Bernardine Evaristo, Κορίτσι, Γυναίκα, Άλλο: κατάφαση στη ζωή και στο συνανήκειν (της Ανδρονίκης Τασιούλα)

0
440

Bernardine Evaristo,1]: μια μυθιστορηματική επιτέλεση κατάφασης στη ζωή και στο συνανήκειν.

της Ανδρονίκης Τασιούλα (*)
  1. Πέραν της καθήλωσης στο τραύμα

Η Bernardine Evaristo στο μυθιστόρημα Κορίτσι, Γυναίκα, Άλλο (2019) αφηγείται τις ιστορίες αντίστασης, κοινότητας και αυτενέργειας δώδεκα μαύρων ή μιγάδων γυναικών πολλών διαφορετικών ηλικιών, τάξεων, έμφυλων επιτελέσεων και σεξουαλικοτήτων. Πρόκειται για αφηγήσεις μεταποικιακότητας – postcoloniality που αφορούν μεταναστευτικές εμπειρίες απο-αποικιοποιημένων υποκειμένων δεύτερης και τρίτης γενιάς στο μητροπολιτικό Λονδίνο με καταγωγή από τις πρώην βρετανικές αποικίες. Στον αντίποδα του ανδρικού λευκού ετεροφυλόφιλου αστικού υποκειμένου της πρώην βρετανικής αυτοκρατορίας που αυτο-αναπαρίσταται ως θεμελιώδης οικουμενικός φορέας της δυτικής νεωτερικότητας, η Evaristo εξιστορεί εμπειρίες γυναικών και queer υποκειμένων, άλλα από τα οποία είναι εργάτριες, άλλα καλλιτέχνιδες, άλλα τραπεζικά στελέχη, ενώ ηλικιακά καλύπτουν όλο το φάσμα, από τη μη δυαδική έφηβη έως την ενενηντατριάχρονη προγιαγιά της που δεν έχει φύγει ποτέ από τη φάρμα της. Στον αφηγηματικό κόσμο της Evaristo η ετερότητα μετατρέπεται σε “κανονικότητα”.

Η Evaristo, λοιπόν, από την οπτική γωνία των παρυφών του λεγόμενου Πρώτου Κόσμου αναπαριστά μεταποικιακά υποκείμενα που, παρότι βρίσκονται εντός της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής ανισότητας και των φυλετικών, έμφυλων και ταξικών διακρίσεων, υποκειμενοποιούνται μέσω μιας εμπρόθετης δράσης που οδηγεί στην κοινωνική κινητικότητα και την απο-περιθωριοποίηση. Παρά τη δυσκολία της αρχικής τους συνθήκης και τη μεταιχμιακή τους θέση στο κατώφλι του παρία, τα «παράξενα» υποκείμενα της Evaristo προβάλλουν την αξίωση για αυτονομία, ζωή και συνανήκειν. Αντιστέκονται στις κυρίαρχες ρυθμιστικές και πειθαρχικές νόρμες που τείνουν να τα εξωθήσουν στο χώρο του κοινωνικά αδιανόητου ή/και αβίωτου και όχι μόνο επιβιώνουν, αλλά επιτυγχάνουν με όρους επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής καταξίωσης.

 

