Άρις Γεωργίου (2) : Όταν η φωτογραφία αγκάλιασε την τζαζ (του Γιάννη Μουγγολιά)

0
181
Art Ensemble of Chicago στη Νιμ, Νότια Γαλλία στις 10 Ιουλίου 1980

 

 

του Γιάννη Μουγγολιά

 

Πόσες φορές έχουμε χαζέψει στο εξώφυλλο ή οπισθόφυλλο ενός δίσκου βινυλίου της τζαζ και η ματιά μας έχει σκαλώσει σε μια φωτογραφία που έχει αιχμαλωτίσει ένα ζωντανό στιγμιότυπο τζαζ δράσης από μουσικούς; Σίγουρα πολλές και σίγουρα ο Άρις Γεωργίου έχει ανάλογες εμπειρίες χαζεύοντας τους δίσκους του αλλά έχει και πολύ περισσότερες από το πλήθος των συναυλιών που έχει παρακολουθήσει.

Ποιος είναι ο Άρις Γεωργίου; Το σύντομο και λιτό  βιογραφικό του γραμμένο από τον ίδιο αναφέρει: Ο Άρις Γεωργίου (Θεσσαλονίκη, 1951) είναι αρχιτέκτων. Έχει στο ενεργητικό του πολυάριθμες εκθέσεις ζωγραφικής και φωτογραφίας, όπως και πλήθος εκδόσεων και βιβλίων με τα έργα του και τα κείμενά του. Υπήρξε ο ιδρυτής και επί δεκαπενταετία διευθυντής του διεθνούς φεστιβάλ φωτογραφίας Φωτογραφική Συγκυρία (1988–2003), καθώς και ο πρώτος διευθυντής (1998–2002) του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης.

Peter Kowald και Evan Parker στο Θέατρο Άδωνις της Θεσσαλονίκης το 1979

Στο εξαιρετικό βιβλίο-λεύκωμά του «Hic et Nunc / Hip ’n’ Funk / Jazz» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ. τον Σεπτέμβριο του 2023, ο αρχιτέκτονας, φωτογράφος, ζωγράφος, συγγραφέας Άρις Γεωργίου ξεδιπλώνει ένα οδοιπορικό εικόνας και λόγου που αναδύεται μέσα από τη συμπόρευση ή καλύτερα τη σύγκλιση δύο μεγάλων του αγαπών, της φωτογραφίας και της τζαζ. Η σύγκλιση αυτή λειτούργησε ως ανατροφοδότηση στη δράση του Γεωργίου, αφού η τζαζ οδήγησε στη φωτογραφία αλλά και κατά κάποιον τρόπο η φωτογραφία οδήγησε στην τζαζ. Μια σχέση αμφίδρομη αφού ο Άρις Γεωργίου στο 200 περίπου σελίδων βιβλίο του συμπεριλαμβάνει αποκλειστικά ασπρόμαυρες φωτογραφίες που τράβηξε «μελετώντας» μουσικούς της τζαζ σε live, σε πρόβες, στη σκηνή εκεί που αποτυπώνεται η μαγεία του αυτοσχεδιασμού παγώνοντας τον χρόνο ακαριαία, σε διαλείμματα ξεκούρασης, σε στιγμιότυπα καθημερινά και αλλού. Βαθύς γνώστης της τζαζ, ο Άρις Γεωργίου περνά με τη φωτογραφική μηχανή του από τόπους της τζαζ δημιουργώντας θεματικές ενότητες όπου ξετυλίγονται και δομούνται οι φωτογραφίες του. Εκεί που ήρθε σε επαφή με την τζαζ ζωντανά: στην Αμερική το 1978, στο Παρίσι, στη Γαλλία, στη Θεσσαλονίκη, στον δρόμο παντού. Εξαδέλφες σε διάζευξη, όπως τιτλοφορείται ένα κείμενό του, η τζαζ και η φωτογραφία, τέχνες «που τραβούν τον δρόμο τους απτόητες, ανεξάρτητα ή και συναρτημένα».

