Αστυνομική Βιβλιοθήκη #11, επιστροφή στα καλά αστυνομικά (του Μάρκου Κρητικού)

0
1112

 

του Μάρκου Κρητικού

 

Dolce (2021) σειρά πολάρ

σελ. 320

Τα περιοδικά Πολάρ και Ο Αναγνώστης θέλησαν να διερευνήσουν το βάθος της διείσδυσης του αστυνομικού στη νεώτερη, «υπό εκκόλαψη» κυρίως, γενιά Ελλήνων συγγραφέων. Μετά την επιτυχημένη εκδήλωση «Αστυνομικό με 100 λέξεις» που είχαν συνδιοργανώσει μαζί με την Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (Public Συντάγματος, 19. 11. 2019), τη φορά αυτή το περιοδικό και η ιστοσελίδα προκήρυξαν από κοινού τον διαγωνισμό αστυνομικού διηγήματος με ηλικιακό όριο τα 45 έτη. Ανταποκρίθηκαν σε αυτόν 35 νέοι, επίδοξοι συγγραφείς, από τις προτάσεις τους η κριτική επιτροπή ξεχώρισε τελικά 15 διηγήματα, που περιλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή.

Τα διηγήματα που υποβλήθηκαν διακρίνονται για την πολυμορφία και την ευελιξία τους, καθώς κινούνται ανάμεσα σε αρκετά είδη της αστυνομικής γραφής, από τα «παραδοσιακά», που παραπέμπουν στο whodunit και στις επιρροές από τους κλασσικούς (Ά. Κόναν Ντόυλ, Ά. Κρίστυ), μέχρι τα «σκληροτράχηλα» (hard boiled ελληνικής κοπής), αλλά και ανάμεσα στον κοσμοπολιτισμό, με επίκεντρο την Αγγλία, και την εγχώρια «πραγματικότητα», καθώς η Αθήνα και η περιφέρεια αποτελούν το σκηνικό των περισσότερων αφηγημάτων. Αναφορικά με τη «γλώσσα», και αυτή κυμαίνεται μεταξύ της συμβατικής γραφής και πλοκής του είδους και της πιο «σκληρής», με στοιχεία προφορικότητας και «αργκό», που αναλόγως χρωματίζουν το ύφος της αφήγησης.

Το κύριο μέλημα της κριτικής επιτροπής ήταν να επιλέξει εκείνα τα διηγήματα που θα μπορούσαν να εκδοθούν σε μία συλλογή και όχι να τα αξιολογήσει ή βαθμολογήσει ανάλογα, στο πλαίσιο της «δημιουργικής γραφής» ή κάποιων «λογοτεχνικών εργαστηρίων». Μάς ενδιέφερε πρωτίστως ένα βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων όχι «υπό διαμόρφωση», αλλά έτοιμη να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, στοίχημα οπωσδήποτε δύσκολο.

(Από τον πρόλογο του βιβλίου που υπογράφει η κριτική επιτροπή: Βίκυ Χασάνδρα, Γιάννης Μπασκόζος, Γιάννης Ράγκος, Κώστας Θ. Καλφόπουλος, Μάρκος Κρητικός)

 

«Το νέο αίμα. 15 αστυνομικά διηγήματα νέων συγγραφέων-σειρά πολάρ», στο κλαμπ-πολυχώρο Omikron2, Τριπτολέμου 34 & Βουτάδων, Αθήνα.

Ομιλητές: Γιάννης Μπασκόζος, δημοσιογράφος, διευθυντής του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο Αναγνώστης και Βίκυ Χασάνδρα, συγγραφέας, αρθρογράφος στο περιοδικό πολάρ. Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Γιάννης Ράγκος, συγγραφέας, αρθρογράφος στο περιοδικό πολάρ.

(Το 3ο Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας διοργανώνεται από το βιβλιοπωλείο Monogram, υπό την αιγίδα των Δήμων Παπάγου-Χολαργού και Χαλανδρίου, της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ) και του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου και με τη συνεργασία των εκδόσεων Άγρα, Bell, Διόπτρα, Δρόμων, Ίκαρος, Καλειδοσκόπιο, Καστανιώτη, Κέδρος, Κείμενα, Κλειδάριθμος, Κύφαντα, Λιβάνη, Μεταίχμιο, Μίνωας, Μολύβι, Όστρια, Πατάκη, Τόπος, Ψυχογιός, 24 γράμματα)

 

Red n’ Noir (2021)

