Αναμνήσεις από τον καιρό της πανδημίας (του Φίλιππου Φιλίππου)

0
446

του Φίλιππου Φιλίππου

Η περίοδος του εγκλεισμού στο σπίτι λόγω της πανδημίας που άλλαξε τη ζωή μας από τον Μάρτιο έως τον Μάιο του 2020 και οδήγησε αρκετούς συνανθρώπους μας στην κατάθλιψη και στη λήψη χαπιών. Η απομόνωση, η έλλειψη ανθρώπινης παρουσίας, οι δυσκολίες στην επικοινωνία, έστρεψαν ορισμένους όχι μόνο στο διάβασμα, στην ακρόαση μουσικής από ραδιόφωνα ή το διαδίκτυο, στην παρακολούθηση ταινιών σε τηλεοπτικά κανάλια ή σε DV-player, όπως έκαναν οι περισσότεροι. Τους ώθησε σε κάτι δημιουργικό: το γράψιμο, τη ζωγραφική, τη σύνθεση τραγουδιών. Ανάμεσα σ’ εκείνους που αξιοποίησαν τις θλιβερές μέρες και νύχτες του εγκλεισμού είναι και ο Δημήτρης Καταλειφός (Αθήνα, 1954).

Καταξιωμένος ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος υποκριτικής, ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Θεάτρου «Η Σκηνή» –τον θυμόμαστε στο έργο του Κλάιστ Η σπασμένη στάμνα στο θέατρο της οδού Κυκλάδων– και του Θεατρικού οργανισμού «Μορφές», τιμημένος με πολλά βραβεία, εξέδωσε πρόσφατα τη συλλογή σύντομων κειμένων ποιητικής πρόζας Συμπληγάδες γενεθλίων. Πρόκειται για την πρώτη του συγγραφική απόπειρα, όπως τη χαρακτηρίζει. Τα κείμενα γράφτηκαν το πρώτο εξάμηνο της τρομερής χρονιάς 2020, συγκεκριμένα από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τις 21 Μαΐου, παραμονή των γενεθλίων του, εξού και ο τίτλος του βιβλίου.

Όπως  σημειώνει στον πρόλογό του, εξαιτίας του εγκλεισμού το θέατρο έκλεισε και ξαφνικά βρέθηκε χωρίς υποχρεώσεις και καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Η επιθυμία του να γράψει βρισκόταν εν υπνώσει και ξύπνησε, οπότε άρχισε να θυμάται να καταγράφει. Και οι πρώτες εικόνες που αναδύθηκαν στη μνήμη του ήταν τα παιδικά του χρόνια: «Θυμήθηκα τη μαμά, και ύστερα τον μπαμπά μου», γράφει «Απόντες». Και παρακάτω: «Να κρύβεις τη φωτογραφία τους και μετά πάλι να την κρεμάς. Προδότες. Και προδομένοι».

Αμέσως μετά, καταφτάνουν οι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία: «Ταξιδεύω στα γαλανά νερά της Αίγινας, στα πεύκα στο Αγκίστρι. Πράσινα παραθυρόφυλλα περιμένουν να με υποδεχτούν, τζιτζίκια να μου τραγουδήσουν». Στη συνέχεια, ο αφηγητής περιγράφει συνοπτικά τις καθημερινές του ασχολίες εντός του σπιτιού του την περίοδο του εγκλεισμού. Λίγα τηλεφωνήματα, φαγητό απ’ έξω, ύπνος ελάχιστος, τηλεπαιχνίδια τη μικρή οθόνη, καφές, ξύρισμα, γράψιμο ποιημάτων.

Κι ύστερα πάλι αναμνήσεις: «Έτρεχα να αγοράσω το τετράδιο. Πίσω στο σπίτι η μαμά καβούρδιζε τον χαλβά. Το γλυκό που ακόμα αγαπώ. Όταν θα γύριζα, θα ήταν όλοι εκεί. Ο μπαμπάς, η μαμά, τα’ αδέλφια, η Μαριώ. Τα είχα όλα. Τους είχα όλους. Έτρεχα ν’ αγοράσω το τετράδιο ξέροντας τι θα πει ευτυχία».