  1. Ιστορικοποίηση των μεταποικιακών αφηγήσεων

Έτσι η Κάρολ, που έμενε σε μια φτωχική εργατική περιοχή με πολλούς μετανάστες απ’ όλο τον κόσμο, παρότι υπέστη έναν ομαδικό βιασμό στην ηλικία των δεκατριών ετών, παραμέρισε (ή υπερέβη) το τραύμα και διοχέτευσε όλη της την εμπρόθετη δράση στο να σπουδάσει μαθηματικά στην Οξφόρδη, να γίνει στέλεχος και στη συνέχεια αντιπρόεδρος σε τράπεζα. Η μητέρα της, η Μπούμι, παρότι είχε σπουδάσει μαθηματικά στο πανεπιστήμιο του Ιμπαντάν στη Νιγηρία και μετανάστευσε στην Αγγλία για να βρει δουλειά που να ταιριάζει στις σπουδές της, έγινε καθαρίστρια. Η απόφασή της να ιδρύσει δική της εταιρεία καθαρισμού για να προσφέρει στην κόρη της καλύτερη ζωή υλοποιήθηκε μέσω μιας σεξουαλικής «συναλλαγής» με τον πάστορα της ενορίας της, προκειμένου να πάρει το απαιτούμενο δάνειο. Η μητέρα της Μπούμι έφυγε από το Δέλτα του Νίγηρα, όταν ο άντρας της ανατινάχθηκε ενώ διύλιζε ντίζελ παράνομα, για το Λάγος, όπου βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο, ως η μοναδική γυναίκα, μέχρι που σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα όταν η Μπούμι ήταν δεκαπέντε χρονών.

Η Evaristo, μέσω διαγενεακών αφηγήσεων σαν την παραπάνω ιστορικοποιεί τις εμπειρίες που αποκομίζουν οι ηρωίδες της τόσο από την αποικιοκρατία όσο και από την απο-αποικιοποίηση. Οι εκτοπισμοί, η διεθνικότητα και οι τρόποι με τους οποίους δημιουργήθηκε η λεγόμενη φιλελεύθερη μητροπολιτική πολυπολιτισμικότητα ενσωματώνονται στις ιστορίες των ηρωίδων. Καθίσταται έτσι φανερή η σχέση του παρόντος με την αποικιοκρατία, οι συνέχειες δηλαδή της αποικιοκρατίας μέσα στην μεταποικιακή συνθήκη. Η μεταποικιακότητα στο έργο της Evaristo δεν αφορά ένα πάγωμα στον χρόνο, τη συγχρονία μιας περαιωμένης ιστορικότητας, ένα «έπειτα από» την αποικιοκρατία, αλλά αφορά την ιστορικοποίηση της νεωτερικότητας, διατηρεί το αρχείο της αποικιοκρατίας ανοιχτό.  Είναι μια σπουδή μέσα από ιστορίες προσώπων του τι «έρχεται μετά» από την ιστορική κατάρρευση της αποικιοκρατίας και ένας αφηγηματικός αναστοχασμός αυτού του «μετά».

 

  1. Ενσυνειδητότητα από πλευράς των υποκειμένων της θέσης[2] τους

Τα μεταποικιακά υποκείμενα της Evaristo συγκροτούνται αφηγηματικά με τέτοιον τρόπο, ώστε να διαχειρίζονται συνειδητά τις συνθήκες πολυπολιτισμικότητας που τα διέπουν και τις δυνατότητες αυτοπροσδιορισμού και γνώσης που αυτές τους προσφέρουν. Ο αναστοχασμός πάνω στην ίδια τους τη θέση με εργαλείο τη φεμινιστική και μεταποικιακή γνώση που τους είναι διαθέσιμη στο μητροπολιτικό Λονδίνο αποτελεί κομμάτι της ταυτότητάς τους. Έτσι η Ντόμινικ ξεκοκαλίζει όρθια φεμινιστικά βιβλία, καθώς δεν έχει λεφτά να τα αγοράσει, «στο Sisterwrite, το φεμινιστικό ριζοσπαστικό βιβλιοπωλείο στο Ίστλινγκτον, όπου όλες ανεξαιρέτως οι συγγραφείς όλων ανεξαιρέτως των βιβλίων ήταν γυναίκες» [27]. Οι δεκαεννιάχρονες φίλες Γιάζ και Κόρτνεϊ, εκ των οποίων η πρώτη είναι μαύρη και σπουδάζει Αγγλική Φιλολογία και η δεύτερη λευκή και σπουδάζει Αμερικανικά Θέματα συζητούν στο πλαίσιο του πανεπιστημιακού τους μαθήματος «Φύλο, Φυλή και Τάξη» πώς τα προνόμια και οι διασταυρώσεις φυλής και τάξης εφαρμόζονται στις ίδιες, ενώ η τρίτη «κολλητή» της παρέας, η Γουόρις, Σομαλή μουσουλμάνα που σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες, επιτελεί με τον δικό της προσωπικό τρόπο την πολιτισμική – έμφυλη, φυλετική, θρησκευτική – ταυτότητά της: «λέει ναι στη χιτζάμπ και στο σεξ εκτός γάμου, όχι στο ποτό και στο χοιρινό» [96]. «… ξέρω ότι θα είναι δύσκολα τα πράγματα όταν βγω στην αγορά εργασίας αλλά ξέρεις κάτι, Γιάζ; Δεν είμαι θύμα, μη μου φέρεσαι σαν να ΄μαι θύμα, η μάνα μου δεν με μεγάλωσε να είμαι θύμα» [103-4], λέει στη φίλη της όταν εκείνη εκφράζει ενσυναίσθηση για τον ρατσισμό που υφίσταται η Γουόρις. Έχοντας συνείδηση της θέσης τους, αλλά και θεωρητική γνώση αυτής, τα υποκείμενα της Evaristo αρνούνται να παραμείνουν στη θέση τους, αυτή που τους επιφυλάσσει η δυτική νεωτερικότητα ακόμη και στην καλύτερή της εκδοχή: αυτή του πολίτη δεύτερης κατηγορίας.