Ο Γεωργίου φωτογραφίζει θρύλους της τζαζ: Horace Silver, Archie Shepp, Chico Freeman, Don Pullen, Pierre Fabre, Andre Jaume, Joe McPhee, Steve Lacy, Gato Barbieri, Han Bennink, Peter Brotzmann, Bernard Lubat, Nat Adderley, John Surman, Sonny Fortune, Bobby Few, Daniel Humair, Alan Silva, Jean-Francois Jenny Clark, Trevor Watts, Peter Kowald, Itaru Oki, Billy Higgins, Ran Blake, Joachim Kuhn, Evan Parker, Roscoe Mitchell, Christian Rollet, Joseph Jarman, Francois Jeanneau, Sony Rollins, Michel Portal, Steve Potts, Francois Tusques, Charles Sullivan, Wayne Dockery, Don Pullen, Dave Holland, Gunter Sommer, Wadada Leo Smith, Roger Smith, Ted Joans, Lester Bowie, Malachi Favors, Henri Texier, Pharoah Sanders, Cameron Brown, Barre Phillips, Sharon Freeman, Melba Liston, Art Blakey, George Coleman, Mal Waldron, Billy Hart, Joe Henderson, Buster Williams και πολλούς άλλους.

Φωτογραφίζει όπως ακούει τζαζ. Φωτογραφίζει με πάθος, με γνώση, με αφιέρωση και προσήλωση, με τη λαχτάρα να ακινητοποιήσει τη στιγμή και να κινητοποιήσει τον αποδέκτη-θεατή-αναγνώστη. Η εσωτερική, βιωματική, συναισθηματική σχέση του με την τζαζ αφήνει ανεξίτηλα τα χνάρια στο φωτογραφικό χαρτί. Είναι τα χνάρια του εραστή, του τρυφερού συνοδοιπόρου, του ανήσυχου δημιουργού.

Φλώρος Φλωρίδης και Σάκης Παπαδημητρίου σε πρόβες στο στούντιο Αγροτικόν του Νίκου Παπάζογλου το 1979

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον Σάκη Παπαδημητρίου, τον εμβληματικό πιανίστα, συνθέτη, αυτοσχεδιαστή, συγγραφέα, ραδιοφωνικό παραγωγό που συνδέθηκε με τη γέννηση της σύγχρονης τζαζ στην Ελλάδα δημιουργώντας τη συνθήκη η Ελλάδα να γίνει κομμάτι της διεθνούς σκηνής. Βλέπουμε στις φωτογραφίες τον Σάκη Παπαδημητρίου σε σημαντικές σκηνές της Θεσσαλονίκης να χαϊδεύει το πιάνο, να εκτείνει με τις ευρηματικές αυτοσχεδιαστικές μεθόδους του τη χρήση του στις χορδές, τον βλέπουμε με τον σπουδαίο πνευστό Φλώρο Φλωρίδη, με τον κρουστό Gunter Sommer, με τον αείμνηστο Κώστα Γιαννουλόπουλο, αλλά και αργότερα με νεώτερους μουσικούς. Ο Παπαδημητρίου, όπως για πολλούς, υπήρξε μέντορας του Γεωργίου στην τζαζ σε εκείνα τα πρώτα χρόνια της άνθησής της στην Ελλάδα. Η στενή σχέση τους αποτυπώθηκε με πλείστες μορφές. Από τη συνεργασία στην έκδοση των τεσσάρων τευχών του θρυλικού περιοδικού «συν και πλην», από την δημιουργία από τον Γεωργίου του εξωφύλλου του δίσκου του Παπαδημητρίου «Πιανοεπαφές», από την έκδοση του βιβλίου «Το άλλο πιάνο» με έξοχες φωτογραφίες του αυτοσχεδιαστή Παπαδημητρίου από τον Γεωργίου. Πρόκειται για ενδεικτικές αναφορές στη μακρόχρονη, ενεργή και γόνιμη μέχρι σήμερα, συνεργασία και φιλία τους που εγκαινιάστηκε το 1974, χρονιά που ο Παπαδημητρίου εξέδιδε στη Διαγώνιο το βιβλίο του «Θέματα και Πρόσωπα της Σύγχρονης Τζαζ (1950-1970)».