σελ. 116

Στις 6 Ιανουαρίου του 1931, το τεμαχισμένο πτώμα του εργολάβου Δημήτριου Αθανασόπουλου, βρέθηκε σε δυο τσουβάλια που είχαν ριχτεί στις όχθες του ποταμού Κηφισού, στην «γέφυρα Τρίμμη». Οι έρευνες οδήγησαν μέσα σε λίγες μέρες, στη σύλληψη της συζύγου του, της πεθεράς του, της οικιακής βοηθού και του 19χρονου ανιψιού της πεθεράς ο οποίος φιλοξενούνταν εκείνη την περίοδο στο σπίτι τους. Το έγκλημα συντάραξε για την αγριότητά του, την κοινή γνώμη της εποχής και οι εφημερίδες αφιέρωναν στην υπόθεση ολόκληρα πρωτοσέλιδα, σε όλη την διάρκεια των ανακρίσεων και κυρίως της δίκης. «Στόχος μου είναι να φωτιστούν  οι πτυχές μιας υπόθεσης, που λόγω του θεσμικού μισογυνισμού, οδήγησε στην θανατική καταδίκη και στον αιώνιο (μέσω λαϊκών τραγουδιών) κοινωνικό διασυρμό δυο, κατά την γνώμη μου, αθώες γυναίκες», αναφέρει ο συγγραφέας  στην εισαγωγή όπου και παραθέτει την αλληλουχία των γεγονότων, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και το κλίμα της εποχής, στη διάρκεια της αστυνομικής έρευνας, από την εύρεση του πτώματος και την ανάκριση των υπόπτων μέχρι την πρώτη ομολογία που οδήγησε στην εξιχνίαση του εγκλήματος. Προετοιμάζει έτσι  επιδέξια τον αναγνώστη, για να παρακολουθήσει, στο κυρίως θέμα του αφηγήματος, το δικαστικό σκέλος της υπόθεσης, από την έναρξη της πολύκροτης δίκης μέχρι την ετυμηγορία και την μετέπειτα αίτηση χάριτος. Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσω των δικαστικών ρεπορτάζ  που στέλνει προς δημοσίευση ένας μυθιστορηματικός δημοσιογράφος της εποχής, που  αντιπροσωπεύει το σύνολο των επώνυμων και ανώνυμων δημοσιογράφων που  κάλυψαν «το έγκλημα της Χαροκόπου». Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα και βασίζεται σε έρευνα και επιλογή δημοσιογραφικών ντοκουμέντων από το σχετικό  αρχειακό υλικό(docu-fiction). Κατά την εξέλιξη της δίκης ο συγγραφέας καλεί τον αναγνώστη, σε ρόλο ενόρκου,  να αναρωτηθεί -εξ ου και το ερωτηματικό στον τίτλο του βιβλίου- αν «ή ποινή του θανάτου ήταν μηδαμινή μπροστά στο μέγεθος του εγκλήματος» ή αν τελικά οι δυο γυναίκες ήταν «τα οικτρότερα θύματα ενός φρικιαστικού κοινωνικού δράματος». Μια εξαιρετική προσπάθεια στο χώρο του true-crime.

 

Μετάφραση: Γιώργος Μπαρουξής

Μεταίχμιο (2021)

