Αντίο Βερολίνο

0
646

 

Της Νίκης Κώτσιου

O βρετανός συγγραφέας Κρίστοφερ Ίσεργουντ(1904-1986) έζησε στη Γερμανία μεταξύ 1929 και 1933. Ένας από τους λόγους που υπαγόρευσαν τη μετανάστευσή του ήταν, όπως έχει ο ίδιος παραδεχτεί, η ομοφυλοφιλία του. Το Βερολίνο, ανέκαθεν ανεκτικό και φιλικό στην γκέι κοινότητα, δεν μπορούσε παρά να αποτελεί αδιαφιλονίκητο πόλο έλξης για τους ανήσυχους, ανειρήνευτους  ευρωπαίους ή τους  λιμπερτίνους, που ένιωθαν να ασφυκτιούν στα συντηρητικά και καταπιεστικά περιβάλλοντα των πατρίδων τους. Το μεσοπολεμικό Βερολίνο της ελευθεριότητας και της ξέφρενης διασκέδασης δεν έθετε φραγμούς στο σεξουαλικό προσανατολισμό και φιλοξενούσε μια μεγάλη ποικιλία από μειοψηφίες, που οπουδήποτε αλλού θα εισέπρατταν μάλλον χλεύη και αποκλεισμούς.

Τόπος μύησης στη σεξουαλική ελευθερία και τον παντοειδή πειραματισμό, όχι μόνο στο πεδίο του σεξ αλλά και των τεχνών, το «μυθικό» Βερολίνο της δεκαετίας του ’20 και του ’30 έγινε ο παράδεισος της καλλιτεχνικής καινοτομίας και της πιο παρακμιακής  ηδονής λειτουργώντας σαν κέντρο μιας φρενιτιώδους δραστηριότητας και νυχτερινής ζωής. Στο Βερολίνο, ο Κρίστοφερ Ίσεργουντ προσχώρησε στην καλλιτεχνική πρωτοπορία συνδυάζοντας τα καμπαρέ και τα καταγώγια με την όπερα, τη ζωγραφική του ‘Οττο Ντιξ και το σινεμά. Αυτόν τον εξόχως φανταχτερό και πολύχρωμο κόσμο περιγράφει στο ημι-αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημά  «Αντίο Βερολίνο»(σε προσεγμένη μετάφραση της Ιωάννας Ηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο), λίγο πριν την άνοδο των ναζί στην εξουσία, που θα σημάνει και το οριστικό τέλος της βερολινέζικης ευδαιμονίας.

Ο αφηγητής φέρει κι αυτός το όνομα «Κρίστοφερ Ίσεργουντ», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ταυτίζεται απολύτως με το πρόσωπο του συγγραφέα. Ο συγγραφέας Ίσεργουντ υπήρξε ανοιχτά ομοφυλόφιλος, πράγμα που δεν ισχύει για τον αφηγητή Ίσεργουντ, που εμφανίζεται να μιλά εξ ονόματος της κανονικότητας και της ηγεμονικής αρσενικότητας (παρά τις γκρίζες ζώνες και τις σημαίνουσες σιωπές του σε κρίσιμα σημεία της πλοκής) και ως τέτοιος περιγράφει τα τεκταινόμενα στο Βερολίνο της νιότης του. Από την πλήρως, λοιπόν, «κανονικοποιημένη» θέση του μορφωμένου άγγλου μεσοαστού με τη «σωστή» σεξουαλικότητα, ο αφηγητής Ίσεργουντ  μας ξεναγεί με τρόπο μοναδικό στο Βερολίνο της ηδονής και της παρακμής, επιφυλάσσοντας μοναδικές περιγραφές και περιηγήσεις σε γειτονιές πλούσιες και φτωχές, όπου παρεπιδημούν κολασμένοι, χαρισματικοί, προνομιούχοι και υπο-προνομιούχοι που προσπαθούν αν διαχειριστούν τη μοίρα τους με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία.

