Αντόν Τσέχωφ: Σπανίως επικοινωνώ με τη συνείδησή μου ενώ γράφω (επιμ. Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

0
737

 

Μια απρόσμενη συνέντευξη: Με αφορμή τα 163α γενέθλια του Αντόν Τσέχωφ (29 Ιανουαρίου 1860 – 15 Ιουλίου 1904), η Αλεξάνδρα Σαμοθράκη συνομιλεί μαζί του για τη ζωή του, τον ρόλο του συγγραφέα, τους κουλτουριάρηδες, το χιούμορ και το τι σημαίνει επιτυχία. Οι ερωτήσεις είναι φανταστικές, οι απαντήσεις όμως πραγματικές.

ΕΡ: Για πείτε μας λίγα για τον εαυτό σας;

ΑΠ: Θες την αυτοβιογραφία μου; Ιδού! Γεννήθηκα στο Τάγκανρογκ το 1860. Το 1879 αποφοίτησα από το Γυμνάσιο του Τάγκανρογκ και το 1884 από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μόσχας. Το 1991 έλαβα το βραβείο Πούσκιν. Το 1890 ταξίδεψα μέχρι την αποικία καταδίκων στο Σάκαλιν μέσω Σιβηρίας και επέστρεψα δια θαλάσσης. Το 1891 έκανα το γύρο της Ευρώπης- ήπια φοβερά κρασιά και έφαγα πολλά μύδια. Το 1892 έλαβα μέρος σε ένα όργιο μαζί με τον Tikhonov σε μια ονομαστική γιορτή. Ξεκίνησα να γράφω το 1879 κυρίως διηγήματα αλλά έχω αμαρτήσει και στο θεατρικό έργο. Το έργο μου έχει μεταφραστεί σε όλες τις γλώσσες, με εξαίρεση τις ξένες αν και με συμπαθούν σε χώρες όπως η Γερμανία ή η Γαλλία. Στα 13 μου ανακάλυψα τα μυστήρια του έρωτα. Ο αγαπημένος μου συγγραφέας είναι ο Τολστόι. Όλα αυτά είναι μπούρδες φυσικά. Γράψε ότι γουστάρεις- αν δεν έχεις γεγονότα απλά υποκατάστησε τα με λυρισμό.

ΕΡ: Πώς νιώσατε όταν κερδίσατε το βραβείο Πούσκιν;

ΑΠ: Μακάρι να το είχα λάβει καλοκαίρι, τότε που όλα είναι χαρούμενα. Το έλαβα όμως χειμώνα, οπότε απλά σπατάλησα σε βλακείες το χρηματικό έπαθλο ύψους 500 ρουβλιών.

Ερ: Επιτέλους βρήκα κάποιον να ρωτήσω: πόσο τέλειο είναι να είσαι μεγάλος συγγραφέας;

ΑΠ: Δεν είναι και πολύ μεγάλος χαβαλές να είσαι μεγάλος συγγραφέας. Κατ’αρχήν, ήταν πολύ βαρετή ζωή. Δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ και αποτέλεσμα μηδέν. Τα χρήματα πιο σπάνια και από τα δάκρυα της γάτας. Δεν ξέρω τι έκανε ο Zola ή ο Shtchedrin (διάσημος Ρώσος σατυρικός συγγραφέας τους 19ου αιώνα), αλλά το δικό μου διαμέρισμα ήταν παγωμένο και γεμάτο καπνούς. Μου έδιναν καμιά φορά τσιγάρα, αλλά μόνο στις γιορτές. Ανεπίτρεπτα τσιγάρα: σκληρά, υγρά, σα λουκάνικα. Πριν τα καπνίσω άναβα τη λάμπα για να τα στεγνώσω πάνω της. Η λάμπα έβγαζε καπνούς, το τσιγάρο εκρύγνητο και γινόταν καφέ, τα δάχτυλά μου καιγόντοσαν… αυτό αρκεί για να θέλει κανείς να αυτοπυροβοληθεί.

Φορούσα πάντα τα καλά μου, λες και είχα κάθε μέρα γενέθλια, κρίνοντας όμως από τις κριτικές ματιές της ταμία στο Budilnik, δεν ακολουθούσα τη μόδα, ούτε τα ρούχα μου ήταν καινούργια. Προτιμούσα τα λεοφωρεία από τα ταξί.

Όμως το να είσαι συγγραφέας έχει και τα καλά του. Καμιά φορά άκουγα πως τα βιβλία μου τα κουτσοκαταφέρνουν, και κάποιους μήνες είχα λεφτά, καμιά φορά με αναγνώριζαν στα μπαρ, με έδειχναν με το δάχτυλο και με κερνούσαν  κανένα σάντουιτς. Ο Κορς μου έβγαλε δωρεάν πάσο για το θέατρό του. Και οι γιατροί συναδελφοί μου μου έλεγαν αναστενάζοντας πόσο τους έχει κουράσει η ιατρική και συζητούσαμε για λογοτεχνία.

ΕΡ: Απολαμβάνατε το γράψιμο;

ΑΠ: Το σιχαινόμουν και δεν ήξερα τι να κάνω- αν προς το τέλος είχα την σωματική ακμαιότητα θα ξαναέπιανα την ιατρική. Όποτε έγραφα ή σκεφτόμουν να γράψω με έπιανε αποτροπιασμός λες και έτρωγα μια σούπα ξινολάχανο απ’την οποία μόλις είχε αφαιρεθεί μια κατσαρίδα. Δεν με αηδίαζε τόσο το ίδιο το γράψιμο, όσο ο λογοτεχνικός «περίγυρος» από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει και τον σέρνει πάντα μαζί του, όπως η γη κουβαλάει την ατμόσφαιρά της.

