Αναμνήσεις από το υπόγειο των πεθαμένων (του Ε.Μακεδόνα)

0
209

 

 

 

Γράφει ο Ελευθέριος Μακεδόνας

 

Επιστολές ενός νεκρού [Письма мёртвого человека] (1986) – Konstantin Lopushansky (Σοβιετική Ένωση)

Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε τον κόσμο αμέσως μετά από μία πυρηνική καταστροφή. Η ατμόσφαιρα της Γης έχει υποκατασταθεί από μία πηχτή μάζα ραδιενεργούς ομίχλης που καλύπτει τα πάντα. Οι άνθρωποι κινούνται στην επιφάνεια της Γης μόνο για τα απολύτως απαραίτητα, φορώντας ειδικές προστατευτικές στολές και μάσκες, – όσοι έχουν καταφέρει να τις βρουν, – σαν αυτές που γνωρίζουμε από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ζουν υποχρεωτικά κάτω από την επιφάνεια της Γης, σε υπόγεια κατεστραμμένων κτηρίων, σε σήραγγες και ειδικά καταφύγια. Η έκθεση στη ραδιενεργή ομίχλη προκαλεί τρομακτικές ασθένειες κι επιφέρει τον θάνατο. Τα τρόφιμα και κυρίως τα φάρμακα είναι είδη δυσεύρετα. Η μαύρη αγορά ακμάζει, ως ο μόνος τρόπος για να τα αποκτήσει κανείς. Επάνω, έχει επιβληθεί στρατιωτικός νόμος. Όσοι απελπισμένοι αναγκάζονται να προσφύγουν στη μαύρη αγορά για λίγο φαγητό ή για κάποιο φάρμακο, πατάσσονται ανελέητα από τον στρατό που καραδοκεί παντού.

Υπάρχουν ελάχιστα σχετικά ασφαλή καταφύγια, όμως εκεί γίνονται δεκτοί μόνο όσοι είναι υγιείς. Οι λίγοι γιατροί που έχουν απομείνει είναι κι αυτοί άτεγκτοι. Χορηγούν τα απαραίτητα πιστοποιητικά υγείας μόνο στους νέους και τους υγιείς, ακολουθώντας αυστηρά τους νόμους που έχει επιβάλει το στρατιωτικό καθεστώς. Σε αντίθετη περίπτωση, κινδυνεύουν να τιμωρηθούν οι ίδιοι με εκτέλεση. Οι άρρωστοι, οι πιο αδύναμοι κι οι γηραιότεροι εγκαταλείπονται στο έλεος της τύχης τους, καταδικασμένοι να περιφέρονται από υπόγειο σε υπόγειο, εκτός καταφυγίων, εκτεθειμένοι ανά πάσα στιγμή στη ραδιενέργεια, την πείνα, το ψύχος και τις δυνάμεις ασφαλείας που καιροφυλακτούν. Ο θάνατός τους δεν αργεί συνήθως να έρθει. Η επιφάνεια της Γης έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο νεκροταφείο, σε έναν πηχτό βάλτο φτιαγμένο από λάσπη, συντρίμμια κτηρίων και αμέτρητα ανθρώπινα κουφάρια που αποσυντίθενται αργά.

Η Αποκάλυψη έχει έρθει. Το τέλος τής ανθρωπότητας είναι γεγονός. Όμως ο καθηγητής Λάρσεν, ένας Νομπελίστας Καθηγητής Φυσικής δεν το πιστεύει. Του φαίνεται αδιανόητο, ολόκληρος ο ανθρώπινος πολιτισμός να έχει καταστραφεί έτσι απλά. Από έναν συνδυασμό ανθρώπινης απερισκεψίας και κακής τύχης. Διότι ναι, πόλεμος έγινε σίγουρα και ίσως συνεχίζεται ακόμη, όμως η ειρωνεία είναι ότι ο πόλεμος αυτός ξεκίνησε – ή τελείωσε – λόγω ενός απλού, όσο και γελοίου ανθρώπινου λάθους: κάποιος χειριστής ενός πυρηνικού οπλικού συστήματος πάτησε κατά λάθος το μοιραίο κουμπί, στη συνέχεια προσπάθησε απεγνωσμένα να σταματήσει την εκτόξευση του πυραύλου, όμως δεν το κατάφερε, λόγω της κούπας τού καφέ που κρατούσε στα χέρια του. Μόλις συνειδητοποίησε το τι συνέβη, κλείστηκε σε ένα δωμάτιο και κρεμάστηκε.

