στο κρασί, ήπιαν, μέθυσαν και επιτέθηκαν κατά της Ιπποδάμειας και των άλλων γυναικών. Ακολούθησε μάχη στην οποία πήρε μέρος και ο Θησέας, που ήταν ανάμεσα στους προσκαλεσμένους. Οι Λάπηθες άλλους από τους Κενταύρους σκότωσαν και άλλους τους ανάγκασαν να φύγουν από τη Θεσσαλία.

[5] Στην Ελληνική Μυθολογία οι Λάπηθες αναφέρονται ως μυθολογικά όντα ίδιας καταγωγής με τους Κενταύρους από τους οποίους και χωρίστηκαν μεταγενέστερα από τους ποιητές αποδίδοντάς τους ανθρώπινη μορφή και παρουσία ως αρχαίου πραγματικού λαού, πολεμικού και ανδρειωμένου που αφού εξεδίωξαν τους Περραιβούς από τη Θεσσαλία εγκαταστάθηκαν στην παρά τις όχθες του Πηνειού πεδιάδα. Μπορεί όμως να πρόκειται και για αρχαιότατο λαό εγκατεστημένο από την αρχή εκεί, που πολεμούσε κατά των διαφόρων κάθε φορά εισβολέων και τελικά εξοντώθηκε από τους Δωριείς.

[6] Στην ελληνική μυθολογία, η Νεφέλη σχετίζεται με το μύθο του Φρίξου και της Έλλης.

Η Νεφέλη υπήρξε η θεά της Φιλοξενίας, ήταν Ωκεανίδα, παρόλο που ευρύτερα γνωστός γι’ αυτήν ήταν ο Δίας.

Σύμφωνα με τον μύθο την δημιούργησε ο Δίας δίνοντάς της την μορφή της Ήρας προκειμένου να ξεγελάσει τον Ιξίωνα. Από την ένωσή τους γεννήθηκαν οι Κένταυροι, τους οποίους βοήθησε η Νεφέλη στη συμπλοκή τους με τον Ηρακλή.

Η Νεφέλη παντρεύτηκε τον βασιλιά Αθάμαντα, ο οποίος αργότερα ξαναπαντρεύτηκε την Ινώ. Τα παιδιά του από τον πρώτο του γάμο, ο Φρίξος και η Έλλη, αποτέλεσαν αντικείμενο μίσους από την Ινώ, η οποία ήθελε να δει στο θρόνο τους δικούς της γιους, Λέαρχο και Μελικέρτη. Η Ινώ κατάφερε να πείσει τις γυναίκες να βράσουν κρυφά από τους άντρες τους το σιτάρι που είχαν για σπορά, με αποτέλεσμα να πέσει πείνα στη χώρα. Ο βασιλιάς απελπισμένος ζήτησε την βοήθεια του Μαντείου των Δελφών, αλλά η Ινώ δωροδόκησε τους κομιστές του χρησμού λέγοντας ότι για να εξαγνιστεί το κακό έπρεπε να θυσιαστεί ο Φρίξος. Την τελευταία στιγμή η Νεφέλη έστειλε στο βωμό ένα φτερωτό χρυσό κριάρι, το οποίο έσωσε τα δυο της παιδιά και τα απομάκρυνε πετώντας πάνω από τη θάλασσα. Η Έλλη όμως έπεσε στα νερά και χάθηκε κι από τότε η θάλασσα σε εκείνο το σημείο πήρε το όνομα Ελλήσποντος, ενώ ο Φρίξος έφτασε ως την Κολχίδα, όπου χάρισε το κριάρι με το χρυσόμαλλο δέρας στον βασιλιά Αιήτη και παντρεύτηκε την κόρη του, Χαλκιόπη.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here