ΕΡ: Τελικά είναι οι συγγραφείς οι εκλεκτοί του Θεού;

ΑΠ: Συ είπας και δεν θα σε πάω κόντρα.  Το παρατσούκλι μου πάντως ήταν «Ποτέμκιν της Λογοτεχνίας» οπότε δε με παίρνει να παραπονεθώ για ακανθώδη διαδρομή και απορρίψεις. Πάντως δεν ξέρω αν ποτέ υπέφερα παραπάνω από έναν τσαγκάρη, έναν μαθηματικό ή τους φύλακες των σιδηροδρομικών γραμμών. Δεν ξέρω φυσικά αν μέσω των χειλιών μου μιλούσε ο Θεός ή κάποιος πολύ χειρότερος. Θα αναφέρω μόνο ένα μειονέκτημα που έχω συναντήσει και που μάλλον και εσύ το ίδιο: μας αρέσουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι, όμως οι υπόλοιποι μας συμπαθούν επειδή δεν είμαστε συνηθισμένοι. Π.χ επειδή ήμουν συγγραφέας με καλούσαν σε όλους τους γάμους. Την αδελφή μου όμως την προσκαλούσαν ως «αδελφή του συγγραφέα». Συνακολούθως, αν οι φίλοι μας μάς έβλεπαν μια μέρα ως «κοινούς θνητούς», δεν θα μας συμπαθούσαν πια. Ε και αυτό είναι δυσάρεστο. Όπως και το γεγονός ότι αυτά που θαύμαζαν σε εμάς ήταν κυρίως αυτά για τα οποία εμείς ντρεπόμασταν.

ΕΡ: Σίγουρα όλοι αποθέωναν το κάθε τι που γράφατε;

ΑΠ: Μια μέρα έδειξα ένα διήγημά μου σε μια κοπέλα. Αφού το διάβασε είπε «Ω! Πόσο βαρετό!»Είχα προσπαθήσει τα πάντα για να το ζωντανέψω, το είχα μικρύνει, το είχα γυαλίσει, όμως παρόλες τις προσπάθειες μου είχε παραμείνει βαρετό. Συνήθως δεν είχα εντυπωσιακή υπόθεση, κάτι που έκανε τους κριτικούς να με κοιτάνε αφ’υψηλού. Δε τα λέω αυτά με ψευτο-ταπεινότητα. Τα μόνο προτερήματα των ιστοριών μου ήταν η συντομία τους και ίσως κάτι καινούργιο κάπου μέσα τους.

Όταν ξαναδιάβαζα αυτά που είχα γράψει με έπιανε δυσφορία και ναυτία- ότι χοντράδα σκεφτόμου για τα γραπτά μου, τουλάχιστον εκφραζόταν πιο εκλεπτυσμένα από τους κριτικούς. Η μόνη μου παρηγοριά ήταν πως σε δέκα χρόνια κανένας δεν θα θυμόταν αυτό που μόλις είχα γράψει.

ΕΡ: Τελικά ήσαστε συντηρητικός ή φιλελεύθερος;

ΑΠ: Φοβάμαι όσους αναζητούν τέτοιες τάσεις. Δεν ήμουν ούτε συντηρητικός, ούτε φιλελεύθερος, ούτε πιστός της αέναης προόδου,  ούτε αδιάφορος, ούτε καλόγερος. ¨Ηθελα μόνο να είμαι ένας ελεύθερος καλλιτέχνης και τίποτε παραπάνω και με στεναχωρούσε που ο Θεός δε μου έδωσε τη δύναμη να το επιτύχω. Μίσησα τη βία και το ψέμα σε όλες τους τις εκφάνσεις. Τον φαρισαϊσμό, την ηλιθιότητα και το δεσποτισμό δεν τον συναντά κανείς μόνο στο εμπόριο ή τις φυλακές. Τα έχω συναντήσει στη λογοτεχνία, στην επιστήμη, στις νεώτερες γενιές. Οι «ταμπέλες» δεν είναι παρά προκατάληψη. Το άγιο των αγίων μου είναι το ανθρώπινο σώμα, η υγεία, η εξυπνάδα, το ταλέντο, η έμπνευση, η αγάπη και η πιο απόλυτη ελευθερία από το ψέμα και τη βία. Αυτές θα ήταν οι προγραμματικές μου δηλώσεις αν ήμουν μεγάλος καλλιτέχνης.