Τουλάχιστον αυτός δεν είδε. Ο Καθηγητής Λάρσεν όμως είδε με τα μάτια του το τέλος τού πολιτισμού και της ανθρωπότητας και τώρα περνάει πια τις βασανιστικές του μέρες – ή μάλλον νύχτες, γιατί ο Ήλιος έχει καλυφθεί εντελώς από τη ραδιενεργή ομίχλη – μαζί με τη βαριά άρρωστη γυναίκα του και με μερικούς ακόμη ρακένδυτους ανθρώπους-τυφλοπόντικες, όσους επέζησαν, στα υπόγεια λαγούμια τού Μουσείου όπου δούλευαν όλοι τους πριν την καταστροφή. Έζησε από κοντά και είδε με τα μάτια του το τι ακριβώς σημαίνει πυρηνικός όλεθρος, αυτό που πριν γνώριζε μόνο μέσα από τις μαθηματικές του εξισώσεις, από τα δακρύβρεχτα άρθρα ευρείας κατανάλωσης για τις ολέθριες συνέπειες μίας ενδεχόμενης πυρηνικής καταστροφής, από τις ρητορικές εκκλήσεις φορέων και πολιτικών για πυρηνικό αφοπλισμό, που άκουγε και διάβαζε για δεκαετίες στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως ακριβώς τις έχουμε ακούσει κι εμείς. Αμέσως μετά τις εκρήξεις, όταν πια ολόκληρη η πόλη είχε ισοπεδωθεί, μέσα σε ένα αποκαλυπτικό σκηνικό θανάτου, τρόμου και πόνου, ο καθηγητής Λάρσεν χρειάστηκε να ανοίξει δρόμο μέσα από τους χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες που είχαν καλύψει τη γη, σε αναζήτηση του μικρού του γιου Έρικ. Όταν κατάκοπος κι απεγνωσμένος, μετά από ώρες μάταιης αναζήτησης, κατάφερε επιτέλους να του επιτραπεί η είσοδος στο νοσοκομείο τής πόλης, ο αρμόδιος γιατρός προσπάθησε να τον αποτρέψει απ’ το να μπει στο χειρουργείο τής παιδικής πτέρυγας. Ο Λάρσεν μπήκε και είδε με τα ίδια του τα μάτια και άκουσε με τα αυτιά του τον αδιανόητο πόνο αμέτρητων κατακρεουργημένων αθώων παιδιών και έκτοτε, το μυαλό του κλονίστηκε.