Κάποια στιγμή, ο έγκλειστος βλέπει ένα ωραίο σύννεφο να παραστέκεται στην απέναντι πολυκατοικία και σκέφτεται ότι  «Φαίνεται πως κάτι κληρονόμησα από τον νησιώτη πατέρα μου, και τώρα αυτό το ωραίο σύννεφο απέναντι με καλεί να επιστρέψω».

Κι ύστερα αναφέρει τα βιβλία και την αγάπη του γι’ αυτά. «Ήθελα πάντα μια βιβλιοθήκη γεμάτη .Τώρα την έχω». Κι αμέσως σκέφτεται τα τραγικά που συμβαίνουν γύρω του. «ακούγοντας για νέους νεκρούς, πού πάνε όλα αυτά που διάβασαν,  που έμαθαν που είδαν».

Αφού γράφει για το χιόνι που είδες από το παράθυρό του στην πλαϊνή αυλή και τις στιγμές ευτυχίας που του χάρισε, για το παλιό του σπίτι, την αμυγδαλιά, μια μουσική το καλοκαίρι, αναρωτιέται: «Γιατί τα θυμάμαι όλα αυτά; Ποιος νοιάζεται για όλα αυτά;»

Ακολουθούν οι αναστοχασμοί, οι διαπιστώσεις, τα συμπεράσματα.  «Περίμενε να γεράσει για να βγει στην ποίηση», «Έπρεπε να γεράσει για να στοχαστεί τον έρωτα», «Έφτασε να γεράσει για να δει τον κόσμο», «Ήτανε να γεράσει για να μπει στην ποίηση».

Οι αναμνήσεις επανέρχονται: «Το καλοκαίρι πήγε να δουλέψει στο μαγαζί του θείου του, στο κέντρο. Βιοτεχνία νυχτικών και εσωρούχων. Παιδί για όλες τις δουλειές. Στη μέσα κάμαρα σκυφτές γυναίκες έραβαν οκτώ με τρεις. Το φως ερχόταν από αναμμένες λάμπες. Μια μέρα τους διάβασε κάτι στιχάκια που σκάρωσε γι’ αυτές». Κι εκείνες του είπαν «πως όταν μεγαλώσει θα γίνει ποιητής».

Περιέργως, κι ενώ γίνονται αναφορές στη ζωγραφική του, το θέατρο σχεδόν απουσιάζει από τούτα τα γραπτά. Το μνημονεύει μόνο μια φορά στο κεφάλαιο 48: «Το θέατρο είναι τόπος φαντασμάτων και ιδεών. Μετά έβαλα φόβο, ιδρώτα και χαρά. Μαζί κι ένα κοστούμι».

Το τελευταίο κεφάλαιο, το 65, που παραπέμπει στο 65ο έτος της ζωής του, αρχίζει: «66 νταν αύριο, κι η καμπάνα μου άρχισε ήδη να χτυπάει. Ημέρα θλίψης ή χαράς; Είναι σίγουρα θέμα οπτικής. Ή ίσως και αισθητικής». Και τελειώνει ως εξής: «Ούτε ο πρώτος είμαι ούτε ο τελευταίος που περνά τις Συμπληγάδες γενεθλίων».

Σίγουρα η παρούσα συλλογή είναι το απόσταγμα ζωής του Δημήτρη Καταλειφού

 

Δημήτρης Καταλειφός, Συμπληγάδες γενεθλίων,Εκδόσεις Πατάκη

Βρες το εδώ

 

.

Προηγούμενο άρθροΟι μάγισσες δεν πιστεύουν στα δάκρυα (της Σόνιας Χαϊμαντά)
Επόμενο άρθροΓοργώ (της Βίκυς Κατσαρού)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