 

  1. Συλλογικοποίηση με όρους κοινότητας

 

Εκτός από την αφηγηματική απομάκρυνση των ηρωίδων από την επικράτεια του καθηλωτικού τραύματος και την αναπαράστασή τους ως μεταποικιακά υποκείμενα που έχουν συνείδηση, αλλά και θεωρητική γνώση της μεταποικιακής τους κατάστασης, ένας άλλος τρόπος με τον οποίο αποσταθεροποιείται η υποκειμενικότητα του παρία στο μυθιστόρημα και αποθυματοποιούνται τα μεταποικιακά υποκείμενα είναι μέσω της μετατόπισης από το ατομικό στο συλλογικό. Οι υποκειμενικότητες της Evaristo αποτελούν μέλη κοινοτήτων, με τις οποίες μοιράζονται συλλογικά τη συνθήκη της ενδεχόμενης περιθωριοποίησης και ευαλωτότητας και οι οποίες λειτουργούν ως ασπίδες προστασίας, όπως η παρέα των «κολλητών» της Γιάζ στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω.

Στην ιστορία της/του Μέγκαν/Μόργκαν, το δίκτυο υποστήριξης του queerness της/του ηρωίδας/ήρωα επεκτείνεται από την οικογένεια και τη σύντροφο έως την παγκοσμιοποιημένη τεχνολογικά κοινότητα και τα κοινωνικά δίκτυα. H Μέγκαν, γεννημένη τη δεκαετία του 1990, «λίγο Αιθίοψ, λίγο Αφροαμερικάνα, λίγο Μαλάουι και λίγο Αγγλίδα» [447] αδυνατούσε από μικρή να επιτελέσει τη θηλυκότητά της με τον προσδοκώμενο τρόπο. Στην εφηβεία της, αναζητώντας τον εαυτό της, ξεκίνησε να ανταλλάσσει μηνύματα σε διαδικτυακές κοινότητες ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, ώσπου γνωρίστηκε με την Μπίμπι, μία τρανς γυναίκα που μύησε την Μέγκαν στον φεμινισμό και την πολυπλοκότητα και διαθεματικότητα του φύλου. Στη συνέχεια το[3] Μόργκαν αυτοπροσδιορίστηκε ως άτομο ουδέτερο ως προς το φύλο – gender free και προχώρησε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης στήθους. Τόσο η εξοικείωση με τη φεμινιστική και queer θεωρία, όσο και η βιωμένη εμπειρία φύλου του Μόργκαν το οδήγησαν σε μια απολύτως προσωπική επιτέλεση του φύλου του. Δημιούργησε το προφίλ «@transwarrior90» στο twitter, αρχικά «για να καταγράψει τη διαδρομή του από αγοροκόριτσο σε μη δυαδικό άτομο» [477] και στη συνέχεια για να καταγράφει ευρύτερα θέματα τρανς, φύλου, φεμινισμού και πολιτικής. Εξελίχθηκε σε influencer και κριτικό θεάτρου, ενώ έδινε διαλέξεις σε πανεπιστήμια σχετικά με την επιτέλεση φύλου.