ΕΡ: Ξέρετε, τα θεατρικά σας καμιά φορά τα ανεβάζουν και/ ή τα βλέπου ψευτοκουλτουριάρηδες Τι εστί πραγματικά καλλιεργημένος άνθρωπος;

ΑΠ: Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι, κατά τη γνώμη μου, ικανοποιούν τις εξής προϋποθέσεις:

  1. Σέβονται την ανθρώπινη προσωπικότητα και επομένως είναι πάντα ευγενικοί, τρυφεροί, ευγενικοί και έτοιμοι να προσφέρουν στον συνάνθρωπο.
  2. Δε νιώθουν συμπάθεια μόνο για τους ζητιάνους και τις γάτες. Η καρδιά τους πονάει για όσα δεν βλέπονται με γυμνό μάτι.
  3. Σέβονται την ξένη περιουσία και επομένως ξεχρεώνουν τα χρέη τους.
  4. Είναι ειλικρινείς και φοβούνται τα ψέματα όσο τη φωτιά. Δε λένε μικροψεματάκια. Ένα ψέμα προσβάλει τον ακροατή και τον μειώνει στα μάτια του ομιλητή. Δεν δείχνονται, δεν φέρονται στο δρόμο λες και είναι σπίτι τους, δεν κάνουν επίδειξη μπροστά στους ταπεινούς φίλους τους. Δεν κουτσομπολεύουν και δεν πρήζουν τους άλλους με πράγματα που κανείς δεν τους ζήτησε να εκμυστηριευτούν. Από σεβασμό προς τα αυτιά των άλλων, σωπαίνουν περισσότερο παρά μιλάνε.
  5. Δεν κλαίγονται για να τους λυπηθούν. Δεν λένε ποτέ «δε με καταλαβαίνουν» επιδιώκοντας εύκολη συμπάθεια. Αυτά είναι ψεύτικα και άξεστα πράγματα.
  6. Δεν διαθέτουν ρηχή ματαιοδοξία. Δεν τους νοιάζουν τα ψεύτικα διαμάντια όπως μερικά γνωστά σελέμπριτις. Δεν κομπάζουν πως έχουν πρόσβαση εκεί όπου άλλοι δε μπορούν να φτάσουν. Οι πραγματικά ταλαντούχοι παραμένουν στις σκιές, ανάμεσα στο πλήθος, μακρυά από τις διαφημίσεις. Το είχε πει και ο Ivan Krylov «ένα άδειο βαρέλι αντηχεί πολύ πιο δυνατά από ένα γεμάτο».
  7. Αν διαθέτουν ένα ταλέντο το σέβονται. Θυσιάζουν όλα τα άλλα, ξεκούραση, γυναίκες, κρασί, ματαιοδοξία και είναι περήφανοι για το ταλέντο τους. Γίνονται λεπτολόγοι.

Σίγουρα για να είναι κανείς καλλιεργημένος δεν φτάνει να έχει διαβάσει «Τα Έγγραφα του Πικγουϊκ» του Ντίκενς ή να έχει απομνημονεύσει έναν μονόλογο από τον Φάουστ. Απαιτείται συνεχής δουλειά, νυχθημερόν, διάβασμα, μελέτη, θέληση. Κάθε ώρα θα πρέπει να αξιοποιείται.  Και αποποίηση της βότκας και της ματαιοδοξίας.

ΕΡ: Σας αρέσει η κουλτουριάρικη λογοτεχνία; Μας οδηγεί στον κυνισμό;

ΑΠ: Κατ’αρχή, όπως εσύ έτσι και εγώ απεχθάνομαι τέτοιου είδους λογοτεχνία.  Ως αναγνώστης και «ιδιώτης», την αποφεύγω με χαρά, αλλά αν με ρωτήσεις για την ειλικρινή μου άποψη, είναι ένα ανοιχτό ερώτημα αν έχει δικαίωμα ύπαρξης και κανείς δεν το έχει ακόμη απαντήσει. Ουτέ εσύ, ούτε εγώ, ούτε όλοι οι κριτικοί του κόσμου,  διαθέτουμε αξιόπιστα δεδομένα που θα μας επέτρεπν να απορρίψουμε αυτή τη λογοτεχνία. Δεν ξέρω ποιος έχει δίκιο: ο Όμηρος, ο Σαίξπηρ, ο Lopez da Vega, και εν γένει οι παλαιότεροι που δεν φοβόντουσαν να πέφτουν με τα μούτρα και να ψαχουλεύουν το «σωρό με την κοπριά» αλλά που ηθικά ήταν άκρως πιο σταθεροί από εμάς ή οι μοντέρνοι συγγραφείς στενόμυαλοι στο χαρτί και παγερά κυνικοί στη ζωή τους και στα γραπτά τους. Δεν ξέρω ποιος έχει άσχημο γούστο- οι Έλληνες που δεν ντρεπόντουσαν να περιγράψουν την αγάπη όπως είναι στα αλήθεια, σε όλη την όμορφή φύση της ή οι αναγνώστες του Bobokyn (Ρώσος συγγραφέας του 19αιώνα και πατέρας του όρου “intelligentsia”) Όπως τα προβλήματα της αντίστασης στο κακό και της ελεύθερης βούλησης και αυτό θα διευθετηθεί μόνο στο μέλλον. Μπορούμε να το αναφέρουμε, αλλά δεν μπορούμε να αποφασίσουμε. Αναφορές στον Turgenev ή τον Tolstoy- που απέφευγαν τον «σωρό με την κοπριά»- δεν φωτίζουν την απάντηση. Η λεπτολογία τους δεν αποδεικνύει τίποτε- πριν από αυτούς ολόκληρες γενιές συγγραφέων θεωρούσαν βρώμικες όχι μόνο τις αναφορές στα «κατακάθια και τα αποβράσματα» αλλά ακόμη και περιγραφές χωρικών ή αξιωματικών χαμηλών βαθμίδων. Στο κάτω κάτω, μια περίοδος, όσο υπέροχη και να είναι, δε μας δίνει το δικαίωμα να φτάνουμε σε συμπεράσματα υπέρ κάποιας λογοτεχνικής τάσης. Ούτε η αποθαρρυντική επίδραση της λογοτεχνικής τάσης σημαίνει κάτι. Ολα στον κόσμο είναι σχετικά και κατά προσέγγιση. Υπάρχουν άνθρωποι που αποθαρρύνονται ακόμη και από παιδικά βιβλία και που με χαρά διαβάζουν τα γαργαλιστικά αποσπάσματα των Ψαλμών και των Παροιμιων του Σολομώντα, ενώ άλλοι εξαγνίζονται όταν έρχονται σε επαφή με την πιο βρώμικη πλευρά της ζωής. Οι πολιτικοί και κοινωνικοί συγγραφείς, οι δικηγόροι και οι γιατροί που καταβυθίζονται σε όλα τα μυστήρια της ανθρώπινης ακολασίας δεν έχουν τη φήμη των ανήθικών. Και οι ρεαλιστικοί συγγραφείς συνήθως είναι πιο ηθικοί από τους αρχιμανδρίτες. Στο κάτω κάτω καμιά λογοτεχνία δε μπορεί να ξεπεράσει σε κυνισμό την πραγματική ζωή- ένα ποτήρι κρασί δεν θα μεθύσει κάποιον που έχει ήδη αδειάσει ολόκληρο βαρέλι.