Όλοι στο υπόγειο του Μουσείου τον σέβονται, όμως σιωπηρά τον θεωρούν τρελό. Ωστόσο, ο Λάρσεν διατηρεί ακόμη πεισματικά μέσα του την ελπίδα. Καθημερινά γράφει γράμματα στον γιο του τον Έρικ, παρότι όλες οι ενδείξεις κατατείνουν προς το ότι αυτός είναι προ πολλού νεκρός. Πουθενά δεν έχει βρει κανένα ίχνος του, κανένας δεν τον έχει δει, ούτε άκουσε κάτι γι’ αυτόν μετά τις εκρήξεις. Κι όμως, ο Καθηγητής τηρεί ευλαβικά την καθημερινή του ρουτίνα. Λύνει πολύπλοκες μαθηματικές εξισώσεις για να κρατάει το μυαλό του σε φόρμα και μάλιστα, με πολύ μεγαλύτερη διαύγεια κι αποτελεσματικότητα από πριν, έχει εφεύρει ένα καινούριο ημερολόγιο, διαφορετικό φυσικά από αυτό που ίσχυε όταν ακόμη υπήρχε ήλιος, έτσι ώστε να διατηρήσει μέσα του την αίσθηση του χρόνου, συλλέγει για ώρες βιβλία μέσα από τις λάσπες και τα συντρίμμια τής πόλης και γράφει ανελλιπώς γράμματα στον γιο του. Μέσα από αυτά του περιγράφει την καθημερινότητά του στο υπόγειο του Μουσείου και του εκφράζει τις πιο μύχιες σκέψεις και τους προβληματισμούς του σχετικά με ό,τι συνέβη, αλλά και την ακλόνητη πίστη του ότι τίποτε δεν έχει χαθεί οριστικά. Πιστεύει ακόμη στον άνθρωπο και τον πολιτισμό του. “Είστε σαν τον πατέρα μου. Με συγχωρείτε… Είστε οι τελευταίοι ανθρωπιστές. Σαν τα μαμούθ,” λέει κάποια στιγμή ειρωνικά και με κακεντρέχεια ο γιος ενός άλλου ‘ενοίκου’ τού υπογείου τού Μουσείου στον Λάρσεν και στον ιερωμένο φίλο του, οι οποίοι τον ακούνε σιωπηλοί κι ανέκφραστοι.

Όταν έρχεται η διαταγή, όλος ο υγιής πληθυσμός να εγκαταλείψει κάθε άλλο χώρο και να κατευθυνθεί προς το κεντρικό καταφύγιο, ο Λάρσεν θα μείνει πίσω. Στο ορφανοτροφείο τής πόλης, λίγο καιρό πριν, είχε συναντήσει μία ομάδα κωφάλαλων – προφανώς λόγω κάποιου ισχυρού σοκ – παιδιών. Ο υπεύθυνος γιατρός αρνήθηκε πεισματικά να χορηγήσει στα παιδιά τις απαραίτητες άδειες, ώστε να γίνουν δεκτά στο καταφύγιο. Η υπεύθυνη του ορφανοτροφείου εξηγεί στον Λάρσεν, ότι είναι υποχρεωμένη να εκκενώσει άμεσα το ίδρυμα κι ότι χωρίς τις απαραίτητες ιατρικές γνωματεύσεις δεν μπορεί να κάνει τίποτε παραπάνω για τα ασυνόδευτα και άρρωστα από τη ραδιενέργεια παιδιά. Ο Λάρσεν αντιδρά, όμως ο γιατρός τον απειλεί ότι δεν θα χορηγήσει ούτε σ’ αυτόν το απαραίτητο πιστοποιητικό.

Παρά τις διαταγές, ο Λάρσεν θα μείνει τελικά πίσω στο υπόγειο του Μουσείου, μαζί με τα παιδιά. Πιστεύει ακράδαντα ότι ο πόλεμος επάνω έχει σταματήσει, ότι ο γιος του ζει ακόμη κι ότι τίποτε δεν έχει τελειώσει για την ανθρωπότητα. Φροντίζει καθημερινά τα παιδιά και συζητάει μαζί τους, παρότι είναι αμφίβολο εάν αυτά τον ακούν ή τον καταλαβαίνουν. Κι όταν έρχονται τα πρώτα Χριστούγεννα τής μετά την πυρηνική καταστροφή εποχής, στολίζει με όσα μέσα διαθέτει ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, μαζεύει τα παιδιά γύρω του και τους μιλάει για τα έθιμα που είχαν οι άνθρωποι κάθε τέτοια εποχή, για το χιόνι που έπεφτε έξω και για το τι σημαίνει το πνεύμα των Χριστουγέννων για τον άνθρωπο.