H Evaristo κατασκευάζει τις αφηγήσεις της με τρόπο που τα «άλλα» υποκείμενα να μην συνθλίβονται από το κυρίαρχο παράδειγμα. Το Μόργκαν όχι μόνο επιβιώνει, αλλά «βρίσκει τον εαυτό του». Η σφαίρα του κοινωνικού διευρύνεται ώστε να το συμπεριλάβει με ολόκληρη την υποκειμενικότητά του. Οι πτυχές της υποκειμενικότητάς του που το καθιστούσαν ευάλωτο, το queerness,  το blackness και η ταξικότητά του δεν αποτελούν στη μυθοπλασία της Evaristo αιτία εξόντωσής του, όπως έχουμε συνηθίσει να συμβαίνει στις αναπαραστάσεις μεταιχμιακών υποκειμενικοτήτων στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Η ετερότητά του λογοθετείται με τέτοιους τρόπους από τη συγγραφέα, ώστε να αποσταθεροποιείται και να αποδομείται το τυπικό δείγμα του «άλλου» που αφανίζεται υπό το βάρος των πολλαπλών αποκλεισμών.

 

 

  1. Πέραν κάθε ουσιοκρατικής ταυτότητας

Τα υποκείμενα της Evaristo ανατρέπουν διαρκώς κάθε οριενταλιστική τυπολογία ετερότητας που έχει επιφυλάξει για αυτά ο ηγεμονικός δυτικοκεντρικός λόγος. Η συνθήκη καθεμιάς από τις ηρωίδες τελεί υπό διαρκή ρευστότητα. Η αφήγηση αποδομεί μεθοδικά κάθε ταυτότητα που τείνει να παγιοποιηθεί ακόμη κι αν αυτή συγκροτείται στη βάση της αποσταθεροποίησης μιας κανονιστικής νόρμας. Διαφεύγοντας κάθε στερεοτυπικής περιγραφής, οι ηρωίδες δεν υποκειμενοποιούνται ως οι «άλλες γυναίκες». Η αναπαράστασή τους δεν αναπαράγει πολιτισμικές ιδιοτυπίες (particularisms) «μη δυτικών υποκειμένων», ούτε εξωτικοποιεί ή υποστασιοποιεί εορταστικά[4] τις «πολιτισμικές διαφορές» τους. Τα υποκείμενα της Evaristo συγκροτούνται αφηγηματικά σε όλη τους την πολλαπλή ετερογένεια και ενδεχομενικότητα.