ΕΡ: Τώρα που αναφέρατε τα «αποβράσματα και τα κατακάθια», έχει καθήκον να μας σώσει από αυτά η λογοτεχνία;

ΑΠ: Το ότι ο κόσμος  είναι γεμάτος «αποβράσματα και κατακάθια» είναι απολύτως αλήθεια. Η ανθρώπινη φύση είναι ατελής οπότε θα ήταν περίεργο στη Γη να συναντούσαμε μόνο ενάρετους ανθρώπους. Όμως το να σκεφτεί κανείς πως η λογοτεχνία έχει καθήκον να ξεθάψει από το σωρό με τα σκουπίδια το μαργαριτάρι σημαίνει απόρριψη της ίδιας της λογοτεχνίας. Η «καλλιτεχνική» λογοτεχνία είναι «τέχνη» μόνο αν μας ζωγραφίζει τη ζωή όπως είναι. Η αποστολή της είναι να είναι απολύτως αληθινή και ειλικρινής.  Το να περιορίσουμε τη λειτουργία της στον συγκεκριμένο σκοπό της εξεύρεσης «μαργαριταριών» είναι τόσο θανατηφόρο για αυτήν όσο το να περίμενε κανείς ο Levitan (ζωγράφος τοπίων του 19ου αιώνα) να ζωγραφίσει ένα δέντρο χωρίς βρώμικο κορμό ή κίτρινα φύλλα. Συμφωνώ πως τα «μαργαριτάρια» είναι καλό πράγμα, αλλά ένας συγγραφέας δεν είναι ζαχαροπλάστης, ούτε έμπορος καλλυντικών, ούτε διασκεδαστής: είναι ένας άνθρωπος δεμένος, με συμβόλαιο, από την αίσθηση καθήκοντος και τη συνείδησή του. Αφού έπιασε το άροτρό του με το χέρι του δεν πρέπει να γυρίσει πίσω, όσο κακόγουστο και να είναι, θα πρέπει να κατακτήσει τη σιχαμάρα του και να λερώσει τη φαντασία του με τη βρωμιά της ζωής. Είναι σαν κάθε συνηθισμένο δημοσιογράφο. Τι θα λέγατε αν ένας δημοσιογράφος από καθωσπεπισμό ή θέλοντας να ικανοποιήσει τους αναγνώστες του, περιέγραφε μόνο ειλικρινείς δημάρχους, έξυπνες κυρίες και ενάρετους εργολάβους σιδηροδρομικών γραμμών;

Για έναν φαρμακοποιό τίποτε πάνω στη γη δεν είναι ακάθαρτο. Ένας συγγραφέας πρέπει να είναι όσο αντικειμενικός όσο ένας φαρμακοποιός. Θα πρέπει να αφήσει κατά μέρους τις προσωπικές, υποκειμενικές του απόψεις  και να καταλάβει πως οι σωροί με την κοπριά αποτελούν καθόλου ευκαταφρόνητο μέρος του τοπίου και πως τα άσχημα χούγια είναι εγγενή στη ζωή όπως και τα ταλέντα.

ΕΡ: Τι πρέπει να ζητάμε από τους συγγραφείς;

ΑΠ: Οι συγγραφείς είναι παιδιά της εποχής τους, και επομένως, όπως όλοι οι άλλοι, πρέπει να υποτάσσονται στις εξωτερικές συνθήκες της ζωής της κοινότητάς τους. Και να είναι απολύτως αξιοπρεπείς. Μόνο αυτό δικαιούμαστε να ζητάμε από τους συγγραφείς. Παρεπιμπτόντως, πρέπει να παραδεχτώ πως σπανίως επικοινωνώ με τη συνείδηση μου ενώ γράφω. Και από συνήθεια αλλά και εξαιτίας της συντομίας των κειμένων μου. Οπότε όταν εκφράζω μια άποψη για τη λογοτεχνία, δεν λαμβάνω τον εαυτό μου υπόψην.