Ο Ίσεργουντ-αφηγητής, που αντιμετωπίζει τον εαυτό του σαν ένα ακόμη μυθιστορηματικό πρόσωπο, γίνεται το άγρυπνο μάτι που παρακολουθεί και καταγράφει την έντονη ζωή της πόλης και τους πρωταγωνιστές της. Από την  πρώτη κιόλας σελίδα δηλώνει εξάλλου ότι «είμαι μια φωτογραφική μηχανή με το κλείστρο της ανοιχτό» θέλοντας να διεκδικήσει εξαρχής την απροκατάληπτη αντικειμενικότητα. Σε ό,τι αφορά τη δική του ιδιωτική ζωή, είναι ολιγόλογος ή σιωπηλός, αρκούμενος στα απολύτως αναγκαία. Εστιάζει κυρίως στον κύκλο των φίλων και των γνωστών μεταφέροντας την αλληλεπίδρασή του μαζί τους, αλλά συνήθως προφυλάσσει επιμελώς τον εαυτό του από την υπερ-έκθεση ασκώντας μια συστηματική αυτό-λογοκρισία, που σκοπό έχει να διαφυλάξει τη δημόσια εικόνα του. Ακόμα και τα κεφάλαια που τιτλοφορούνται «Ημερολόγια», ξεφεύγουν από την πεπατημένη του συμβατικού ημερολόγιου που εστιάζει πρωταρχικά στον γράφοντα και ασχολούνται με τις πικάντικες και γκροτέσκες περιπέτειες «ανορθόδοξων» φίλων, που αναζητούν την τύχη τους μέσα στη φαντασμαγορία του Βερολίνου, τη στιγμή που ο μύθος του αρχίζει να παραπαίει.

Εξέχουσα φιγούρα μέσα σ’ αυτό το θίασο των «καταραμένων» αναδεικνύεται η Σάλι Μπόουλς(την  ενσάρκωσε μοναδικά η Λάιζα Μινέλλι στο εμπνευσμένο από το βιβλίο «Καμπαρέ»), μια νεαρή εγγλέζα τυχοδιώκτρια μεσοαστικής καταγωγής που έρχεται στο Βερολίνο για να δουλέψει ως αρτίστα, με απώτερο σκοπό να βρει μια θέση πρωταγωνίστριας στη βιομηχανία του θεάματος.  Μετά από αλλεπάλληλες αποτυχίες και μια άδοξη θητεία στα καμπαρέ, καταλήγει πόρνη πολυτελείας. Η Σάλι  εμπνέεται από την ιδέα της γυναίκειας χειραφέτησης και θέλει να γίνει πρώτη αυτή η γυναίκα της καινούριας εποχής, που θα πετάξει μακριά τις συμβάσεις, τις αγκυλώσεις  και τα στερεότυπα, για να ζήσει μια ζωή ανεξάρτητη και μοντέρνα. Ωστόσο, σταθερά προσκρούει πάνω σε ανυπέρβλητα εμπόδια που συστηματικά ακυρώνουν τα σχέδιά της και την πετάνε όλο και περισσότερο στο περιθώριο. Την παρακολουθούμε να «καταναλώνεται» από το ανδρικό κοινό πρώτα ως θέαμα επί σκηνής και στη συνέχεια ως γυναικείο σώμα-σκεύος ηδονής.Η Σάλι «συναλλάσσεται» με όρους εμπορικούς και σιγά-σιγά αρχίζει να βλέπει και η ίδια τον εαυτό της  μέσ’ από το παραμορφωτικό βλέμμα των πελατών της, που τη χειρίζονται ως εμπόρευμα με ημερομηνία λήξεως. Το οικονομικό και κοινωνικό κέρδος γίνεται ο απόλυτος ρυθμιστής των πράξεών της που, από ένα σημείο και μετά, τελούνται ψυχρά και υπολογιστικά μέσα σ’ένα συναισθηματικό κενό.  Η εκζήτηση και η ανόητη επιτήδευση στα φερσίματα της Σάλι, η θεατρικότητα των χειρονομιών της και της γλώσσας του σώματος, η αφύσικη υπερβολή στη συμπεριφορά και την ομιλία της και η παιδαριώδης αφέλεια απέναντι στα ρίσκα και τις προκλήσεις της  περιπετειώδους βερολινέζικης ζωής πλάθουν ένα σπαρταριστό ανθρώπινο τύπο, που δεν κατανοεί τα ίδια του τα αιτήματα και πέφτει θύμα μιας αθεράπευτης ματαιοδοξίας, ρηχότητας κι επιπολαιότητας.

