Au voleur ! (συζήτηση περί βιβλιοκλοπής- της Κατερίνας Γούλα)

0
694

 

Της Κατερίνας Γούλα.

Ένα ειδικό αφιέρωμα στο πλαίσιο του τελευταίου Σαλονιού Βιβλίου του Παρισιού διερωτάται πάνω στην ανηθικότητα ή την περηφάνια που συνοδεύει την παμπάλαια συνήθεια της κλοπής βιβλίων, συνήθεια που δεν γνωρίζει διακρίσεις και κατακυριεύει εξίσου άσημους και διάσημους Γάλλους παθιασμένους αναγνώστες ή απλά εθισμένους στην αδρεναλίνη του πανικού μπροστά στο ενδεχόμενο να «πιαστούν στα πράσα». Υπολογίζεται ότι η χασούρα για ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο ανέρχεται στο 1% του τζίρου, ή πάνω κάτω στις πωλήσεις μιας ολόκληρης ημέρας. Πίσω από τη στατιστική όμως, υπάρχει ο μύθος και είναι σίγουρα πιο γοητευτικός… Η βιβλιοκλοπή μπορεί να γίνεται στη Fnac και στα μεγάλα πολυκαταστήματα με διάφορα πολιτισμικά προϊόντα και παραπροϊόντα ή σε μικρά βιβλιοπωλεία της γειτονιάς, να αφορά ογκώδη μπεστ-σέλλερς ή δυσανάγνωστα, στριφνά δοκίμια για απαιτητικό κοινό, μπορεί να εξυφαίνεται από μεγαλοαστές καλοντυμένες κυρίες του 16ου διαμερίσματος που εξιτάρονται στην ιδέα ότι διαπράττουν μια παρανομία, σαν απιστία στο σύζυγό τους, ή από βουλιμικούς βιβλιοφάγους φοιτητές που νιώθουν κατά κάποιο τρόπο να εξαργυρώνουν όλες τις αδικίες που υφίστανται με αυτή τη μικρή πράξη ανταρσίας, σαν να παίρνουν το αίμα τους πίσω ανακαταλαμβάνοντας κάτι που θα έπρεπε να τους ανήκει αδιαμεσολάβητα, είτε αυτό βαφτίζεται γνώση, παιδεία, μόρφωση, πολιτισμικό αγαθό ή προϊόν εργασιακού μόχθου.

Γύρω από το βιβλίο ζουζουνίζει συνήθως ένα σμάρι αρχές: δεν μας αρέσει να τα δανείζουμε σε άλλους, να μας τα σημειώνουν, να μας τα υπογραμμίζουν, αρνούμαστε να τσακίσουμε τις σελίδες, σχεδόν χάνουμε το ενδιαφέρον για την ανάγνωση αν το εξώφυλλο αχρηστευθεί από έναν αναποδογυρισμένο καφέ. Και φυσικά, υπάρχουν αυτοί που δεν θα έκλεβαν ποτέ ένα βιβλίο, και αυτοί που δεν θα έκλεβαν ποτέ κάτι εκτός από βιβλία. Κι όμως, παρ’ όλο που πολλοί θα ισχυρίζονταν ότι η κλοπή είναι κλοπή, αληθεύει ότι με άλλη αίγλη ομολογεί κανείς ότι σούφρωσε ένα βιβλίο παρά ότι τσίμπησε το αυτοκίνητο ή το πορτοφόλι κάποιου.