ΕΡ: Πρέπει να είναι αλληλέγγυοι οι νέοι συγγραφείς;

ΑΠ: Παραδέχομαι την αλληλεγγύη στο χρηματιστήριο, στην πολιτική, στα θρησκευτικά τεκτενόμενα κτλ, ανάμεσα στους νέους συγγραφείς όμως είναι αδύνατη και άχρηστη. Δε μπορούμε να σκεφτόμαστε και να νιώθουμε με τον ίδιο τρόπο, έχουμε διαφορετικούς στόχους (ή και καθόλου), γνωριζόμαστε ελάχιστα ή και καθόλου οπότε δεν υπάρει τίποτε πάνω στο οποίο θα μπορούσε να γατζωθεί αυτή η αλληλεγγύη. Και υπάρχει άραγε ανάγκη γι αυτή; Όχι, προκειμένου να βοηθήσεις έναν συνάδελφο, να σεβαστείς την προσωπικότητά του και τη δουλειά του, να κρατηθείς να μην τον κουτσομπολέψεις, να μην τον ζηλέψεις, να μην του πεις ψέματα και να μη γίνεις υποκριτής, δεν χρειάζεται να είναι κανείς συγγραφέας, παρά μόνο άνθρωπος.  Ας είμαστε συνηθισμένοι άνθρωποι, ας φερόμαστε σε όλους το ίδιο και τότε δεν θα χρειαζόμαστε τεχνητή αλληλεγγύη.

ΕΡ: Μπορεί ένας συγγραφέας να δώσει απαντήσεις για θέματα όπως ο Θεός ή ο πεσσιμισμός;

Μου φαίνεται πως δεν είναι δουλειά του λογοτέχνη να επιλύσει ερωτήματα που αφορούν τον Θεό, τον πεσσιμισμό κτλ. Η δουλειά του συγγραφέα είναι απλά να περιγράψει ποιος μιλάει για τον Θεό και τον πεσσιμισμό, πώς μιλάει και κάτω από ποιες συνθήκες. Ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να κρίνει τους χαρακτήρες του ούτε τις συζητήσεις τους, αλλά να είναι ένας αδέκαστος μάρτυρας τους. Έχω ακούσει τη συζήτηση δυο Ρώσσων για τον πεσιμισμό- μια συζήτηση που δεν καταλήγει πουθενά- και πρέπει να τη μεταδώσω όπως την άκουσα- οι ένορκοι, δηλαδή οι αναγνώστες, θα αποφασίσουν για την αξία της. Η δουλειά μου είναι απλά να διαθέτω το ταλέντο μου- δηλαδή να ξέρω πως να ξεχωρίζω τις σημαντικές προτάσεις από τις ασήμαντες, πώς να φωτίσω τους χαρακτήρες και να μιλήσω τη γλώσσα τους. Ο συγγραφέας Shtcheglov-Leontyev με κατηγόρησε επειδή το διήγημά μου «Τα Φώτα» τελειώνει ως εξής «Ναι, δε μπορούμε να καταλάβουμε τίποτε στον κόσμο αυτόν». Θεωρεί πως ένας συγγραφέας που είναι και καλός ψυχολόγος θα έπρεπε να μπορούσε να καταλάβει.  Όμως δεν συμφωνώ. Είναι πια καιρός οι συγγραφείς, ιδίως όσοι εξ’αυτών είναι καλλιτέχνες, να αναγνωρίσουν πως δε μπορούμε να καταλάβουμε τίποτε στον κόσμο, όπως κάποτε το αναγνώρισε και ο Σωκράτης, και ο Βολταίρος με τη σειρά του. Το πλήθος νομίζει πως ξέρει και καταλαβαίνει τα πάντα και όσο πιο χαζό είναι τόσο ιο ευρεία φαντάζεται πως είναι η θεώρησή του. Αν ένας συγγραφέας στον οποίον το πλήθος πιστεύει, βρει το κουράγιο να πει πως δεν καταλαβαίνει το παραμικρό απ’όσα βλέπει, αυτό και μόνο αυτό θα αποτελέσει κέρδος στο βασίλειο της σκέψης και ένα μεγάλο βήμα προόδου.

ΕΡ:  Τελικά ποια είναι η δουλειά του συγγραφέα;

ΑΠ:  Δεν είναι δουλειά του συγγραφέα να επιλύει προβλήματα που απαιτούν τις γνώσεις ειδικού. Είναι κακό να αναλαμβάνει ένα θέμα που δεν καταλαβαίνει. Διαθέτουμε ειδικούς για να απαντανε τα ειδικά ερωτήματα: ας κρίνουν αυτοί για το μέλλον του καπιταλισμού, τις κομμούνες, τα κακά της μέθης, τις ασθένειες των γυναικών και τις μπότες. Ο καλλιτέχνης πρέπει μόνο να κρίνει όσα καταλαβαίνει- ο τομέας του είναι τόσο περιορισμένος όσο και κάθε άλλου ειδικού- αυτό το επαναλάμβανα συνέχεια. Το ότι στην καλλιτεχνική σφαίρα του δεν υπάρχουν ερωτήσεις παρά μόνο απαντήσεις θα μπορούσε να το υποστηρίξει μόν κάποιος που δεν είχε γράψει ποτέ και τελείως άπειρος στο να σκεφτεί με εικόνες. Ένας καλλιτέχνης παρατηρεί, συλλέγει, μαντεύει, συνδυάζει- και αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη ενός προβληματισμού. Αν ο καλλιτέχνης δεν έχει έσει εξαρχής έναν προβληματισμό δεν υπάρχει τίποτε να συλλέξει και να διαλέξει. Για να συντομεύω θα χρησιμοποιήσω το λεξιλόγιο της ψυχιατρικής: αν κάποιος αρνηθεί πως η δημοιυργική δουλειά εμπεριέχει προβληματισμούς και σκοπό, θα πρέπει να παραδεχτεί πως ο καλλιτέχνης δημιουργεί χωρίς πρόθεση, σε παρεκκλίνουσα κατάσταση, οπότε αν ένας συγγραφέας καυχηθεί πως έγραψε ένα μυθιστόρημα χωρίς κάποιο προϋπαρχον σχέδιο, υπό καθεστώς ξαφνικής έμπνευσης, θα τον αποκαλούσα μουρλό.