Ο συγγραφέας του βιβλίου και φωτογράφος Άρης Γεωργίου με τον Κώστα Γιαννουλόπουλο, Χριστούγεννα 1980 στη Θεσσαλονίκη

Όμως στο «Hic et Nunc / Hip ’n’ Funk / Jazz» ο Άρις Γεωργίου παρουσιάζεται και σαν συγγραφέας μέσα από κείμενα, μεταξύ των οποίων και κάποια που είχε γράψει σε κορυφαία περιοδικά του είδους που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα: «Τζαζ», «συν και πλην», «Jazz&Τζαζ». Τα κείμενα συνομιλούν ιδανικά με τις φωτογραφίες του και συμπυκνώνουν τις εμπειρίες του ως ακροατής, θαμώνας συναυλιακών χώρων της Ελλάδας, ταξιδιώτης, επισκέπτης φεστιβάλ στο εξωτερικό και στην Ελλάδα. Χαρακτηρίζονται από τη γνώση, την κριτική αποτίμηση, την αγάπη για την τζαζ, θέτοντάς την στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και χωρίς προσωπικές, εγωπαθείς, περήφανες διατυπώσεις που συνήθως συναντάμε σήμερα. Μέσα από τα κείμενα αυτά κατά κάποιο τρόπο σκιαγραφείται το πορτρέτο του συγγραφέα και φωτογράφου προσδίδοντας μια αυτοβιογραφική χροιά στο εγχείρημα. Άλλωστε η τζαζ είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση για τον Άρι Γεωργίου.

Η μεγάλη αγάπη του Άρι Γεωργίου στην τζαζ, πέρα από τη σπάνια διεισδυτική ματιά του στην αποκρυστάλλωση των ζωντανών συναυλιακών γεγονότων που σχολιάζει και περιγράφει με λέξεις, αποτυπώνεται γεμάτη φρεσκάδα, ουσία και ειλικρίνεια και μέσω μιας κριτικής προσέγγισης-αποτίμησης όσων είδε, άκουσε και κατέγραψε στις αποθήκες της μνήμης του όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι σε κάποιο σημείο του βιβλίου διαβάζουμε ένα εξαιρετικά καυστικό σχόλιο με σαφείς λογοτεχνικές αρετές για τον σαξοφωνίστα Gato Barbieri που καταλήγει ως εξής: «Και με την υπόθεση αυτή του καπέλου αναρωτιέται κανείς μήπως πράγματι ο λυρικός σύντροφος του Cherry, παρτεναίρ του Brand και του Roswell Rudd, ο αβανγκαρντίστας συνεργάτης της Jazz Composer΄s Orchestra, ο συνένοχος της Liberation Music Orchestra, μήπως λοιπόν είχε όντως καπελωθεί από τις προοδευτικές εκείνες δυνάμεις και τώρα βρήκε επιτέλους ο άνθρωπος τον εαυτό του με τα δολαριάκια της RCA.

Λίγοι μουσικοί υποσχέθηκαν τόσα πολλά και έπεσαν τόσο χαμηλά, γι΄ αυτό και δίκαιη η αγανάκτηση του κόσμου μ΄ αποκορύφωμα την οργή μιας ακροάτριας που του φώναξε απ΄ την κερκίδα (κοιτάξτε το λεξικό σας) «Hijo de puta»!

Και σε άλλο σημείο σε ανάλογο ύφος διαβάζουμε: «Το πρόγραμμα της βραδιάς επαυξήθηκε λοιπόν με μία απ΄ τις συναυλίες της προηγουμένης, την μπιγκ μπαντ του Art Blakey που άρχισε να παίζει απ΄ τις 8.00. Δεν πρόκειται ν΄ ασχοληθούμε μαζί του διότι επρόκειτο κυριολεκτικά περί τσίρκου. Μια δωδεκάδα μειράκια, ντυμένα στα μπλε, πανομοιότυποι κάου μπόυς, με τον γέρο-Blakey στη μέση, μόνο που η στολή και το καπέλο του ήταν κόκκινα. Είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει πια ο 60χρονος ντράμερ, να στέλνει φιλιά στο κοινό και να λέει «we love you», ας μας άφηνε τουλάχιστο να τον θυμόμαστε με τον Monk, με τον Silver ή με τον Davis.

