Άυλα τιμαλφή (του Ηλία Καφάογλου)

0
141

 

του Ηλία Καφάογλου

«Άτυχος, ατάλαντος, άτολμος, αδέξιος και αφανής», εκ γενετής προσγειωμένος, «ένας τέλεια θλιμμένος άνθρωπος», ο Μιχάλης Τσιούλης, του Πολυχρόνη, ογδοντάρη  στο παρόν της αφήγησης, συνταξιούχου δάσκαλου στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, κατοίκου Αγρινίου, όπου ο Μιχάλης τελείωσε το Γυμνάσιο το 1970,  κομμουνιστή  και χήρου, και της Όλγας, το γένος Λαλέ. Ο ήρωας/αντιήρωας της Καρυστιάνη είναι γεννημένος την ίδια χρονιά με τη συγγραφέα (1952), είναι, λοιπόν,  53 χρόνων το 2005, οπότε η Καρυστιάνη πιάνει να ξετυλίγει το νήμα της αφήγησής της. Η «ζωή μου δεν έχει ενδιαφέρουσα ροή, με εκπλήξεις και ανατροπές, όπως λέγονται, τα γεγονότα είναι μικρογεγονότα και δεν τρέχουν αχαλίνωτα, η ζωή μου φυτοζωεί. Και να την αφηγηθώ όσο πιο σφιχτή γίνεται, πάλι δεν θα λέει, σπινθήρας πουθενά. Όσοι αντέξουν να την ακούσουν, θα το ρίξουν στο χασμουρητό, ζωή-τίλιο. Κάποιο πονηρεμένοι με τα προσκυνήματά μου [θα δούμε σε λίγο τα σχετικά] μπορεί να κάνουν τον κόπο να αναρωτηθούν πώς και δεν είμαι από χρόνια στο τρελάδικο, εκεί που ο κάθε εντοιχισμένος είναι και δεν είναι ύπαρξη. Σαν Μιχάλης Τσιούλης δεν κάνω για πρωταγωνιστής, είναι οριστικό, αυτή μία σκέψη και μετά μία επόμενη, οι ταινίες όπου οι κομπάρσοι είναι πιο σημαντικοί από τα πρώτα ονόματα, πιχί οι  Τέσσερις μέρες στη Νάπολη». Τα γεγονότα της ζωής του Μιχάλη, λοιπόν, είναι μικρογεγονότα,  «ψιλά γράμματα», ασήμαντα πράγματα, λεπτομέρειες  στην Ιστορία και στον βίο των ανθρώπων, από αυτά που σε ψιλοκουβέντες σχολιάζονται.

Ο Μιχάλης Τσιούλης, «ούτε πιο μικρός ούτε πιο μετά είχε ακούσει για πάρτη του το, σκόρδο-σκόρδο και φτου να μην αβασκαθείς. Άδικο μάλλον γιατί τα περισσότερα επί μέρους  υλικά ήταν καλής ποιότητας, το σύνολο όμως κάπου έπασχε κι έβγαινε άχαρος. Λοιπόν. Ψηλός, αδύνατος, μεγάλα μπλαβογκριζοπράσινα μάτια, μεγάλα αυτιά με σκουροπράσινο ρέλι στα περίγραμματά τους, επιδερμίδα κάπως ξέξασπρη και σαν πανιασμένη, σγουρά, ολοστρόγγυλα μαλλιά, στενοί ώμοι και μεγάλες δρασκελιές, οι τρεις δικές του έξι των αλλωνών». Αλλά ο Μιχάλης αναπνέει καλύτερα όταν οι άλλοι δεν του δίνουν σημασία, «δεν του [είπε] πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερ[ε] πώς να κινηθ[εί] άνετα σε αυτήν». Αναλόγως και με τις γυναίκες, όχι δεν είναι «πούστης» –  «Είσαι πούστης, γιε μου;», οι πρώτες φράσεις του μυθιστορήματος, ερώτηση που απευθύνει ο πατέρας στον γιο του, για να ζητήσει πάραυτα συγγνώμη.  Πάντως, η σχέση του Μιχάλη, λόγου χάριν με την Κούλα τη λογίστρια και μοναχοκόρη λογιστών, περιγράφεται γλαφυρά από την ίδια: «Εσύ το πας για μεγαλοστέλεχος της μοναξιάς […] μου βγάζεις την πίστη μέχρι να σιγουρευτώ ότι είσαι παρών στα σεντόνια», ενώ μία από τις πρώην του τον είχε ρωτήσει: «Τόσω  χρονώ και δεν παντρεύτηκες, Μιχάλη»,  χωρίς να περιμένει απάντηση,  «αυτή ήξερε ήδη την εξήγηση, καλέ μου,  φοβάσαι την πτήση του γάμου επειδή δεν έχουν βγει στο εμπόριο τα κατάλληλα ρουλεμάν».