σελ. 488

O Άγγλος συγγραφέας Κρις Γουίτακερ έκανε δυναμική είσοδο στο χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας το 2016. Το Αρχίζουμε από το τέλος, είναι το τρίτο του μυθιστόρημα, το οποίο απέσπασε σημαντικά βραβεία, συμπεριλήφθηκε στις  λίστες των μπεστ σέλερ μεγάλων βιβλιοπωλείων και εφημερίδων, έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από κοινό και κριτικούς και πρόσφατα τα δικαιώματα του βιβλίου αποκτήθηκαν από τον όμιλο της Ντίσνεϊ.  Στο Κέιπ Χέιβεν μια μικρή –μάλλον φανταστική– πόλη στην παραλιακή Καλιφόρνια,  σε μια περιοχή κατολισθήσεων στις βραχώδεις ακτές του ειρηνικού, όπου η γη φεύγει αργά κάτω απ’ τα πόδια των κατοίκων της –εμφανής ο συμβολισμός– ένα έγκλημα στο παρελθόν είχε στιγματίσει την τοπική κοινωνία.  Θύμα ήταν  η επτάχρονη Σίσι Ράντλεϊ,  της οποίας το νεκρό σώμα είχε ανακαλύψει ο Γουόκ, ο τωρινός σερίφης της περιοχής. Στην πόλη διαμένει και η αδερφή του θύματος,  η όμορφη Σταρ, μητέρα δυο παιδιών της δεκατριάχρονης Ντάτσες και του πεντάχρονου Ρόμπιν η οποία  είναι εθισμένη στο αλκοόλ και στα ναρκωτικά. Η επιστροφή  στην πόλη του δράστη, Βίνσεντ Κινγκ, αφού  έχει εκτίσει ποινή φυλάκισης τριάντα ετών για τον θάνατο της Σίσι και ενός άλλου άνδρα που σκότωσε στη φυλακή, θα ξυπνήσει τις μνήμες του παρελθόντος. Μια παρορμητική ενέργεια της παράξενα σκληρής και οργισμένης δεκατριάχρονης Ντάτσες, θα προκαλέσει μια νέα δολοφονία στην πόλη με βασικό ύποπτο τον Βίνσεντ Κινγκ, θα δρομολογήσει απρόβλεπτες εξελίξεις στη ζωή και τις σχέσεις των πρωταγωνιστών και θα φέρει στο φως συνταρακτικά στοιχεία από το σκοτεινό παρελθόν τους. Δυο πράγματα με εντυπωσίασαν σε αυτό το βιβλίο. Αφενός η εξαιρετικά πειστική ανατομία της αμερικανικής επαρχιακής κοινωνίας από έναν Άγγλο συγγραφέα και αφετέρου ο επιτυχημένος συγκερασμός μιας  ιδιότυπης λυρικής  γραφής  με την σκληρή θεματική του ψυχολογικού θρίλερ, ένας συνδυασμός που αν και  φαινομενικά μοιάζει ασυμβίβαστος ανεβάζει υφολογικά και λογοτεχνικά το επίπεδο της αφήγησης, στοιχείο που καθιστά το μυθιστόρημα υπέρτερο έναντι πολλών άλλων του συγκεκριμένου αστυνομικού υποείδους. Πέραν αυτών ο συγγραφέας υποστηρίζει περίτεχνα μια ανθρωποκεντρική ιστορία μυστηρίου με την σε βάθος ανάπτυξη της ψυχοσύστασης των πρωταγωνιστών και με την υποδειγματική κατανομή του σασπένς μέσω μιας πολυπλόκαμης και απρόοπτης πλοκής.  Εν κατακλείδι, το Αρχίζουμε από το τέλος, είναι ένα εξαιρετικό δείγμα ποιοτικού page-turner μυθιστορήματος – γιατί υπάρχουν και τέτοια.

 

Μετάφραση: Ασπασία Καμπύλη

Carnivora (2021)

σελ. 206

O Ερνέστο Μάγιο είναι Αργεντίνος συγγραφέας, δημοσιογράφος και σεναριογράφος, μαχητής του Ένοπλου Επαναστατικού Στρατού και θύμα της κρατικής τρομοκρατίας, επί δικτατορίας. Είναι ο δημιουργός του Βενάνσιο Ισμαέλ Λασκάνο, ενός από τους πλέον δημοφιλείς νουάρ χαρακτήρες της Αργεντινής. Η σκευωρία των μετρίων, είναι το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα που μεταφράζεται στην Ελλάδα και αποτελεί ένα prequel της σειράς των περιπετειών με πρωταγωνιστή τον αστυνόμο Λασκάνο. Η ιστορία διαδραματίζεται στο Μπουένος Άιρες στα τέλη του 1975 και στις αρχές του 1976, λίγους μήνες πριν την μαύρη δικτατορία του Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα με τους χιλιάδες νεκρούς και αγνοούμενους. Ο νεαρός  Λασκάνο, το Σκυλί όπως τον αποκαλούν στην υπηρεσία, είναι ένας «καθαρός» αστυνομικός που πιστεύει ακόμα στη δικαιοσύνη. Για να τον απομακρύνουν από έρευνες που πίσω τους κρύβουν παράνομες ενέργειες παρακρατικών ομάδων, του αναθέτουν να κλείσει μια υπόθεση αυτοκτονίας ενός πρώην Ναζί, για την οποία ο αναγνώστης γνωρίζει εκ των προτέρων ότι πρόκειται για δολοφονία. Ένα σημειωματάριο και ένα μανικετόκουμπο στον χώρο του εγκλήματος, θα οδηγήσουν τον Λασκάνο σε σκοτεινές ιστορίες των Ναζί στο τέλος του β’ Παγκόσμιου Πολέμου -συγκλονιστικό το απόσπασμα στη σελ.156 για τα αίτια της γέννησης και εξάπλωσης του Ναζισμού- και παράλληλα σ’ έναν μεγάλο έρωτα. Οι απρόσμενες αποκαλύψεις κατά την εξέλιξη της έρευνας, θα αναγκάσουν τα διεφθαρμένα αφεντικά του, να επιχειρήσουν να τον βγάλουν απ’ την υπόθεση με οποιανδήποτε τρόπο. Την έκβασή της εντέλει, προλαβαίνουν  τα δραματικά ιστορικά γεγονότα του 1976 και τα πράγματα δεν φαίνεται να πηγαίνουν καλά για τον συμπαθή Λασκάνο, όπως δεν πήγε τίποτα καλά στην Αργεντινή, την καταραμένη δεκαετία του ΄70. Ένα σπουδαίο ιστορικο-πολιτικό νουάρ, όπου ο συγγραφέας συνυφαίνει περίτεχνα το σασπένς της αστυνομικής υπόθεσης, με μια συγκινητική ιστορία αγάπης και αποτυπώνει ρεαλιστικά  τις σύνθετες κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους που προλείαναν το έδαφος για την χούντα του Βιδέλα. Μια καθηλωτική φανταστική ιστορία μέσα σ’ έναν άγριο αληθινό κόσμο.