Το βιβλίο, αντικείμενο αδιαμφίσβητητης πραγματικής ερωτικής επένδυσης, σε καλεί να το κατακτήσεις και τι πιο δελεαστικό από το να παραβείς τους κοινωνικούς κανόνες για να σμίξεις με το αντικείμενο του πόθου σου; Το περιεχόμενο του βιβλίου σαν να καθαγιάζει κάπως την παραβατικότητα. Η δίψα για μάθηση δικαιολογεί τις παρεκτροπές στο μυαλό του δράστη, ο οποίος μπορεί ακόμη και να ανυψωθεί συνειδησιακά αν τον κάνουν τσακωτό, βαφτίζοντας εκ των υστέρων την πράξη του σε ιδεολογικά ύδατα. Έτσι και ο Ζαν Ζενέ, το «Ημερολόγιο ενός κλέφτη» του οποίου ο Σαρτρ χαρακτήριζε «ιερή κοσμογονία», στον δικαστή που τον ρώτησε όταν βρέθηκε κατηγορούμενος για την κλοπή ενός βιβλίου: «Γνωρίζατε την τιμή του;» απάντησε χωρίς περιστροφές: «Όχι, αλλά γνωρίζω την αξία του».

Τα βιβλία άλλωστε που αποκτήθηκαν άνευ αντιτίμου θεωρούνται αυτόματα πιο πολύτιμα, αφού για να κάναμε ό,τι κάναμε για να τα αποκτήσουμε θα πει ότι τα είχαμε ανάγκη, ότι πιστεύουμε ότι το περιεχόμενό τους θα είναι μοναδικό, ανεπανάληπτο, απαραίτητο. Ο Louis Calaferte, ένας σπουδαίος άγνωστος στο ελληνικό κοινό, είχε ομολογήσει: «Είχα κλέψει ένα βιβλίο του Blaise Cendrars, όταν ήμουν γύρω στα δεκαοχτώ. Από εκείνη τη στιγμή και μετά έπαψα να διαβάζω αδιάφορα μυθιστορήματα, ανούσια πράγματα. Κατάλαβα ότι υπάρχουν δυο ειδών λογοτεχνίες».

Ειδικά τα μεγάλα καταστήματα απενοχοποιούν απ’ ό,τι φαίνεται τελείως τον δράστη. Αυτοί που «κονομάνε γερά», που «κλέβουν όλο τον κόσμο», που «έχουν κάνει το βιβλιοπωλείο σούπερ-μάρκετ» αξίζουν και με το παραπάνω, στο μυαλό του «βιβλιόφιλου» αυτό που τους συμβαίνει. Τι γίνεται όμως με τα μικρά βιβλιοπωλεία ή τα βιβλιοπωλεία που λόγω πολιτικών πεποιθήσεων δεν πρόκειται να «δώσουν» το δράστη στις αρχές; Κάτι τέτοιο σταματάει ή αποχαλινώνει τους κλέφτες βιβλίων;

 

Ο Αντρέ Ζιντ παραδέχεται ότι η πραγματική ευτυχία ήταν περισσότερο να κλέβεις παρά να παίρνεις ένα βιβλίο

Ηχηρό παράδειγμα αποτελεί το βιβλιοπωλείο του Φρανσουά Μασπερό, το περιβόητο La Joie de lire. Καθώς δεν ταίριαζε φυσικά καθόλου στους βιβλιοπώλες αυτού του είδους να παριστάνουν τους μπάτσους πάνω από το κεφάλι των πελατών, γινόταν κανονικό πάρτυ. Όπως όμως μας εκμυστηρεύεται ο μαιτρ του είδους, Κωστής Παπαγιώργης: «Όσο για τον Maspero που λόγω κοινωνικών φρονημάτων δεν καλούσε ποτέ την αστυνομία, είχε διαδοθεί ότι επέτρεπε στον εύσωμο Κουβανό να χειροδικεί στις παρακάμαρες του υπογείου ανάλογα με την αξία των κλοπιμαίων[1]». Αλήθεια ή ψέματα, κάθε κοινωνική τάξη φαίνεται να είχε τον τρόπο της να διεκδικεί το δίκιο της…

Ποιοι είναι όμως αυτοί που κλέβουν; Ο Κωστής Παπαγιώργης που είχε αναγάγει το ζήτημα σε τέχνη και σε επάγγελμα, διαπιστώνει: «Έχω δει γέρους με πολιά κεφαλή, υπερεξηκοντούτηδες γραίες να εξαφανίζουν τόμους μέσα στα πανωφόρια τους. Κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί (και γιατί θα έπρεπε;) στην ακατάσχετη απόλαυση του να αποκτάς ένα βιβλίο χωρίς να περνάς από το τελωνείο του ταμείου. Ακόμα και οι φοβιτσιάρηδες που λιποθυμούσαν στη σκέψη των κανονικών βιβλίων έβρισκαν καταφυγή στα livres de poche. Μόδα, ανάγκη, νοσηρή συνήθεια — δεν είχε σημασία. Το κλεμμένο βιβλίο ήταν απόλαυση του συρμού».