Αλλά και επαγγελματικά, ο Μιχάλης είναι ένας άνθρωπος με κομμένα φτερά, σε αντίθεση με τον επιτυχημένο αδελφό του, Κίμωνα.  Απέτυχε το 1970 στις εξετάσεις για τη Γεωπονική, απέτυχε να εισαχθεί και στη Σχολή Ικάρων, αυτός που τόσο ήθελε να πετάξει. Στην τελευταία Σχολή απέτυχε να εισαχθεί πιθανόν και λόγω κοινωνικών φρονημάτων, του πατέρα. Κουβαλά, αυτός, τη ματωμένη Παρασκευή στο Αγρίνιο το 1944  –στις 14 Απριλίου, οι Γερμανοί εκτέλεσαν 120 Αγρινιώτες–, κουβαλά και τον χαμό του αδελφού του Φώντα στον Εμφύλιο – «είχε σκοτωθεί σε βομβαρδισμό από τα αμερικανικά  Hells στον Γράμμο. Το καμένο κουφάρι του είχε αναγνωριστεί από την αγκράφα στη ζώνη του με το ανάγλυφο άλμπατρος, δώρο ομογενούς από τον Καναδά».

Το όνειρο του θείου ήταν να γίνει ο Μιχάλης αεροπόρος, το όνειρο αυτό από μικρό τον οιστρηλατούσε: «Τα κυριακάτικα πρωινά στο Μοναστηράκι στα αζήτητα των υπογείων […] όλο και ξετρύπωνε κάποιο μισομουχλιασμένο τεύχος του Πτήσις και Διάστημα της Διευθύνσεως Εκπαιδεύσεως Γενικού Επιτελείου της Αεροπορίας ή διάφορα κιτρινισμένα φυλλάδια που εδραίωναν την προσοχή του για τους έλικες». Εντέλει, φοίτησε στην «Ακμή»,  «μια κάπως συνειδητή επιλογή, νεοïδρυθείσα ιδιωτική Σχολή στα Πατήσια, Άγιος Ελευθέριος, οδός Σαρανταπόρου», και έγινε Μηχανικός Αεροσκαφών στα αεροπλάνα πυρόσβεσης, ακριβώς, εξάλλου, σε αυτό το Τμήμα φοίτησε.