Αντίστοιχα, η λογική της δυτικής νεωτερικότητας δεν ανάγεται σε ένα καθεστώς μονόδρομης και εξαναγκαστικής κυριαρχίας πάνω σε αδρανή σώματα, αλλά σε μηχανισμούς παραγωγής συναίνεσης, πειθαρχικής αμοιβαιότητας και αμφιθυμίας.[5] Για παράδειγμα, η Κάρολ μετά το τέλος του πρώτου τριμήνου των σπουδών της στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης επέστρεψε  σπίτι της απογοητευμένη και αποφασισμένη να εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο, καθώς, παρότι τα κατάφερνε με τα μαθήματα ένιωθε ότι δεν ανήκε στο περιβάλλον ενός πανεπιστημίου με λευκή ανδρική αποικιοκρατική παράδοση. Η Μπούμι, η μητέρα της, της έβαλε τις φωνές και επικαλέστηκε τη δύναμη της φυλής τους και τις επιτυχίες επώνυμων μαύρων γυναικών για να την ενδυναμώσει να συνεχίσει τις σπουδές της. Η Κάρολ πράγματι συνέχισε τις σπουδές της, το επόμενο όμως τρίμηνο επέστρεψε σπίτι της από την Οξφόρδη «μιλώντας με τη μύτη […] αντί να χρησιμοποιεί τις δυνατές δονήσεις της νιγηριανής φωνητικής της δύναμης [και] κοίταζε υπεροπτικά το ζεστό διαμερισματάκι τους θαρρείς και τώρα ήταν στάβλος» [227-8].  Η Κάρολ απέκτησε νέο κοινωνικό κύκλο που αποτελούνταν από άτομα εύπορα, μορφωμένα και πετυχημένα και «διορθώθηκε ώστε να γίνει όχι ακριβώς αυτοί, απλώς λίγο περισσότερο σαν αυτούς» [208]. Παντρεύτηκε τον Φρέντυ, έναν πλούσιο λευκό Άγγλο απογοητεύοντας τη μητέρα της ως προς τη συνέχιση της αφρικανικής κουλτούρας τους. Με άλλα λόγια, μέσα από τις πολυσθενείς σχέσεις μεταξύ των σύγχρονων μεταποικιακών υποκείμενων και της δυτικής νεωτερικής λογικής παράγονται μύχιες συναινέσεις, αμφιθυμία και ενδεχομενικότητα.

Οι γυναίκες της Evaristo εμπίπτουν στον ορισμό της Chandra Talpade Mohanty για τις γυναίκες του Τρίτου Κόσμου, σύμφωνα με τον οποίο αυτές ορίζονται όχι στη βάση των διαιρέσεων του φύλου, του χρώματος, της τάξης, της θρησκείας, της σεξουαλικότητας και του έθνους, αλλά «πολιτικά», με όρους αντίστασης σε καθημερινή βάση σε μορφές επιβολής τόσο φανερής όσο και αφανούς. Οι γυναίκες της Evaristo αντιστέκονται και αποδιαρθρώνουν το κανονιστικό ιεραρχικό δίπολο μεταξύ λευκών, δυτικών, προοδευτικών, μορφωμένων και μη δυτικών, οπισθοδρομικών, παραδοσιακών, που ορίζει τη θέση των «άλλων» γυναικών με βάση την υπανάπτυξη, τις καταπιεστικές παραδόσεις, τον υψηλό αναλφαβητισμό, τη φτώχεια και τον θρησκευτικό φανατισμό. Το αίσιο αφηγηματικό τέλος κάθε μίας από τις ηρωίδες ανατρέπει τη συρρίκνωση, τη συσκότιση, την αορατοποίηση και την απάλειψη του νοήματος της καθημερινής, ρευστής, ιστορικής και δυναμικής ποιότητας της ζωής τους.[6]

 

  1. Μια αφηγηματική τεχνική επιτέλεσης της ακουστότητας των «άλλων»

Μία συνθήκη για να γίνουν ακουστές οι «άλλες γυναίκες» είναι μέσω μιας αφηγήτριας που έχει η ίδια «γνώση από θέση» – situational knowledge, που έχει δηλαδή βρεθεί στη θέση του γυναικείου, queer, εργατικής τάξης, μεταποικιακού υποκειμένου. Ο τρόπος αναπαράστασης των «άλλων» που ούτε τις εξωτικοποιεί, ούτε τις αφανίζει ως παρίες ούτε περιφέρει εορταστικά τις πολιτισμικές τους διαφορές στηρίζεται στη φεμινιστική μεθοδολογία σύμφωνα με την οποία το συγγραφικό υποκείμενο δεν απαλείφεται από το κείμενο, ως παράγοντας που επηρεάζει την υποτιθέμενη αντικειμενικότητά του, αλλά εγγράφεται το ίδιο σε αυτό. Στην περίπτωση της Evaristo, η συγγραφέας ως άτομο γένους θηλυκού, εργατικής τάξης και έγχρωμο μοιράζεται με τις ηρωίδες της μια σειρά από κοινές ταυτότητες, επομένως και βιωμένες εμπειρίες. Η Evaristo ξεκίνησε την επαγγελματική της καριέρα ιδρύοντας το «Θέατρο των Μαύρων Γυναικών», μια συνεργασία πέντε μαύρων γυναικών, με σκοπό τη διερεύνηση της φυλής και του φύλου, τις ιστορίες των μαύρων γυναικών και την εκπροσώπηση των τελευταίων στο θέατρο, καθώς αντιμετώπιζαν τον θεσμικό ρατσισμό. Μέσα από αυτή τη διεργασία η Evaristo, όπως γράφει η ίδια στο αυτοβιογραφικό Μανιφέστο[7] της, απέκτησε φεμινιστική συνείδηση.