ΕΡ: Εσείς δηλαδή τι στόχο είχατε;

ΑΠ:  Είχα στόχο να πετύχω με ένα σμπάρο δυο τριγόνια: να χρωματίσω τη ζωή με τα πραγματικά της χρώματα και ταυτόχρονα να υποδείξω πόσο μακρυά είναι αυτή η ζωή από την ιδανική ζωή. Όχι πως ήξερα δηλαδή τι εστί ιδανική ζωή- κανείς δεν το ξέρει. Όλοι ξέρουμε τι αποτελεί ανειλικρινή πράξη αλλά ποιος έχει αντικρύσει το πρόσωπο της ειλικρίνειας; Η πιο κοντινή στην καρδιά μου αλήθεια, που έχει δοκιμαστεί από ανθρώπους δυνατότερους και σοφότερους από εμένα: η αλήθεια είναι η απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου,  ελευθερία από την καταπίεση, την προκατάληψη, την άγνοια, τα πάθη κτλ

ΕΡ: Είχατε κάνει κάποιες απόπειρες να γράψετε μυθιστόρημα αλλά δεν ευωδοσαν.

ΑΠ: Το καλό με το διήγημα είναι πως έχει μόνο αρχή και τέλος. Το μυθιστόρημα έχει και μέση, που είναι βαρετό.

ΕΡ: Γράφατε γρήγορα;

ΑΠ: Έγραψα ένα μονόπρακτο (Κάλχας) διάρκειας 15-20 λεπτά σε 4 φύλλα χαρτί. Είναι καλύτερο να γράφεις μικρά παρά μεγάλα πράγματα: δεν είναι ψωροφαντασμένα και πετυχαίνουν. Το έγραψα σε μια ώρα και 5 λεπτά.

ΕΡ: Ασχέτως από αυτή τη συνέντευξη όπου σας έχει πιάσει λογοδιάρροια, σας άρεσε η συντομία στο λόγο.

ΑΠ: Το λακωνίζειν είναι ο αδελφός του ταλέντου. Δεν χρειάζεται να ακους σε ένα θεατρικό για «τα ράφια που ήταν γεμάτα βιβλία». Τα « ράφια» σκέτο φτάνει.

ΕΡ: Ήσαστε και γιατρός και συγγραφέας. Δεν είχατε ακούσει την παρομοία «πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης»;

ΑΠ: Και η αδελφή μου με συμβούλευε να μην κυνηγάω δυο λαγούς ταυτόχρονα και να αφήσω στην άκρη την ιατρική. Δεν ξέρω όμως γιατί κανείς δεν κάνει να κυνηγάει ταυτόχρονα δυο λαγούς ούτε με την κυριολεκτική έννοια. Ένιωθα μεγαλύτερη αυτοπεποίθεση και ικανοποίηση όταν σκεφτόμουν πως είχα δυο και όχι ένα επαγγέλματα. Η ιατρική ήταν η νόμιμη σύζυγος μου και η λογοτεχνία η ερωμένη μου. Όταν με κούραζε η μια, περνούσα μια βραδιά με την άλλη. Αν και απείθαρχο, δεν ήταν βαρετό και εκτός των άλλων, καμιά από τις δύο δεν έχασε κάτι εξαιτίας της απιστίας μου. Χωρίς τη ιατρική αμφιβάλω αν θα μπορούσα να αφιερώνω τον ελεύθερο χρόνο μιυ και τις σκέψεις μου στη λογοτεχνία. Είχα μηδενική αυτοπειθαρχία.

ΕΡ: Δεν σας πείραζε να σας κοροϊδεύουν;

ΑΠ: Μπα. Οι χιουμορίστες που κορόιδευαν τα έργα μου έκαναν τόσο βαρετά αστεία που δεν άξιζε κανείς να ασχοληθεί μαζί τους. Από την άλλη, αν κάποιος έκανε ένα καλό αστείο για το έργο μου, ήταν μεγάλη μου χαρά να έχω δώσει εγώ την ευκαιρία σε κάποιον να κάνει ένα καλό αστείο.

ΕΡ: Ο πρωταγωνιστής στο «Πάρτυ» είναι πολύ καλός χαρακτήρας. Αν μου επιτρέπετε μια υπόδειξη, θα έπρεπε να τον είχατε αναπτύξει περισσότερο.

ΑΠ: Για όνομα του Θεού! Δεν είμαι τόσο κάφρος, ξέρετε, το καταλαβαίνω και εγώ αυτά. Καταλαβαίνω πως έκοβα το λαιμό των χαρακτήρων μου και τους κατέστρεφα κατασπαταλώντας καλό υλικό.