Στην πραγματικότητα ο Λάρσεν πεθαίνει. Λίγες στιγμές πριν το τέλος, φωνάζει κοντά του τα παιδιά και τους δίνει μία τελευταία συμβουλή: “Φύγετε από το Μουσείο. Βγείτε έξω και αναζητήστε κάποιο άλλο μέρος, που δεν έχει πόλεμο. Συνεχίστε τη ζωή σας. Γιατί ο άνθρωπος δεν πρέπει να σταματά, όσο ακόμη είναι ικανός να περπατάει.” Στην κατανυκτική και θρησκευτικά φορτισμένη ατμόσφαιρα που δημιούργησε ο Λάρσεν λίγο πριν τον θάνατό του στο θλιβερό υπόγειο του Μουσείου, στα τελευταία λόγια που είπε στα μαζεμένα γύρω του παιδιά, όπως ακούμε τα ίδια τα παιδιά να μας τα μεταφέρουν, ένα νέο Ευαγγέλιο διατυπώθηκε και μία νέα διάσπαση του γραμμικού χρόνου σε ‘προ-’ και ‘μετά-’ εποχές δημιουργήθηκε. Ο Λάρσεν, ο τελευταίος ουμανιστής τής ανθρωπότητας όπως την ξέραμε, υπήρξε ο νέος Ιησούς που μετέδωσε τον Λόγο του στα παιδιά-μαθητές. Και τα κωφάλαλα παιδιά, οι απόστολοι μίας νέας ανθρωπότητας εν τη γενέσει της, η οποία θα επιχειρήσει να αναδυθεί για μία ακόμη φορά μέσα από τα συντρίμμια των λαθών της̇ μίας αποτυχημένης ανθρωπότητα, η οποία πέθανε, γιατί δεν κατάφερε να μάθει πώς πρέπει να ζει.

Ο Konstantin Lopushansky, συνεργάτης τού μεγάλου Tarkovsky στο Stalker και πολύ καλός μαθητής του, όπως αποδεικνύεται στις Επιστολές ενός νεκρού, δημιουργεί ένα αριστούργημα, αντάξιο της παράδοσης του δασκάλου του και της Σοβιετικής Ένωσης συνολικά, στον χώρο τής επιστημονικής φαντασίας. Η τεχνική τής κινηματογράφησης, οι εσκεμμένα αργοί ρυθμοί, η έντονη παρουσία τής θρησκείας – η οποία στον Lopushansky συγκεκριμενοποιείται πολύ περισσότερο σε σχέση με τον Tarkovsky: είναι ξεκάθαρα η ορθόδοξη χριστιανική, αλλά ευτυχώς χωρίς κανέναν εκφυλισμό σε φτηνούς διδακτισμούς και δογματισμούς – και κυρίως το στοιχείο τής μεταφυσικής αναζήτησης και των θεμελιωδών υπαρξιακών ζητημάτων τού ανθρώπου, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την Ταρκοφσκική γενεαλογία τού σκηνοθέτη και της ταινίας. Παράλληλα, ο ωμός της ρεαλισμός την συνδέει με μία γενικότερη μακρά ρωσική παράδοση ρεαλισμού-νατουραλισμού στον χώρο των τεχνών. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι ένα από τα αδιαμφισβήτητα αριστουργήματα του σύγχρονου Σοβιετικού και Ρωσικού κινηματογράφου και του είδους τής επιστημονικής φαντασίας, το οποίο σοκάρει με τον ρεαλισμό και την αληθοφάνεια με την οποία μας παρουσιάζει ένα απολύτως πιθανό σενάριο ολικής καταστροφής, σε έναν ίσως όχι και πολύ μακρινό χρόνο. Καθόλου τυχαίο δεν είναι, ότι στο σενάριο της ταινίας συνεργάστηκε ο ένας εκ των δύο αδελφών Strugatsky, ο Boris, σε βιβλίο του οποίου είχε βασιστεί και το Stalker. Το γεγονός δε ότι η ταινία γυρίστηκε το 1986, την ίδια χρονιά στην οποία συνέβη και η πυρηνική καταστροφή στο Τσερνομπίλ, την καθιστά ακόμη πιο τρομακτική κι ενισχύει την προβλεπτική της ικανότητα ως προς τους κινδύνους που κρύβει η ανεξέλεγκτη ‘πυρηνικοποίηση’ του πλανήτη κι η επιπολαιότητα ανθρώπων και κυβερνήσεων ανά τον κόσμο σε σχέση με το θέμα αυτό.