Έτσι η Evaristo φαίνεται να γράφει όχι για τις ηρωίδες της, ούτε εξ ονόματός τους, αλλά μαζί με αυτές. Οι γυναίκες στο Κορίτσι, Γυναίκα, Άλλο δεν αποτελούν το αντικείμενο του βλέμματος ενός υπεράνω αφηγηματικού υποκειμένου, έξω από τη δική τους θέση. Μία, μεταξύ άλλων, αφηγηματική τεχνική, με την οποία επιτυγχάνεται το μαζί συγγραφέα – ηρωίδων είναι το ότι η συγγραφέας εναλλάσσει στην ίδια κειμενική ενότητα ισοδύναμα και χωρίς ιεραρχία τον τριτοπρόσωπο λόγο του αφηγηματικού υποκειμένου με τον ευθύ λόγο των ηρωίδων, όπως φαίνεται για παράδειγμα στο παρακάτω απόσπασμα, όπου η Ντόμινικ μεταφέρει στη φίλη της Άμα την εμπειρία της από μια δραματική σχολή:

«όταν με δέχτηκαν σε μια πολύ ορθόδοξη δραματική σχολή, είχα ήδη πολιτικοποιηθεί και τους αμφισβητούσα για τα πάντα, Άμα η μόνη έγχρωμη σε ολόκληρη τη σχολήζήτησε να μάθει γιατί οι αντρικοί ρόλοι στον Σαίξπηρ δεν μπορούσαν να παιχτούν από γυναίκες και μη με ρωτάς καν για κάστινγκ ανεξαρτήτως φυλής, έβαλε τις φωνές στον καθηγητή ενώ όλοι οι άλλοι, ανάμεσά τους και οι γυναίκες φοιτήτριες, έμεναν σιωπηλοί κατάλαβα ότι ήμουν μόνη» [28]

Στο παραπάνω απόσπασμα συμβαδίζουν εναλλάξ και χωρίς διακριτικά στίξης ο ευθύς λόγος της Ντόμινικ και ο ευθύς πλάγιος λόγος της Ντόμινικ εκφρασμένος από πλευράς του αφηγηματικού υποκειμένου: «όταν με δέχτηκαν […] είχα […] πολιτικοποιηθεί και τους αμφισβητούσα» – «ζήτησε να μάθει» – «μη με ρωτάς» – «έβαλε τις φωνές» – «κατάλαβα ότι ήμουν μόνη». Ηρωίδα της αφήγησης και αφηγηματικό υποκείμενο αφηγούνται την ιστορία μαζί, χωρίς η μία να είναι σε πιο προνομιούχα, αφηγηματικά, θέση από την άλλη. Η Evaristo, από την ίδια θέση με τις γυναίκες – υποκείμενα των αφηγήσεών της δημιουργεί τον χώρο ακουστότητάς τους. Δεν τις τοποθετεί σε συνθήκες υποτέλειας, αλλά τις περιπλέκει σε δίκτυα σύνθετων και δυναμικών τρόπων αλληλεπίδρασης με τον κόσμο των κυρίαρχων, ώστε να μπορούν να μετατρέψουν την αρχική τους συνθήκη αναμενόμενου αποκλεισμού σε απρόβλεπτη δράση ανάκτησης και αποκατάστασης της υποκειμενικότητάς τους.