Για να σας πω την αλήθεια, με μεγάλη μου χαρά θα περνούσα 6 μήνες γράφοντας το «Πάρτυ». Μου άρεσε να μη βιάζομαι και δεν έβλεπα τίποτε το καλό στο να εκδίδω κάτι με αστραπιαία ταχύτητα. Θα μπορούσε με τη θέληση μου, με μεγάλη χαρά, με συναίσθημα, με άνεση να περιγράψω ολόξληρο τον ήρωα, το τι σκεφτότνα ενώ η γυναίκα του γεννούσε, τη δίκη του, το άσχημο αίσθημα που νιώθει μετά την αθώωση του, τη μαμή να πίνει τσάι με τους γιατρούς στη μέση της νύχτας, τη βροχή….. Δεν θα μου έδινε παρά χαρά αυτό επειδή μου άρεσε να ψαχουλεύω και να χασομεράω. Όμως τι να έκανα; Ξεκίνησα τη συγκεκριμένη ιστορία στις 10 Σεπτεμβρίου με σκοπό να την ολοκληρώσω στις 5 Οκτωβρίου το αργότερο για να μην απογοητεύσω τον εκδότη του περιοδικού και μείνω και πανί με πανί. Επέτρεπα στο εαυτό μου στην αρχή να γράφει με ξέγνοιαστο μυαλό. Μέχρι όμως να φτάσω στη μέση με έπιανε η ατολμία μου και η ιστορια μου παραφαινόταν μεγάλη- υπενθύμιζα στον εαυτό μου πως το περιοδικό the Syeverny Vyestnik δεν ήταν ιδιαίτερα πλούσιο και εγώ ήμουν από τους ακριβούς συνεργάτες του. Γιάυτό το λόγο στην αρχή όλα μου τα διηγήματα φαίνονται πολλά υποσχόμενα, λες και ξεκινούσα ένα μυθιστόρημα. Στη μέση τα διηγήματά μου γίνονται μαζεμένα και πιο ντροπαλά. Ε και στο τέλος γίνονται σαν σκετσάκια, σαν πυροτεχνήματα. Όταν κανείς σχεδιάζει μια ιστορία πρέπει να σκεφτεί πρώτα το πλαίσιο της: από ένα πλήθος πρωταγωνιστών και δευτερευόντων χαρακτήρων πρέπει να επιλεχθεί ένα πρόσωπο- μια ή ένας σύζυγος- και να ζωγραφιστεί στον καμβά μόνος του, κυρίαρχος ενώ οι υπόλοιποι είναι διασκορπισμένοι στον καμβά σα μικρά κέρματα και το αποτέλεσμα είναι κάτι σαν τον ουράνιο θόλο: ένα μεγάλο φεγγάρι και μερικά μικρά αστεράκια γύρω του. Όμως το φεγγάρι δεν είναι επιτυχές γιατί μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο αν είναι κατανοητά και τα αστέρια και τα αστέρια ποιος τα καταλαβαίνει; Οπότε αυτό που παρήγαγα δεν είναι λογοτεχνία αλλά μπαλώματα στο παλτό ενός χαρακτήρα. Και τι να έκανα; Μόνο ο χρόνος σε κάνει καλύτερο. Παρά το λογοτεχνικό βραβείο που έλαβα, ένιωθα πως δεν έχω ξεκινήσει ακόμη το λογοτεχνικό μου έργο. Στο μυαλό μου μαράζωναν χαρακτήρες για διηγήματα και μυθιστορήματα- μερικοί γέρασαν χωρίς ποτέ να καταφέρω να τους γράψω. Στο κεφάλι μου υπήρχε μια στρατιά ανθρώπων που ζητούσε να απελευθερωθεί και περίμενε μόνο μια λέξη. Ότι έχω γράψει είναι σκουπίδια σε σχέση με αυτά που θα ήθελα να έχω γράψει. Είτε έγραφα ένα διήγημα όπως «Τα Φώτα», είτε μια κωμωδία είτε ένα γράμμα σε ένα φίλο –ήταν  όλα βαρετά- άψυχα, μηχανικά και με ενοχλούσαν οι κριτικοί όταν έλεγαν κάποια καλή κουβέντα. Ένιωθα πως τους εξαπατούσα όλους με το έργο μου- όπως και με τη φάτσα μου όταν έμοιαζε σοβαρή ή χαρούμενη. Δεν μου άρεσε η επιτυχία- απλά έκανε όλους αυτούς τους ανθρώπους μέσα στο κεφάλι μου να ζηλεύουν τρομερά όσα ήδη είχα γράψει. Με ενοχλούσε που τα σκουπίδια γινόντουσαν και τα καλά πράγματα βρισκόντουσαν στο πατάρι σαν παλιά βιβλία. Φυσικά μάλλον υπερβολικό είναι όλο αυτό το κλαψούρισμα, είναι όμως αλήθεια κατά ένα μεγάλο του μέρος.

ΕΡ: Θα μας κουφάνετε. Αφού δεν σας αρέσουν τα δικά σας έργα, τι είναι τέλος πάντων «καλό»;

ΑΠ: Τι αποκαλώ «καλό»; Οι εικόνες που μου φαινόντουσαν καλύτερες, που αγαπούσα και ζηλόφθονα φυλούσα για να μην τις σπαταλίσω και τις καταστρέψω για ένα βιαστικά γραμμένο διήγημα. Σκεφτόμουν πάντα πως είτε είμαι ένας επηρμένος βλάκας είτε ένας οργανισμός ικανός να γίνει καλός συγγραφέας. ‘Ο,τι έγραφα δε μου άρεσε και μου φαινόταν βαρετό, όμως ότι ζούσε μέσα στο κεφάλι μου με ενδιέφερε, με ιντρίγκαρε και με κινητοποιούσε- και έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα πως όλοι κάνουν λάθος και μόνο εγώ κατέχω το μυστικό για να κάνω το σωστό. Αλλά βέβαια ολοι οι συγγραφείς το ίδιο πιστεύουν για τον εαυτό τους.