Sonny Rollins, Chicagofest, Navy Pier, Σικάγο, Αύγουστος 1978

Το φωτογραφικό οδοιπορικό και τα κείμενα δομούνται αριστοτεχνικά μέσα από ενότητες που καλύπτουν χρονικά 50 χρόνια ενασχόλησης με την τζαζ και βαφτίζονται: «ψηλαφώντας», «Εξαδέλφες σε διάζευξη», «στην Αμερική το ΄78», «στα πάτρια», «η “σκηνή” της Θεσσαλονίκης», «στη Γαλλία», «στον δρόμο παντού», «εκτός τζαζ … και όμως …», «Το δίπολο και ο μέσος όρος», «εν Ελλάδι και πάλι», «In a Sentimental Mood», «Προσοχή! Ανάπαυση!». Πέραν της αξίας όλου του υλικού, αξίζει να υπογραμμίσουμε την ευρηματική χρήση των ενοτήτων «στον δρόμο παντού» και «εκτός τζαζ … και όμως …». Στην πρώτη ταξιδεύουμε με τον φωτογραφικό φακό του Γεωργίου σε στιγμιότυπα-σκηνές δρόμων σε Γαλλία, Αμερική, Γερμανία, Ελλάδα με τους άσημους, ανώνυμους μουσικούς να γίνονται πρωταγωνιστές και τη μουσική να «ακούγεται» συναρπαστικά. Η δεύτερη αποδεικνύει τη διευρυμένη αντίληψη του Γεωργίου για τη μουσική με τις «εκτός τζαζ» φωτογραφικές ματιές του και τις προτιμήσεις του. Ιάννης Ξενάκης, Μichel Portal, Diego Masson, Kathy Berberian ξεφεύγουν από τα τζαζ όρια αγγίζοντας κλασική και σύγχρονη. «Εκτός τζαζ, και όμως μέσω τζαζ, ακούγαμε εκλεκτικά και πράγματα που “κανονικά” θα είχαμε κατ΄ αρχήν αφορίσει», όπως υπογραμμίζει ο Γεωργίου. Στο σημείο αυτό θέλω να τονίσω την προσωπική μου απόλαυση κοιτώντας και τις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν στην ιστορική μουσική σκηνή-μπαρ «Δον Κιχώτης» του Μπούφη και του Γιάννη στην οδό Μοργκεντάου της Θεσσαλονίκης και στο Θέατρο «Αδωνις» της Ρούλας Πατεράκη, επίσης στη Θεσσαλονίκη και συμπεριλαμβάνονται στο κεφάλαιο «Η σκηνή της Θεσσαλονίκης». Μουσικοί, κοινό, διαθέσεις, ήθη, συναυλιακό ενδιαφέρον, ατμόσφαιρα, μυσταγωγία σε ένα αδιαίρετο σύνολο που μιλά από μόνο του για εκείνη τη χρυσή εποχή στο μεταίχμιο των δεκαετιών ΄70 και ΄80.

Κατάνυξη και ιλαρότης, Δον Κιχώτης, το τζαζ κουτούκι της εποχής το 1979

Ο Άρις Γεωργίου έμεινε πιστός και αφοσιωμένος στην τζαζ για μισό αιώνα, παρότι μέσα στα ακούσματά του διείσδυσαν αρκετές φορές και άλλα είδη μουσικής, από τα ελληνικά και το Νέο Κύμα στα χρόνια των σπουδών του στην Αθήνα (1969-1971, στην καρδιά της χούντας)  μέχρι άλλες ενδιαφέρουσες και δημιουργικές κατευθύνσεις (ροκ, ποπ, κλασική, γαλλική μουσική κ.α.). Πρώτοι δίσκοι τζαζ που έφτασαν στα αυτιά του μέσω ενός φίλου του στο Μονπελιέ (σπουδές στην αρχιτεκτονική, με νωπή την αίσθηση του Μάη του ΄68, δυο-τρία χρόνια μετά από αυτόν) ήταν τα άλμπουμ «Duke Ellington & John Coltrane» και «Thelonious Monk featuring John Coltrane “Monk’s Music”». Πρώτες του αγορές τζαζ δίσκων σε δισκοπωλείο το θαυμάσιο και σπάνιο άλμπουμ «Home Stretch Blues» της  Michael Garrick Band και το εξαιρετικό «Horn Culture» του πρωτοκλασάτου τζαζ σαξοφωνίστα Sonny Rollins. Εκείνη περίπου την εποχή και οι πρώτες φωτογραφίες τζαζ μουσικών της αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής στη Γαλλία. Ξεφυλλίζοντας το μοναδικής αξίας αυτό βιβλίο οι ασπρόμαυρες, καλλιτεχνικά άρτιες, σπάνιες με αξία κειμηλίου, τεκμηριωμένες με σύντομα αλλά και κατατοπιστικά στοιχεία για τους τζαζ μουσικούς, ενδεικτικές ως μάρτυρες των διάφορων εποχών και τόπων, διαδέχονται η μία την άλλη πλημμυρίζοντας το βιβλίο. Μέχρι περίπου το 1990 όπου ο Άρις Γεωργίου ολοκληρώνει τον κύκλο της συναρπαστικής του ενασχόλησης με την τζαζ φωτογραφία. Το περιγράφει απλά και καίρια ο ίδιος: «Σταματώ να φωτογραφίζω μουσικούς. Είναι κάπως σαν να “τελείωσε η αποστολή μου”. Τώρα πια απολαμβάνω δια της ακρόασης».