Συμπερασματικά, το Κορίτσι, Γυναίκα, Άλλο δεν ανήκει στην επικράτεια του μεταμοντέρνου αφηγηματικού θρυμματισμού, κατακερματισμού και αποσπασματικότητας των αναπαριστώμενων εμπειριών. Με ηρωίδες συγκροτημένες και συνειδητές γνώστριες της πολιτισμικής τους θέσης και των τρόπων που σε αυτήν διασταυρώνονται φυλή, τάξη, φύλο, σεξουαλικότητα, εκφέρουν λόγο, ο οποίος πληροφορείται από τη φεμινιστική και τη μεταποικιακή θεωρία. Οι αφηγήσεις τους, έτσι, επιτελούν την ανάδυσή τους ως ομιλούντων υποκειμένων που αξιώνουν την αντίσταση στις συνθήκες υποτέλειας μέσα από ένα ευρύ φάσμα ποικιλόμορφων πρακτικών: αποφυγή, απείθεια, ανυπακοή, προσαρμογή, στρατηγική προσωρινή υποταγή, δημιουργία δικτύων φιλίας, αγάπης, συντροφικής αλληλεγγύης.

 

[1] Bernardine Evaristo, Κορίτσι, Γυναίκα, Άλλο, μτφρ. Ρένα Χατχούτ, Αθήνα, Gutenberg, 2020.

[2] Η έννοια της θέσης – location προέρχεται από το επιδραστικό για τη φεμινιστική θεωρία άρθρο της Adrienne Rich «Notes toward a Politics of Location» στο Blood, Bread and Poetry: Selected Prose 1979-1985, Νέα Υόρκη, W.W. Norton and Co, 1986, σ. 210-223, όπου προβληματοποιείται η γεωγραφική, ταξική, έμφυλη, σεξουαλική, ιδεολογική, θρησκευτική κ.ο.κ. θέση μιας υποκειμενικότητας ως το πλαίσιο που καθορίζει τόσο την εμπρόθετη δράση όσο και τους λόγους της.

[3] Στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο χρησιμοποιούνται ως gender neutral αντωνυμίες τα they/them. Εδώ ακολουθούμε την πρόταση της ελληνικής μετάφρασης, που χρησιμοποιεί την ουδέτερη οριστική αντωνυμία.

[4] Αθηνά Αθανασίου, Μίνα Καραβαντά, Ιωάννα Λαλιώτου, Πηνελόπη Παπαηλία,  Αποδομώντας την Αυτοκρατορία: Θεωρία και πολιτική της μεταποικιακής κριτικής. Αθήνα, Νήσος, 2016, σ. 14.

[5] Ό.π., σ. 15-6.

[6] Chandra Talpade Mohanty, Φεμινισμός χωρίς σύνορα: Αποαποικιοποίηση της θεωρίας και αλληλεγγύη στην πράξη, επιμ.: Σ. Παπασταθόπουλος, μτφρ.: Ε. Μπούρου και Τ. Στάικου, Αθήνα, Oposito, 2021, σ. 80-1.

[7] Bernardine Evaristo, Μανιφέστο: Πώς να μην τα παρατάς ποτέ, επιμ.: Ζωή Μπέλλα-Αρμάου, μτφρ.: Ρένα Χατχούτ, Αθήνα, Gutenberg, 2022.

 

(*) Η Ανδρονίκη Τασιούλα είναι ΜΑ Νεοελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ

 

Προηγούμενο άρθρο«Εγίνηκα, μανά»: Το Βουνί, Λουίζας Παπαλοΐζου  (της Δήμητρας Δημητρίου)
Επόμενο άρθροΑντιμιλώντας στον Καβάφη (του Χρήστου Τσιάμη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