Το αρσενικό αντίστοιχο της Σάλι είναι ο νεαρός Γερμανός Όττο Νόβακ που, προερχόμενος από μια πάμφτωχη  λαϊκή οικογένεια, επιδίδεται κι αυτός στην πορνεία παρέχοντας τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής στον κάθε ενδιαφερόμενο, άντρα ή γυναίκα. Ωστόσο, ο Νόβακ δεν έχει τις αυταπάτες της Σάλι και κάνει ό,τι κάνει με πλήρη επίγνωση και χωρίς καμία ενοχή. Υπό το βάρος της ανάγκης και της ανέχειας εκπορνεύεται χωρίς δισταγμούς και προσπαθεί να εκμεταλλεύεται όσο το δυνατόν περισσότερο τον εκάστοτε παρτενέρ του αποκομίζοντας σημαντικά κατά καιρούς οφέλη απ’ τις ερωτικές συναλλαγές του. Η Σάλι καταφέρνει να γλιτώνει απ’ την απόλυτη κατάντια χάρη στα κάποια ερείσματα, οικονομικά και ηθικά που της εξασφαλίζουν οι καταβολές της. Όμως ο Νόβακ είναι εντελώς ξεκρέμαστος και δε διαθέτει κανένα ηθικό περιεχόμενο. Ζει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και τον ενδιαφέρει μόνο η επιβίωση.

Στους αντίποδες κινείται η Νατάλια Λαντάουερ, νεαρή εβραία μεγαλοαστικής καταγωγής, που εμφορείται από υψηλές ιδέες και θέλει να ζήσει μια ζωή  απαλλαγμένη από κενά σχήματα και κούφιες συμβατικότητες. Αν και νιώθει εγκλωβισμένη μέσα στο στενό κανονιστικό πλαίσιο της τυπικής οικογένειας, δεν επιχειρεί άλματα και υπερβάσεις αλλά καλλιεργεί μια μυστική, εσωτερική αντίσταση στις νόρμες και φροντίζει να επωφεληθεί από τις μορφωτικές ευκαιρίες, που μπορεί να της παρέχει η οικογένειά της. Έχοντας σφυρηλατήσει έναν ισχυρό χαρακτήρα με γερή θωράκιση και καλλιέργεια, η Νατάλια εμφανίζεται ικανή να χειριστεί τις προκλήσεις της ενήλικης ζωής και να μην παρεκκλίνει από τα οράματα και τις αξίες της. Άλλωστε, η οικονομική της άνεση τη βοηθάει να ζει τα όνειρά της χωρίς τους περισπασμούς του βιοπορισμού, που έχουν να αντιμετωπίσουν η Σάλι και ο Όττο. Αφήνει πίσω της το ναζισμό, καταφεύγοντας αλώβητη στο Παρίσι του έρωτα και της τέχνης. Σπουδάζει και ερωτεύεται.

Ο αφηγητής πλαισιώνεται από πολλά ακόμη πρόσωπα, που προσπαθούν να βρουν το βηματισμό τους μέσα στο χαοτικό Βερολίνο. Στον κύκλο του εντάσσονται γκέι, εβραίοι και κομμουνιστές,  που γρήγορα μπαίνουν στο στόχαστρο των διαρκώς ανερχόμενων ναζί και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στοχοποιούνται και εξοντώνονται.

Καθώς η σκιά του φασισμού αρχίζει να πέφτει όλο και πιο βαριά πάνω στην πόλη, ο Ίσεργουντ αποφασίζει να πάρει το δρόμο της επιστροφής. Κάποιοι φίλοι του είναι ήδη νεκροί και το Βερολίνο, δυσοίωνο πια, έχει πάψει οριστικά να θυμίζει τον παλιό εαυτό του.

INFO:
Κρίστοφερ Ίσεργουντ: Αντίο Βερολίνο, μτφρ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ.328, εκδ. Μεταίχμιο,2014

Προηγούμενο άρθροΠοιοι κινούν τα νήματα στην Ευρώπη
Επόμενο άρθρο«Campus corpus»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here