Από το παράθυρο του λεωφορείου

0
115

 

του Βασίλι Γκρόσσμαν.

 

Το λεωφορείο έφτασε μετά το πρόγευμα στην είσοδο του οίκου αναψυχής της Ακαδημίας Επιστημών.

Από το τουριστικό πρακτορείο είχαν διαθέσει τον καλύτερο τους υπάλληλο έναν καλλιεργημένο και έξυπνο άνθρωπο για την εξυπηρέτηση των επιστημόνων.

Πόσο ευχάριστη είναι εκείνη η στιγμή ακινησίας λίγο πριν την αναχώρηση – οι άνθρωποι κάθισαν όπου βρήκαν ο καθένας, σώπασαν, κοίταξαν τους σκονισμένους φοίνικες στην είσοδο της τραπεζαρίας, στους τοπικούς δανδήδες με τα μαύρα κοστούμια, το ρολόι της πόλης που έδειχνε διαρκώς τον απόλυτο χρόνο.

– Τέσσερις και έξι λεπτά.

Ο οδηγός έριξε μια ματιά, για να διαπιστώσει αν όλοι είχαν καθίσει στις θέσεις τους. Τα μελαψά του χέρια ακουμπούσαν στο τιμόνι.

Ξεκίνησαν…

Να, λοιπόν, ο κόσμος φάνηκε στα μάτια των ανθρώπων: δεξιά τους ήταν η έρημη θάλασσα, όχι εκείνη που άφησαν πίσω τους, τη θάλασσα των κολυμβητών και των σκαφών αναψυχής, αλλά η θάλασσα δίχως ακρογιαλιά, η θάλασσα της συμφοράς και του πολέμου, η θάλασσα των ψαράδων, των ναύκληρων και των ναυάρχων.

Από αριστερά τους, ανάμεσα στους φοίνικες, τις μπανανιές, ανάμεσα στις μουσμουλιές, τις μανόλιες, σπιτάκια περιτριγυρισμένα από κληματαριές, πέτρινοι φράχτες, περιβόλια και άξαφνα ερημικοί λόφοι, θάμνοι, καλυμμένοι με τους κόκκινους καρπούς της αγριοτριανταφυλλιάς, άγριος λυκίσκος με το γαλάζιο, θολό τους φτέρωμα, βιβλικά μειλίχια πρόβατα και διάβολοι – κατσίκια πάνω στις κίτρινες αφροασιατικές καθιζήσεις και ξανά κήποι, σπιτάκια, πλατάνια, χουρμαδιές…

Και από δεξιά μόνο η θάλασσα.

Να, το λεωφορείο στρίβει επιδέξια, ο δρόμος πηγαίνει παράλληλα με το ποτάμι, το ποτάμι χύνεται σε μια στενή κοιλάδα, τα βουνά στη στριμώχνουν και από τις δύο πλευρές.

Τι όμορφος που είναι ο δρόμος! Μπορεί, άραγε, να περιγραφεί το μεγάλο άνοιγμα του γήινου ύψους και του γήινου βάθους, αυτή η ένωση: ο γρανίτης που ορμάει προς τα πάνω και το αχνό, πρασινωπό λυκόφως στη χαράδρα, η σιωπή που βασιλεύει και κοντά ο ήχος, ο παφλασμός του ποταμού του βουνού.

Κάθε νέα στροφή του δρόμου αποκαλύπτει μια άλλη, νέα ομορφιά του κόσμου. Το τρυφερό του ήλιου φως ανάλαφρα πέφτει στην γαλαζωπή άσφαλτο, στο ημικυκλικό νερό, που γλιστράει από τους στρογγυλούς βράχους. Κάθε κηλίδα φωτός έχει τη δική της ζωής, με τη δική της ζεστασιά, νόημα, φόρμα.

Μπορεί σταδιακά, μπορεί και άξαφνα όμως, η ψυχή του ανθρώπου πληρώνεται με το φως της, νιώθει τον εαυτό της, βλέπει τον εαυτό της σε αυτόν τον κόσμο με την έρημη θάλασσα, με τους κήπους, με την χαράδρα του βουνού, με τις κηλίδες του φωτός του ήλιου ∙ ο κόσμος αυτός – αυτή και όχι αυτή, – αυτή τον βλέπει, μπορεί και όχι, είναι όμως ήρεμη, σκέπτεται και δε σκέπτεται, βλέπει καθαρά τα βάθη της ζωής και μυωπικά, τυφλά λαγοκοιμάται. Δεν σκέφτεται τίποτα, μα είναι βυθισμένη στο μεγάλο βάθος, πολύ μεγαλύτερο από εκείνο στο οποίο μπορεί να διεισδύσει ένα διαπλανητικό σκάφος.