Ο Αντρέ Ζιντ παραδέχεται ότι η πραγματική ευτυχία ήταν περισσότερο να κλέβεις παρά να παίρνεις ένα βιβλίο[2]. Ο Γκοντάρ έκλεβε βιβλία από φίλους και συγγενείς του. Ο Ζενέ έκλεβε τα βιβλία που ο ίδιος είχε δωρίσει! Η Μαργκερίτ Ντυράς, το 1976, σε μια ραδιοφωνική της συνέντευξη, δήλωνε: « Είμαι υπέρ της ολοκληρωτικής κλοπής του βιβλίου. Δεν τα καταφέρνω όμως. Κι αισθάνομαι πολύ άσχημα που δεν τα καταφέρνω. Με πιάνει ένας φόβος, ένας πανικός — πιστεύω ότι είναι ο φόβος του μπάτσου που θα με πιάσει. Έχω κάνει πολύ πιο επικίνδυνα πράγματα από αυτό, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας, κατά τη διάρκεια της Αντίστασης. Δεν θα έπρεπε να μου φαίνεται δύσκολο». Παραδέχεται βέβαια ότι τώρα δεν έχει ανάγκη να το κάνει, ότι μπορεί να πληρώσει: «Αν το έκανα, θα ήταν για το χατίρι κάποιου άλλου. Συνοδεύω τους φίλους μου στα βιβλιοπωλεία, τους αγκαλιάζω τρυφερά ώστε να τους δουν όλοι μαζί μου και ώστε, αν τους πιάσουν, να μπορούν να χρησιμοποιήσουν το ονομά μου». Δικαιολογεί ωστόσο την άποψή της: «Ο φοιτητής είναι αυτός που διαβάζει περισσότερο και αυτός που έχει τα λιγότερα μέσα στη διάθεσή του». Ο Regis Debray αντέδρασε στα λόγια αυτά με αποτροπιασμό: «Σνομπ αναρχισμός, αίσχος! Ο Μασπερό, βιβλιοπώλης και εκδότης, έπεφτε διαρκώς θύμα παλιανθρώπων που τον έκλεβαν ασύστολα, χωρίς να διατρέχουν τον παραμικρό κίνδυνο, και ισχυρίζονταν μάλιστα για να μην έχουν και καμία τύψη ότι ο Μασπερό “έβγαζε φράγκα στην πλάτη της επανάστασης”. Όλοι έχουμε τσιμπήσει ένα βιβλίο στα δεκαπέντε μας, αλλά το να το κάνεις και σημαία ή να το βαφτίζεις ταλέντο, καταντάει αηδία».

Οι ερωτηθέντες υπεύθυνοι στα γαλλικά βιβλιοπωλεία καταδεικνύουν μεγάλη ευρηματικότητα στις μεθόδους: παλτά, φαρδιά ρούχα, σπάνια τσάντες, αλουμινένιες θήκες ή χάρτινες συσκευασίες γάλατος που αδρανοποιούν τα αντικλεπτικά, κρυψώνες μέσα σε καπέλα που περνούν ανενόχλητα πάνω από το ύψος των ανιχνευτών. Τα βιβλία που πέφτουν συχνότερα θύματα κλοπής είναι τα μικρά, σε σχήμα τσέπης, αλλά και αυτά της σειράς των Πλειάδων που μεταπωλούνται μάλιστα σε πολύ καλές τιμές. Και φυσικά, τα δοκίμια, που συνήθως έχουν τσουχτερές τιμές: φιλοσοφία, ψυχανάλυση, κοινωνιολογία.