Ώσπου, στις 24 Μαρτίου 1973, Μεγάλη Παρασκευή, στον Άγιο Λουκά, στα Πατήσια –να η   ώρα να πούμε για τα προσκυνήματά του, αφού δεν παρέλειπε κάθε Μεγάλη Παρασκευή να ευλαβείται–, ο Μιχάλης μένει έκθαμβος από μια μελαχρινή, αιθέρια κοπέλα που έψελνε τον Επιτάφιο Θρήνο, μια κοπέλα αλεξικέραυνο του πάθους, μια μέρα «Ταμιευτήριον Πένθους» και αρχίζει η πορεία του για την κατάδική του σταύρωση.  Η κοπέλα φορούσε   γκρίζο σκουφί με μια πορτοκαλιά φούντα. Τη βρήκε, «μια αναλαμπή σαν ψεύτικα», λίγους μήνες αργότερα, πίσω από τα κάγκελα της  πόρτας του Πολυτεχνείου «Ελευθερία!» –  η φωνή της, η φωνή της Πόπης, «δεν άφηνε περιθώρια παρανόησης, η Ελευθερία της σήμαινε λαχτάρα για έναν άκακο κόσμο», πέταξε ενθουσιασμένη, συνεπαρμένη το σκουφί της στον αέρα,  το σκουφί έπεσε, την έψαχνε  ο Μιχάλης να της το δώσει,  δεν τη βρήκε, αφού η εξέγερση είχε βαφτεί με αίμα.   Ο Μιχάλης δεν μπήκε στο Πολυτεχνείο, αυτός, ένα παιδί της Δικτατορίας, συνέχισε να αναζητά την Πόπη, επί 22 συναπτά έτη, συχνά πυκνά με το σκουφί να τον στοιχειώνει, παραμένοντας ωτακουστής της Ιστορίας, κομπάρσος της ζωής. Περνά δύσκολα βράδια, ανακαλεί, για να τα βγάλει πέρα, ημερομηνίες και τύπους αεροσκαφών, αγωνιά μέχρι να ξημερώσει – «Και τι που ξημερώνει;». Επιμένει να αποστηθίζει και να θυμάται, δεν τον κατατρύχει κάποια τραγωδία, βαθιές πληγές δεν έχει να επουλώσει, η μνημονική σκευή 53 χρόνων μοιάζει σχεδόν άδεια. Πάντως, θυμάται, και σκέφτεται,  «σκέφτεται και ζυγίζει τα ψιλοπράματα, προσέχει τα πεταμένα, ανασηκώνει έστω μερικά», ψιλά γράμματα.  Ο αδελφός του τον οδηγεί σε ψυχαναλυτή: «Φτάνει το πρώτο πρόσωπο; Φτάνει. Εξομολόγηση λειψή, μονόλογος-πρόβα επίσκεψης σε ψυχίατρο, οι άνθρωποι δεν είναι ονειροκρίτες, για να βρουν την άκρη σού ζητούν τόλμη.  Ούτε επανάληψη τετριμμένων για αποστήθιση έκανα, δεν διαγωνίζομαι για καλό βαθμό. Θαρρώ πως ήταν κάτι καθησυχαστικό προς τον εαυτό μου, ένα, καλημέρα, Μιχάλη, πολύ πολύ καλημέρα σου, ξημερώνει ωραία, χαράζει ωραία και ανατέλλει ακόμη πιο ωραία», «φράσεις-ρετάλια» στον ψυχίατρο, και η πραγματικότητα του εξίτηλου κόσμου βασανιστικά παρούσα: «Στην κοινωνική συναναστροφή μπορείς να αποφύγεις την ευθύτητα, μιλώντας όμως με τον εαυτό σου, μπορείς; Μπορείς και παραμπορείς, απαντούσε μέσα του, μόνο που κάποτε-κάποτε εν μέσω της νυκτός καταφθάνει ένα αδίστακτο τρίλεπτο και επιδίδεται μπροστά σου στο χορευτικό των αποκαλυπτηρίων της πραγματικότητας. Γάμησέ τα». Εξάλλου,  λέει ο Μιχάλης, διά χειρός Καρυστιάνη, «ώρες ώρες αναλογίζομαι πόσα θυελλώδη συναισθήματα στερήθηκα. Γιατί στα όνειρά μου και τι δεν βλέπω, και τι δεν μου συμβαίνει, ξυπνώ και το σώμα μου, τρόπος του λέγειν, έχει μώλωπες τη νύχτα». Μώλωπες, βέβαια, και από την οπλή της Ιστορίας  και της Μεταπολίτευσης, αφού, βεβαίως, η Καρυστιάνη κάνει λογοτεχνία με την Ιστορία αναπαυτικά εγκατεστημένη στην αφηγηματική επιφάνεια.  Λόγου χάριν, για να παραπέμψω απευθείας στον Κώστα Καραβίδα: «Η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος βρίσκεται στη θέση ότι η Μεταπολίτευση δεν ανέλαβε το βάρος του πένθους και της χειραφετητικής παρακαταθήκης του Πολυτεχνείου. Ο πρωταγωνιστής, αναζητώντας μάταια επί τριάντα και πλέον χρόνια, άλλοτε τις Μεγάλες Παρασκευές και άλλοτε στους νοεμβριανούς Επιταφίους με τις πορείες του Πολυτεχνείου, τη φασματική, σχεδόν φεγγαροντυμένη μορφή της Ελευθερίας στο πρόσωπο της άγνωστης κοπέλας, γυρεύει να πει ένα γενναίο ευχαριστώ σε όσους ήταν εντός του Πολυτεχνείου και μια ενοχική συγγνώμη για λογαριασμό όσων, όπως εκείνος, δείλιασαν εκείνο το βράδυ και έμειναν εκτός» («Ο Επιτάφιος του  Πολυτεχνείου», Η Εποχή, 6 Νοεμβρίου 2022) –  το παρελθόν είναι, άραγε, κεκτημένο ή ερωτηματικό;

Και να ο Μιχάλης Τσιούλης το 2006 δίπλα στη θάλασσα, στον Σαρωνικό: «Έβγαλε από  την τσέπη το γκρίζο σκουφί δίχως τη χαμένη ποιος ξέρει πού πορτοκαλιά φούντα, ακόμη σκουφί-φυλαχτό, το φόρεσε, το κατέβασε ως τ΄αυτιά, έκανε ένα τροχάδην μπρος-πίσω και σιγοτραγούδησε το Γειτονάκι μου, στη μικρή σου πόρτα, στις βεγγέρες των  δασκάλων δεν έλειπε από το ρεπερτόριό τους.  Κιόλας ένας ολόκληρος χρόνος από το σαλπάρισμα του γέρου σ΄ άλλη γη, σ΄ άλλα μέρη, εποχή, ανθισμένης ξινήθρας στις εξοχές του Αιγαίου […] Το βρόμικο κόλπο να ξεχάσεις  μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται τα ψιλά γράμματα.  Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή». Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει, σε αυτό το κατορθωμένο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, που στιγμή δεν εκφυλίζεται σε μελοδραματισμούς,  για τα προτάγματα, τους πόθους και τις ουτοπίες που κατατίθενται στο «Ταμιευτήριον του πένθους», για τη μνήμη που αποθησαυρίζει τα άυλα τιμαλφή, πρωτόκολλα συγκινήσεων που αποταμιεύονται σε γραφή συγκινημένη και ώριμη.

  Ιωάννα Καρυστιάνη, Ψιλά γράμματα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2022.

Προηγούμενο άρθροΠοιητικά παρ-επόμενα (του Γιάννη Πανούση)
Επόμενο άρθροΑνοιξιάτικες πρεμιέρες 4: Παράδεισοι κατ’ ευφημισμόν (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