Εκπληκτική κατάσταση, όμοια με την ευτυχία της σαύρας που λαγοκοιμάται πάνω στην καυτή πέτρα κοντά στη θάλασσα, η οποία με το δέρμα της αναγνωρίζει το αλμυρό κορμί του αγέρα, τη σκιά των σύννεφων. Η σοφία, ίση με την ευτυχία της αραχνούλας, η οποία ξεκουράζεται πάνω στον τεντωμένο ανάμεσα σε δύο χορταράκια ιστό. Η αίσθηση της γνώσης του θαύματος της ζωής από εκείνους που σέρνονται και πετάνε.

Κατά διαστήματα το λεωφορείο σταματούσε και ο Ιβάν Πετρόβιτς, ο ξεναγός, σιγανά, θαρρείς και φοβόταν μήπως ενοχλήσει κάποιον στα βουνά, μιλούσε για τη γεωλογική ιστορία της γης της Αμπχαζίας, για τις πρώτες αρχαίες κατοικίες των ανθρώπων.

Οι εκδρομείς ρωτούσαν τον Ιβάν Πετρόβιτς για πλήθος πραγμάτων – εκείνος απαντούσε και έλεγε και για τις συνήθειες της ορεσίβιας πέστροφας και για τους ναούς του έκτου αιώνα και για το σχέδιο του ορεινού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής και για τους παρτιζάνους του Εμφυλίου πολέμου, για τη χλωρίδα του αλπικού υψόμετρου, για τη μελισσοκομία και για την κτηνοτροφία.

Ο Ιβάν Πετρόβιτς ανησυχούσε για κάποιο λόγο ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, ο οποίος κατά τη διάρκεια των στάσεων, στεκόταν μακριά από τους υπόλοιπους και δεν άκουγε την ξενάγηση. Ο Ιβάν Πετρόβιτς πρόσεξε πως όλοι οι συνταξιδιώτες συχνά πυκνά λοξοκοιτούσαν αυτόν τον ηλικιωμένο, τσαπατσούλη άνθρωπο.

Ο ξεναγός ρώτησε:

– Ποιος είναι αυτός ο  θείος;

Ψιθυριστά του είπαν το διάσημο όνομα. Ο Ιβάν Πετρόβιτς ένιωσε χαρούμενος – ο ερευνητής των περίπλοκων προβλημάτων της θεωρητικής φυσικής, ο δημιουργός μιας νέας οπτικής γωνίας για την καταγωγή του σύμπαντος συμμετέχει στην ομάδα που ξεναγεί. Την ίδια στιγμή όμως θύμωνε γιατί ο διάσημος επιστήμονας, σε ένα άρθρο τον είχαν αποκαλέσει μεγάλο στοχαστή, δεν έκανε ερωτήσεις στον Ιβάν Πετρόβιτς και, θα νόμιζε κανείς πως δεν άκουγε καν τι έλεγε.

Όταν οι εκδρομείς επέστρεψαν στο παραθεριστικό χωριουδάκι, μια επιστημόνισσα είπε:

– Πολύ πετυχημένη η εκδρομή και αυτό οφείλεται εν πολλοίς στον εξαιρετικό ξεναγό μας.

Όλοι την υποστήριξαν.

– Θα πρέπει να γράψουμε μια ευχαριστήρια επιστολή και θα την υπογράψουμε όλοι – πρότεινε κάποιος.

Λίγες ημέρες αργότερα ο Ιβάν Πετρόβιτς συναντήθηκε τυχαία στο δρόμο με το διάσημο επιστήμονα. «Δεν θα με αναγνωρίσει, μάλλον», – σκέφτηκε ο Ιβάν Πετρόβιτς.

Ο επιστήμονας όμως πλησίασε τον Ιβάν Πετρόβιτς και του είπε:

– Σας ευχαριστώ  από τα βάθη της καρδιάς μου.

– Για ποιο πράγμα; – ρώτησε έκπληκτος ο Ιβάν Πετρόβιτς. – Δεν μου κάνατε καμία ερώτηση και μάλιστα δεν ακούγατε καν την αφήγησή μου.

– Ναι, ναι, όχι, όχι, μα τι λέτε, – είπε ο επιστήμονας. – Με βοηθήσατε να βρω την απάντηση σε ένα πολύ σημαντικό ερώτημα. Βλέπετε και εγώ ξεναγός είμαι σε εκείνο το λεωφορείο, – κι έδειξε στον ουρανό και τη γη, – και ήμουν ιδιαίτερα ευτυχής σε αυτή την εκδρομή, όπως δεν ήμουν ποτέ στη ζωή μου. Δεν άκουσα την αφήγησή. Εμείς, οι ξεναγοί, δεν είμαστε απαραίτητοι. Νόμισα μάλιστα πως ενοχλούμε.

 

1960 – 1961

 

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης (C)

 

Προηγούμενο άρθροΠώς διαβάζεται η ποίηση
Επόμενο άρθροΔεν είχε τυχερό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