Εξαιρετικά κατατοπιστικό το σημείωμα της μεταφράστριας, για την κατανόηση του  ιστορικού πλαισίου της σκοτεινής εποχής που προηγήθηκε  της πιο σκληρής χούντας στην πολύπαθη πολιτική ιστορία της Αργεντινής.

 

Μετάφραση: Ξενοφών Παγκαλιάς

Κέδρος (2021)

σελ. 520

Ο Σουηδός  Άντρες ντε λα Μοτ, πρώην αστυνομικός και  σύμβουλος ασφαλείας σε μεγάλη πολυεθνική εταιρία ηλεκτρονικών υπολογιστών, αναδείχτηκε ως συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, με την βραβευμένη τριλογία Game που έγινε μπεστ σέλερ, μεταφράστηκε σε πολλές χώρες και μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη. Το 2016 ξεκίνησε την επιτυχημένη Τετραλογία των Εποχών την οποία ολοκλήρωσε το 2020. Η φωτιά του χειμώνα είναι το τρίτο μέρος της τετραλογίας, μετά Το τέλος του καλοκαιριού και Το έγκλημα του Φθινοπώρου, τα οποία εκδόθηκαν στη χώρα μας την περσινή χρονιά (Κέδρος). Κοινά χαρακτηριστικά και των τριών μυθιστορημάτων είναι αφενός ότι διαδραματίζονται στην ύπαιθρο της επαρχίας Σκόνε στη νότια Σουηδία, γενέτειρα του συγγραφέα και αφετέρου ότι κινούνται σε δυο αφηγηματικούς χρόνους, σε ένα τραγικό γεγονός που συνέβη αρκετά  χρόνια νωρίτερα, και αποτελεί τον πυρήνα της υπόθεσης και στις  αντηχήσεις του, στην ιστορία που διαδραματίζεται  στο παρόν.  Τον Δεκέμβριο του 1987 στη νότια Σουηδία, μια γιορτή εξελίσσεται σε τραγωδία για έξι φίλους. Η πυρκαγιά που ξεσπάει στην αίθουσα χορού σ’ έναν οικισμό εξοχικών κατοικιών την ώρα που διασκεδάζουν, προκαλεί τον θάνατο ενός δεκαεξάχρονου κοριτσιού και τον τραυματισμό τεσσάρων από την παρέα. Η αστυνομία ερευνά τις περίεργες συνθήκες και άλλων πυρκαγιών στην περιοχή αλλά όταν κάποιος αναλαμβάνει την ευθύνη η υπόθεση κλείνει. Με αφορμή μια κληρονομιά, η Λάουρα Αουλίν –μια από τους έξι φίλους– επιστρέφει στον οικισμό για πρώτη φορά μετά από τριάντα χρόνια και ενώ αντιμετωπίζει την καχυποψία των κατοίκων, νέες, ανεξήγητες πυρκαγιές ξεσπούν στην περιοχή.  Ένα δυνατό μυθιστόρημα μυστηρίου όπου ο  συγγραφέας συνδυάζει  το σασπένς για τη λύση του αστυνομικού γρίφου με τις συμβάσεις του ψυχολογικού θρίλερ, διατρέχει επιδέξια τον αφηγηματικό χρόνο για να παρουσιάσει μια διαφορετική οπτική  των γεγονότων, ενώ αναδεικνύει εξαιρετικά  την τοπογραφία  την Σουηδικής επαρχίας και τις διαχρονικές παθογένειες μιας κλειστής κοινωνίας.

Αναζητήστε εδώ τα προτεινόμενα αστυνομικά

Προηγούμενο άρθρο«Ο σκύλος της αγάπης» του Ηλία Κουρκούτα: μια ανάγνωση (της Λένας Καλλέργη)
Επόμενο άρθροΗ κριτική της λογοτεχνίας ως ιστορικό βίωμα (της Ρέας Γρηγορίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