Preservation Hall, Νέα Ορλεάνη, Ιούλιος 1978

Εν κατακλείδι, το «Hic et Nunc / Hip ’n’ Funk / Jazz» είναι ένα έξοχο βιβλίο-λεύκωμα σε μια πολυτελέστατη έκδοση που χαρακτηρίζεται για την ιδανική εκτύπωση των ασπρόμαυρων φωτογραφιών στις σελίδες του, οι οποίες διανθίζονται καταλυτικά από θαυμάσια κείμενα ενός παθιασμένου λάτρη της τζαζ. Χωρίς να φιλοδοξεί να αποκαταστήσει ιστορικά ή ενημερωτικά βιβλία για την τζαζ, παρότι ο πληθωρικός πλούτος της πληροφορίας (οπτικής και λεκτικής) που προσφέρει είναι ανεκτίμητος, ο Άρις Γεωργίου καταθέτει την προσωπική του περιπλάνηση στη γοητευτική εκείνη περιοχή όπου η τζαζ και η φωτογραφία συναντώνται. Και το κάνει με έναν ιδιοσυγκρασιακό τρόπο, ικανό να μαγέψει τόσο παλαιότερους, συγκροτημένους και συστηματικούς φίλους της τζαζ και της φωτογραφίας όσο και νεώτερους που επιζητούν να μάθουν και να εξοικειωθούν με αυτές. Ένα καταστάλαγμα ζωής και δημιουργίας χωρίς περιαυτολογίες και κορόνες, «στακάτο, ευθύβολο, απολύτως τίμιο και απαλλαγμένο από αυταρέσκεια, αληθινό και αληθές μαζί» ακριβώς όπως περιγράφει ο ίδιος το τενόρο σαξόφωνο του Joe Henderson που οικοδομεί το γνωστό στάνταρντ του Cole Porter «I΄ve Got You Under My Skin».

Το εξώφυλλο του βιβλίου, ΜΙΕΤ

Κλείνω την αναφορά μου στο σπουδαίο αυτό βιβλίο αντιγράφοντας τα λόγια του Άρι Γεωργίου όπως εμπεριέχονται στο κείμενό του «Εξαδέλφες σε διάζευξη [τζαζ και φωτογραφία]» (πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Jazz & Τζαζ, τεύχος 13, Αθήνα 1994) που περιλαμβάνεται στο βιβλίο: «Ο ήλιος έπεσε. Το ορθογώνιο του παραθύρου, κατάλευκο το μεσημέρι, φαντάζει βαθύ μπλε καθώς κοντράρει με τον φωτισμό πυράκτωσης του γραφείου. Κλείνω το άλμπουμ. Πηγαίνω στο πικ-απ. Κανέναν δεν θ΄ ακούσω απ΄ όσους φωτογράφισα. Αυτόματα πάντα, όταν η μουσική είναι βαθιά ανάγκη, το χέρι μου διαλέγει ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που απουσιάζουν από το φωτογραφικό μου αρχείο. Τον μεγαλύτερο ίσως συνθέτη του αιώνα, τον Monk, και τον ανυπέρβλητο σε ήχο Miles. Σήμερα το βράδυ, με τον βαθύ μπλε ουρανό, το χρώμα καλεί τον ήχο. Kind of Blue» και βλέπω πολλές φωτογραφίες του Miles και του Monk. Φωτογραφίες ονειρικές, φωτογραφίες φαντασιακές, νοερές, απούσες από το φωτογραφικό αρχείο του Άρι Γεωργίου αλλά «τραβηγμένες» με τον μοναδικό, ξεχωριστό τρόπο του.

 

*Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο παραχωρήθηκαν από τον Άρι Γεωργίου και εμπεριέχονται στο βιβλίο. 

 

 

 

Jean Francois Jenny Clark, Henri Texier, Bernard Lubat, Daniel Humair, Michel Portal

 

Προηγούμενο άρθροΆρις Γεωργίου(1) : Jazz Photo-γραφήματα (του Δημήτρη Αρβανίτη)
Επόμενο άρθροΕλεύθεροι, αλλά όχι ίσοι (του Θανάση Μήνα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