ΕΡ: Νιώθω πως έχω πολλά να εκφράσω αλλά οι άνθρωποι δε με καταλαβαίνουν. Δίκιο δεν έχω;

ΑΠ: Συχνά παραπονιέσαι πως οι άνθρωποι «δεν σε καταλαβαίνουν». Ο Γκαίτε όμως και ο Νεύτωνας ποτέ δεν γκρίνιαξαν για κάτι τέτοιο. Μόνο ο Χριστός παραπονέθηκε αλλά Αυτός αναφερόταν στο Δόγμα του, όχι στον Εαυτό του.  Μια χαρά σε καταλαβαίνουν οι άνθρωποι. Αν εσύ δεν καταλαβαίνεις τον εαυτό σου, σίγουρα δεν φταίνε αυτοί.

ΕΡ: Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω και εγώ συγγραφέας. Αλλά δεν τα καταφέρνω και πολύ καλά προς το παρόν απλά γράφω στον Αναγνώστη.

 ΑΠ: Για να γίνεις «κόμισσα της λογοτεχνίας», θα πρέπει πρώτα να περάσεις από τα προηγούμενα στάδια: πρώτα θα πιάσεις το κοράκι, μετά την κίσσα και ίσως μετά από όλα αυτά έναν άσπρο κύκνο.

ΕΡ: Πείτε μας καμιά συγγραφική συμβουλή

ΑΠ: Προσπάθησε να γράφεις πρωτότυπα και έξυπνα-όμως μη φοβάσαι να γελοιοποιηθείς. Χρειαζόμαστε ελευθερία στη σκέψη και απελευθερωμένος συγγραφέας είναι μόνο αυτός που δεν φοβάται να γράψει χαζά πράγματα. Μην στρογγυλοποιείς, μην καλογυαλίζεις. Ναι στα περίεργα και τα αναιδή. Το αντικείμενο χρειάζεται να είναι καινούργιο και ας μην υπάρχει «ηθικό δίδαγμα». Οι μύγες καθαρίζουν τον αερα όσο τα θεατρικά έργα τα ήθη….

ΕΡ: Και μια συμβουλή για ηθοποιούς

ΑΠ: Θα σαςπω αυτά που έλεγα και στη γυναίκα μου.Δεν αρκούν μερικές αποτυχίες για να χάνει ένας ηθοποιος τον ύπνο  του και το κουράγιο του. Οι τέχνες, και συγκεκριμένα η σκηνή, αποτελούν ένα έδαφος όπου κανείς δε μπορεί να περπατήσει χωρίς να σκοντάψει μερικές φορές. Μπροστά στον καθένα μας υπάρχουν πολλές αποτυχημένες μέρες και ολόκληρες σεζόν που είναι φιάσκο –υπάρχουν παρεξηγήσεις και τεράστιες απογοητεύσεις. Για όλα αυτά πρέπει κανείς να είναι προετοιμασμένος, να τα περιμένει και παρά όλες τις αναποδιές να συνεχίζει το μονοπάτι του.

ΕΡ: Ε, πείτε μιας και κάτι για τους κριτικούς.

ΑΠ: Μακάρι να είχαμε καλύτερους κριτικούς.

ΕΡ: Ένας διηγηματογράφος που έγραψε θεατρικά ή τούμπαλιν, πάντως είστε από τους πιο πετυχημένους συγγραφείς όλων των εποχών.

ΑΠ: Το να διαχωρίζει κανείς τους ανθρώπους σε πετυχημένους και αποτυχημένους συνεπάγεται την εξέταση  της ανθρώπινης φύσης από μια μυωπική, προκαθορισμένη σκοπιά. Εσύ είσαι πετυχημένη ή όχι; Εγώ; Ο Ναπολέοντας; Ένας υπηρέτης; Ποιο είναι το κριτήριο; Μόνο αν κάποιος είναι θεός θα μπορούσε να διαχωρίσει τις επιτυχίες από τις αποτυχίες χωρίς να κάνει λάθος.

 

Τσεχοφιαστείτε γιατί χανόμαστε!!

 

  • Βρείτε τα βιβλία του σταΒιβλιοπωλεία  Ευρυπίδη.
  • Το διήγημα του Τσέχωφ «Θάλαμος Νο 6» ανεβαίνει στο θέατρο Άλφα 9/2-2/3 σε σκηνοθεσία Νατάσσας-Φαίης Κοσμίδου.
  • Ο «θείος Βάνιας» με Λούλη, Καλογεροπούλου, Μαυροματάκη, Τζήμου κ.α. σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζά στο θέατρο Προσκήνιο μέχρι 12/2
  • Ο «Βυσσινόκηπος» στο Μικρό Broadway μέχρι 31/1 και μέτα από Οκτώβριο του 23.
  • Το βωντβιλ μονόπρακτο « Η Αρκούδα» σε σκηνοθεσία Ν. Κορδώνη ως 12.3 στον Χωροχρόνο.

 

Προηγούμενο άρθροΔέκα βήματα προς/από το φόνο (του Γιάννη Πανούση)
Επόμενο άρθροΠαίζοντας με την πολιτική Βιβλίου (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