Και οι αντιδράσεις των βιβλιοπωλών; Σπάνια, είναι η αλήθεια, καλούν την αστυνομία. Υποχρεώνουν τον δράστη είτε να αφήσει τα βιβλία και να φύγει ή να τα πληρώσει. Κρατούν συνήθως και τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Ο Κωστής Παπαγιώργης πάλι μας προσφέρει μια πιο γλαφυρή εικόνα: «Πολλά ήταν τα ψυχοδράματα που ξετυλίγονταν σε κάτι τέτοιες στιγμές. Πωλητής καταδιώκει κλέφτη στο δρόμο (αφήνοντας πίσω του τις αλεπούδες να φυλάνε τις κότες). Πωλητής εκτός εαυτού απαιτεί από κάποιον πελάτη να ανοίξει επί τόπου την τσάντα του κι όταν ο τελευταίος τον απειλεί με μήνυση, υποχωρεί, παρότι είναι βέβαιος για την κλοπή. Πωλήτρια παθαίνει νευρική κρίση όταν συλλαμβάνει τον κλέφτη. Άραβας που έχει συλληφθεί επ’ αυτοφώρω αρχίζει να ρητορεύει βαρβαριστί για την γαλλο-αραβική φιλία στον αδιάφορο πωλητή που είναι Μαρτινικέζος».

Τα μικρά βιβλιοπωλεία στη Γαλλία που δεν έχουν τα μέσα να πληρώνουν φύλακες, κάμερες και αντικλεπτικά, καμιά φορά μπλοφάρουν, βάζουν ψεύτικες ειδικές πόρτες με ανιχνευτήρες οι οποίες δεν χτυπάνε ποτέ ή ψεύτικες κάμερες τα καλώδια των οποίων κρέμονται άχρηστα. Μια πωλήτρια μεγάλου βιβλιοπωλείου στο Παρίσι λέει ότι κάθε φορά που αντιλαμβάνονται μια κλοπή, λένε στο δράστη: «Θα πρέπει φυσικά να ξεχάσατε να πληρώσετε…». Είναι πολύ πιο ευγενικό από το να τον ξεφτιλίσουν στην αστυνομία. Έτσι ο δράστης ξέρει ότι ξέρουν και κατά πάσα πιθανότητα, ελπίζουν, δεν θα το ξανακάνει.

 

Η Γαλλία και ειδικά το Παρίσι φαίνονται τυλιγμένα από έναν μύθο που τα θέλει παραδείσους της βιβλιοκλοπής ως αναπόσπαστης διαβατήριας τελετής στον φοιτητικό και κατ’ επέκταση κοινωνικό και πολιτικό βίο. Και πάλι δια στόματος Παπαγιώργη, δεν υπάρχει κανείς που να πέρασε από τη Γαλλία και να μην έχει κάποια ράφια της βιβλιοθήκης του καλυμμένα με τους καρπούς της λαθροχειρίας του…

[1] Όλα τα παραθέματα του Κωστή Παπαγιώργη προέρχονται από το κεφάλαιο με τίτλο «Βιβλιολάτρες», στο βιβλίο του Σιαμαία και Ετεροθαλή, εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα: 1990.

[2] Τα προδομένα μυστικά διασήμων και άλλες από τις πληροφορίες του άρθρου προέρχονται από σχετικό άρθρο του Jacques Drillon που δημοσιεύθηκε την 17η Μαρτίου 2016 στο περιοδικό Nouvel Observateur με τίτλο «Spécial Salon du livre: voler des bouquins, est-ce immoral?».

Προηγούμενο άρθροΟ Αναγνώστης στο Φεστιβάλ Φιλίππων ( Ο Σεφέρης κατά μόνας- προσωπικές εξομολογήσεις)
Επόμενο άρθροΈνα πρόσωπο δεν είναι πρόσωπο ( του Κ. Μωρόγιαννη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here