Ο Lopushansky επιλέγει να αφήσει μία νότα ελπίδας κι αισιοδοξίας για το τέλος τής ταινίας του, συντασσόμενος με τον Καθηγητή Λάρσεν και τον αισιόδοξο ουμανισμό του. Ωστόσο, λίγο πριν, κάποιος άλλος από τους ‘ενοίκους’ τού υπογείου, έχει υπαγορεύσει φωναχτά, ώστε να ακούγεται από όλους, τους εξής προσωπικούς φιλοσοφικούς του στοχασμούς, τους οποίους δακτυλογραφεί στη γραφομηχανή ένας συνάδελφός του:

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε… ότι η ιστορία τής ανθρωπότητας… είναι η ιστορία τής αργής αυτοκτονίας ενός ζωντανού όντος… που απέκτησε κατά τύχη την ικανότητα να σκέφτεται… όμως δεν ήξερε πώς να τη χρησιμοποιήσει. Τελεία. Δεν κατόρθωσε να την αξιοποιήσει σε κάτι καλύτερο από την εξεύρεση… των πιο αποτελεσματικών μέσων ολικής αυτοκαταστροφής. Τελεία. Από το σκοινί τού Ιούδα… ως τη βόμβα νετρονίων… γενετικά, βακτηριακά… και ποιος ξέρει τι άλλα όπλα. Αξιοθαύμαστη πρόοδος… η χαραυγή τής Λογικής… Τελεία. Αυτή είναι η ουσία τής επιστήμης… Πρέπει επιτέλους να αποδεχτούμε πως αποτύχαμε παταγωδώς… ότι ντροπιάσαμε το είδος μας… και δεν χρησιμοποιήσαμε ούτε κλάσμα αυτού που μας χαρίστηκε. Εάν υπάρχει νοήμων ζωή στο διάστημα… θα πρέπει να μας περιφρονεί. Δεν είμαστε παρά προπετείς πίθηκοι.

Δυστυχώς, με βάση το ιστορικό προηγούμενο του Τσερνομπίλ, την ολοένα και μεγαλύτερη συσσώρευση πυρηνικής ισχύος παγκοσμίως και τη διασπορά των πυρηνικών όπλων ανά τον πλανήτη από το 1986 που γυρίστηκε η ταινία μέχρι σήμερα, παρά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και το υποτιθέμενο τέλος τού Ψυχρού Πολέμου που θα ακολουθούσε και κάνοντας μία εφ’ όλης της ύλης επισκόπηση της πορείας του σύγχρονου ‘πεφωτισμένου’ δυτικού ανθρώπου από τον Διαφωτισμό μέχρι σήμερα, δεν είμαστε σε θέση να συμμεριστούμε τον ουμανιστικό οπτιμισμό τού Καθηγητή Λάρσεν και του ίδιου τού Lopushansky. Αντιθέτως, η ίδια η λογική θεώρηση της ιστορικής μας πορείας, της τρέχουσας διεθνούς κατάστασης των πραγμάτων και της περισσότερο από ποτέ θλιβερής κι επίφοβης ψυχολογικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται σήμερα ο άνθρωπος, επιβεβαιώνει πέρα από κάθε αμφιβολία τον φιλόσοφο-ένοικο του υπογείου και τη βασική του φιλοσοφική θέση, ότι ως άνθρωποι έχουμε αποτύχει παταγωδώς κι ότι πιο ικανοποιητικά περιγραφόμαστε από τον όρο ‘προπετείς πίθηκοι’ παρά από τον στομφώδη ‘Homo Sapiens’.

 

info: 61ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – Τμήμα “Prophecies from another world: Sci-fi και Cli-fi (1950-1990)”

Προηγούμενο άρθροΗ διδασκαλία της λογοτεχνίας και οι σκόπελοι της (της Βαρβάρας Ρούσσου)
Επόμενο άρθροWilliam Maxwell: Κόσμος πλασμένος από μνήμη και φαντασία (του Μάνου Κουμή)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here